BLOGGER TEMPLATES - TWITTER BACKGROUNDS »

Σάββατο, 26 Ιουνίου 2010

Palazzo dei priori




                                                       2o Κεφάλαιο.
                                                  Eπνοή Του Χρόνου


Bellas POV
Η Αλίς γύρισε και με κοίταξε με ένα θόλο βλέμμα. Φορούσε ένα μεταξωτό υπέροχο μαντήλι στα μαλλιά και γυαλιά Ήλιου στα μάτια .Σε 10 λεπτά θα προσγειωνόμασταν στην Ιταλία και ο καιρός εκεί είναι ηλιόλουστος .Δεν θέλει να αστράψει στον ήλιο γιατί θα έχει και αυτή προβλήματα με τους Βολτούρι.

«Τι βλέπεις Άλις;»

«Μπέλλα ο Έντουαρντ πάει στους Βολτούρι να μάθει την απόφαση τους και αποφασίζουν να τον σκοτώσουν. Να ακολουθούσουν την δική του απόφαση.»

«Ποτέ τι ώρα;»

« Σήμερα στις 12 το μεσημέρι. Η ώρα τώρα είναι 11 δεν ξέρω αν θα προλάβουμε Μπέλλα.»

«Άλις φοβάμ- » δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω την φράση γιατί ακούστηκε από τα μεγάφωνα η φωνή της αεροσυνοδού.

« Σε 10 λεπτά θα προσγειωθούμε. Ο καιρός είναι ηλιόλουστος 26 βαθμούς κελσίου. Παρακαλούμε πολύ προσδεθείτε.»

Φτάνουμε .Σε λίγο θα αντικρίσω ξανά τον Έντουαρντ μετά από τόσους μήνες. Δεν ξέρω πώς να νιώσω για αυτό. Να χαρώ μάλλον όχι. Δεν σημαίνει ότι επειδή πάω να τον σώσω μετά θα με θέλει πίσω. Μου το είπε καθαρά δεν με αγαπά πια. Το αεροπλάνο άρχισε να προσγειώνετε.

Από την στίγμη που προσγειωθήκαμε και μετά όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Κατεβήκαμε από το αεροπλάνο και η Άλις έκλεψε μια Porsche .

«Άλις μήπως πρέπει να κλέψουμε ένα αμάξι λιγότερο ακριβό; »

«Μπέλλα δεν με νοιάζει η τιμή θέμα είναι ποσό γρήγορα πάει. Η Βολτέρα απέχει από εδώ 3 τέταρτα δεν θα προλάβουμε αλλιώς. Πρέπει να πάμε όσο γρηγορότερα γίνετε.»

Μες το αμάξι δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Τόσους μήνες που έλειπε ο Έντουαρντ είχα ξεχάσει πως οδηγούν οι βρικόλακες. Η Άλις πάταγε το γκάζι στο τέρμα και έξω από το παράθυρο μπορούσα να δω μόνο μια θολούρα. Μες στο αμάξι υπήρχαν δύο περιοδικά. Ήταν του ιδιοκτήτη πριν κλέψουμε το αμάξι .Η Άλις ξαφνικά μίλησε.

«Μπέλλα δεν σε πειράζει σήμερα μια μικροκλοπή;»

Πριν απαντήσω από το μυαλό μου πέρασαν χίλιες θεωρίες. Μπορεί ο άνθρωπος αυτός που είχε το αμάξι να γένναγε η γυναίκα του και να χρειαζόταν το αυτοκίνητο. Μπορεί να είχε αρρωστήσει και να έπρεπε να πάει στο νοσοκομείο. Τελικά όμως σκέφτηκα τον Έντουαρντ. Το κενό στην κάρδια μου που είχε επουλωθεί προσωρινά από όταν ήρθε η Άλις επανήλθε μόλις τον σκέφτηκα ξανά με τρυφερότητα. Η Άλις περίμενε ακόμα την απάντηση δεν είχα καταλάβει ότι σκεπτόμουν τόση ώρα.

«Εεε όχι » απάντησα χωρίς να θυμάμαι καν ποια ήταν η ερώτηση που μου είχε κάνει. Σκεπτόμουν μόνο τον Έντουαρντ. Η Άλις έκοψε ταχύτητα τώρα. Από μακριά διέκρινα την Βολτέρα .Μπήκαμε μέσα από μια επιβλητική πέτρινη πύλη. Γύρω- γύρω σε κάποια παλιά εποχή ίσως στο μεσαίωνα υπήρχαν τείχη .Τώρα απόμενε μόνο ένα μικρό κομμάτι τους. Στα στενά πέτρινα σοκάκια υπήρχε παρά πολύ κόσμος ντυμένος με κόκκινους μανδύες. Στους τοίχους των σπιτιών υπήρχαν κρεμασμένα κόκκινα λάβαρα με το σήμα της Βόλτερας. Η ώρα τώρα ήταν 12 παρά τέταρτο. Θα προλαβαίναμε;

«Άλις τι συμβαίνει; Τι είναι όλος αυτός ο κόσμος και γιατί όλοι φοράνε κόκκινους μανδύες; Γιατί η πόλη είναι στολισμένη; »

« Είναι η γιορτή του Άγιου μάρκου που υποτίθεται ότι εδίωξε τους βρικόλακες από την πόλη.» Ένας αστυνομικός μας πλησίασε.

«Ci dispiace onorevoli oggi vietata auto /Συγνώμμη κυρίες σήμερα δεν επιτρέπονται τα αυτόκινητα.» μας είπε στα ιταλικά.

Η Άλις ψαχούλεψε στη τσάντα της και έβγαλε ένα γάντι ίδιο με το χρώμα του δέρματος . Το φόρεσε στο χέρι της και έδωσε χρήματα στον αστυνομικό.

«Δωροδοκείς έναν αστυφύλακα;» την ρώτησα αναστατωμένη .Δεν απάντησε.

«θα πάω να παρκάρω κάπου το αμάξι εσύ τρέξε όσο πιο γρήγορα μπορείς και ρωτά συνεχώς πως πάμε στο palazzo dei priori. Θα έρθω και εγώ σε λίγο.»

Βγήκα γρήγορα από το αμάξι και άρχισα να τρέχω .Οι ταμπέλες με οδηγούσαν σε ένα μεγάλο κεντρικό κτήριο σαν κάστρο που είχε ένα ψήλο πύργο με ένα ρολόι. Κοίταξα την ώρα ,12 παρά 10. Σε λίγα λεπτά ο Έντουαρντ θα ήταν νεκρός αν δεν προλαβαίναμε να τον σώσουμε…

Πίσω μου φάνηκε και η Άλις. Με έπιασε απ το χέρι για να τρέχουμε πιο γρήγορα. Όσο πλησιάζαμε στην πλατειά ο κόσμος γινόταν περισσότερος. Στριμωχνόμασταν και αναγκαζόμασταν να πάμε πολύ αργά. Στο κέντρο της πλατειάς υπήρχε ένα σιντριβάνι. Η Άλις άρχισε να τρέχει πιο γρήγορα. Όχι όπως τρέχουν οι βρικόλακες αλλά όπως μόνο ένας πολύ γρήγορος αθλητής θα μπορούσε να τρέξει. Μπήκε μες στο σιντριβάνι γεγονός που έκανε πολλούς να την κοιτάξουν με το στόμα ανοιχτό. Μπέλλα από εδώ έτσι θα κάνουμε πιο γρήγορα.

Μέτα το σιντριβάνι, περίπου σε απόσταση δέκα μέτρων υπήρχε μια δίφυλλη ξύλινη πόρτα. Ήταν διάπλατα ανοιχτή. Η Άλις μπήκε μέσα και την έκλεισε πίσω της ορμητικά. Ακούστηκε ένα τρίξιμο. Με πηρέ στου ώμους. Της ξαφνιάστηκα. Εντάξει ήταν βρικόλακας άλλα άλλο να με παίρνει ο Έντουαρντ και άλλο να με παίρνει η μικροκαμωμένη Άλις. Φαινόταν ότι ήξερε που πηγαίναμε. Αρχίσαμε να κατηφορίζουμε σε ένα στενό δρομάκι που είχε μια μικρή κλίση καθώς κατέβαινε προς τα κάτω. Τότε ήταν που άρχισε να τρέχει σαν βρικόλακας. Δεν μπορούσα να δω και πολλά πράγματα τόσο γρήγορα που τρέχαμε αλλά κατάλαβα πως πλησιάζαμε σε ένα αδιέξοδο. Η ώρα ήταν 12 παρά πέντε .Ο Έντουαρντ θα ήταν ήδη στους Βολτούρι και θα μιλούσαν.

Η Άλις όσο πλησιάζαμε προς το αδιέξοδο δεν έκοψε ταχύτητα αλλά αντίθετα επιτάχυνε και πήδηξε μέσα σε μια τρύπα που υπήρχε στο δάπεδο. Έκλεισα τα μάτια μου .Η τρύπα φαινόταν σαν αγωγός υπονόμου. Ήταν αρκετά σκοτεινά .Το λιγοστό φως που έμπαινε από την τρύπα γυάλιζε στην υγρασία. Ο χώρος παρότι δεν μπορούσα να τον δω αισθανόμουν ότι ήταν πολύ φαρδύς. Καθώς έτρεχε ξαφνικά το απολυτό μαύρο άρχισε να γίνετε ένα ανοιχτό γκρι. Φτάσαμε τώρα σε μια τεραστία μεταλλική πόρτα. Τα σιδερά ήταν σκουριασμένα αλλά πιο χοντρά από το μπράτσο μου.

 Η πόρτα ήταν ερμητικά κλειστή και κλειδωμένη. Δεν μπορούσα να δω τι υπήρχε πίσω από την πόρτα γιατί αν και τα σιδερά της ήταν αραιά από πίσω υπήρχε μια πιο μικρή πόρτα με πιο λεπτά σιδερά που σαν να ήταν πλεγμένα πολύ πυκνά και την σχημάτιζαν. Και οι δυο πόρτες ήταν κλειστές. Η Άλις πηρέ και άλλη φορά εγώ έκλεισα τα μάτια μου. Ο αέρας που έμπαινε τα έκανε να τσούζουν. Άκουσα ένα εκκωφαντικό θόρυβο. Άνοιξα τα μάτια μου και κοίταξα πίσω.

Η Άλις είχε σπάσει τις δυο πόρτες. Τα σιδερά είχαν λυγήσει και είχαν ανοίξει σαν ένα κονσερβοκούτι που το χτυπάς ,με ένα σφυρί. Τώρα βρεθήκαμε σε ένα πιο ανοιχτό φωτισμένο διάδρομο διακοσμημένο με διαφόρους πινάκες ιταλών ζωγράφων. Στο τέλος του υπήρχε ένας ανελκυστήρας η Άλις με κατέβασε από την πλάτη της και κατευθύνθηκε προς τον ανελκυστήρα. Εγώ τεντώθηκα να ξεμουδιάσω.

«Μπέλλα γρήγορα »

Κοίταξα το ρολόι στο χέρι μου 12 παρά δυο δεν θα προλαβαίναμε.

«Μα που πάμε επιτέλους Άλις; » ρώτησα καθώς ανεβαίναμε με τον ανελκυστήρα.

«θα δεις βιάσου μην μιλάς πολύ για να κρατήσεις ενεργεία.»

Βρεθήκαμε τώρα σε ένα δωμάτιο που έμοιαζε με υποδοχή ξενοδοχείου. Σε ένα γραφείο καθόταν μια κοπέλα.

«Καλωσορίσατε μας είπε.»

«Είναι άνθρωπος; » ρώτησα την Άλις.

«Ναι περιμένει να την μεταμορφώσουν οι Βολτούρι αλλά βιάσου Μπέλλα.»

Περάσαμε από ακόμα μια πόρτα. Μα ποτέ θα φτάσουμε επιτέλους; Το δωμάτιο αυτό έμοιαζε με το προηγούμενο. Ήταν όμως έρημο. Δεν αναρωτήθηκε αυτή η κοπέλα τι κάνουμε εμείς εδώ; σκέφτηκα. Βρεθήκαμε τώρα σε ένα διάδρομο. Ήταν ο πιο περίτεχνα διακοσμημένος μέχρι τώρα. Στο τέλος του είχε μια τεραστία δίφυλλη πόρτα στολισμένη με χρυσό. Η Άλις όμως δεν πήγε προς την πόρτα αλλά σταμάτησε στην μέση του διαδρόμου έκανε στην άκρη την επένδυση του τοίχου και αποκάλυψε μια μικρή ξύλινη πόρτα.

Κοίταξα την ώρα 12 και 2 ήταν αργά πλέον.Η πόρτα μας οδήγησε σε ένα πολύ σύντομο πέτρινο προθάλαμο και μετα σε μια τεραστία επιβλητική θολωτή αίθουσα . Ήταν όλη μαρμάρινη. Στην κορυφή του τρούλου που είχε για οροφή υπήρχε μια τρύπα. Κοίταξα γρήγορα το δωμάτιο τρεις άντρες που φορούσαν μακριούς μανδύες κάθονταν σε κάτι τεραστίους ξύλινους θρόνους. Συζήταγαν με μια ξανθιά μικροκαμωμένη κοπέλα ,ένα πολύ εύσωμο και ψήλο άντρα και άλλους δυο ο ένας μικροσκοπικός και πολύ νεαρός ο άλλος επίσης πολύ νεαρός αλλά λίγο πιο εύσωμος. Στο κέντρο του δωματίου υπήρχε μια φωτιά.

Πυκνός μαύρος καπνός έβγαινε από την τρύπα στην οροφή .Η φωτιά είχε τεραστία ξύλα. Κάτι καιγόταν μέσα. Τι όμως; Και τότε θυμήθηκα ο Έντουαρντ είχε πει ότι μονός τρόπος να σκοτώσεις ένα βρικόλακα ήταν να τον τεμαχίσεις και μετά να τον κάψεις. Όχι σκέφτηκα και δάκρυα έτρεξαν από τα μάτια μου, μπήκαν μες στο στόμα μου και ένοιωσα την αλμυρή τους γεύση. H Άλις κοιτούσε σαν να ήταν έτοιμη να αυτοκτονήσει. Να κλάψει να πέσει κάτω και να σφαδάζει στο κλάμα. Όλοι είχαν γυρίσει τώρα και μας κοιτούσαν .Έμενα να κλαίω και την Άλις να κοιτά σαν ζαβλακωμένη..Ένας άντρας αυτός που καθόταν στο κέντρο μίλησε.

«Άλις, Μπέλλα τι ευχάριστη έκπληξη. Μπέλλα βλέπω είσαι ζωντανή μετά από όλα αυτά.»

«Που είναι ο Έντουαρντ ρώτησα; »

«Είναι ήδη όπως βλέπεις πολύ αργά καλή μου. Δεν περιμέναμε αυτή την αναπάντεχη έκπληξη να είσαι ζωντανή. Αποφασίσαμε να εκτελέσουμε την δική του απόφαση. »

Γύρισα να δω την Άλις.

«Άρο» ,μίλησε προς τον άντρα που μου είχε ήδη μιλήσει.

Ο Άρο την διέκοψε.

«Λυπόμαστε πολύ.»

Η Άλις κοίταξε έμενα που έκλαιγα και είχα πέσει κάτω κοιτώντας την φωτιά.

«Καλύτερα να φύγουμε» είπε. «θα είναι καλυτέρα για όλους αν φύγουμε. »

«Μισό λεπτό» την ξαναδιέκοψε ο Άρο . «Η κοπέλα -έδειξε προς το μέρος μου -είναι ακόμα άνθρωπος και ξέρει πολλά. Το ξέρω ότι είστε στενοχωρημένοι με αυτό το άτυχο γεγονός για τον Έντουαρντ αλλά μήπως δεν θα έπρεπε να φύγετε;»

Εγώ ξαφνικά νευρίασα απίστευτα. Άτυχο γεγονός; εδώ πέθανε κάποιος που αγαπούσαμε και μιλαεί για αυτόν λες και απλά έσπασε ένα βάζο. Άρχισα να φωνάζω. Στην αρχή έλεγα ακαταλαβίστικα αλλά τέλειωσα με ένα : «Πρόσεχε πως μιλάς για τον Έντουαρντ! »

«Μπέλλα όχι!» φώναξε η Άλις.

Την ίδια στιγμή ο Άρο φώναξε δυο ονόματα Φέλιξ ,Ντιμίτρι. Κατευθύνθηκαν προς το μέρος μας ο εύσωμος βρικόλακας και ο νεαρός αλλά επίσης σωματώδεις που κάθοταν πριν διπλά στον Άρο. Με έπιασε από τον λαιμό ο πιο ψήλος και εύσωμος και την Άλις την έπιασε από τον λαιμό ο άλλος. Άρχισα να πνίγομαι και να πονώ. Ήμουν σίγουρη πως αν ζούσα αυτό θα μου προκαλούσε μελανιές. Ο Άρο άρχισε πάλι να σιγοψιθυρίζει με του άλλους δυο.

«Τι θα κάνουμε με αυτή; ρώτησε ο Άρο»

«Ξερεις τι θα κάνεις με αυτή Άρο» , είπε ο ένας απ’ τους δυο..

Εγώ άρχισα να χτυπιέμαι . Αυτό μάλλον νεύριασε τον Άρο.

«Τζέιν» είπε στην μικροσκοπική ξανθιά κοπέλα. Αυτή πλησίασε προς τα μένα. Με κοίταξε μες στα μάτια και εγώ κοίταξα στα κατακόκκινα δικά της. Πόνος είπε. Έγω την κοίταζα χωρίς να καταλαβαίνω τίποτα .Τι έπρεπε να γίνει; Είχα κάτι εγώ αναρωτήθηκα; Ο Άρο άρχισε να γελάει .

«Μας αψηφά όλους.»

Η Άλις που στεκόταν τώρα διπλά μου μουρμούρισε : «θα έπρεπε να σφαδάζεις από τον πόνο αλλά φαίνετε ότι όπως ο Έντουαρντ δεν μπορεί να διαβάσει την σκέψη σου έτσι και η Τζέιν δεν μπορεί να σε πονέσει. »

«Δεν μπορούσε Άλις να διάβαζε την σκέψη μου» είπα και νέα δάκρυα έτρεξαν στα μάτια μου. «Ενδιαφέρον » είπε ο Άρο. «Σίγουρα θα είναι μια ενδιαφέρουσα αθάνατη..αν γίνει αθάνατη.» «Άρο» ,είπε η Άλις « το έχω δει όραμα θα γίνει.»

ο Άρο άπλωσε το χέρι του. Ο άντρας άφησε τον λαιμό της Άλις. Πριν πάει στον Άρο μου ψιθύρισε ότι ο Άρο έχει το χάρισμα να διαβάζει την σκέψη μόνο με ένα άγγιγμα. Η Άλις ακούμπησε το χέρι της πάνω στην παλάμη του Άρο.

«Ενδιαφέρον » είπε ο Άρο ξανά. «Να βλέπεις τι θα γίνει πριν καν γίνει »

Άφησε το χέρι της Άλις

«Σας δίνουμε προθεσμία μέχρι το τέλος του καλοκαιριού να την μεταμορφώσετε. Αν όχι θα περάσει η Τζέιν μια επίσκεψη από το σπίτι σας. »

Η Άλις γύρισε πίσω σε έμενα με το βλέμμα κατεβασμένο. Είχε πεθάνει ο αδελφός της. Αλήθεια αναρωτήθηκα οι βρικόλακες μπορούν να κλάψουν; Εγώ ξαφνικά εξαγριώθηκα ξανά. Το ότι είδα την Άλις σε αυτή την κατάσταση με νεύριασε απίστευτα..

«Γιατί το κάνατε αυτό στον Έντουαρντ; »

«Ήταν δική του επιλογή » ,φώναξε και ο Άρο φανερά νευριασμένος.

«Μπέλλα!» φώναξε η ‘Αλις .«Καλυτέρα να φύγουμε μας κάνουν χάρη. θα σε σκοτώσουν» , ψιθύρισε.

«Μα δεν καταλαβαίνεις σκότωσαν τον Έντουαρντ. καλυτέρα να πεθάνω και εγώ παρα να γίνω αθάνατη. Έτσι η θλίψη θα είναι περισσότερη. » Δεν είχα ίδέα τι έλεγα.

«Άρο σκότωσε με!» ,φώναξα.

«Μπέλλα τι κάνεις;» ρώτησε η Άλις .

«Άλις καλυτέρα να φύγω να είμαι μαζί του παρά να ζήσω αιώνια χωρίς αυτόν. Δεν θα το άντεχα.»

Σ’ αγαπώ Έντουαρντ… είπα αν και ήξερα ότι πια που δεν ήταν ζωντανός δεν μπορούσε να με ακούσει.

«Όπως νομίζεις είπε ο Άρο. »

«Άρο!» Φώναξε η Άλις..

«Φέλιξ » είπε στον εύσωμο άντρα που είχε αφήσει τον λαιμό μου λίγο πριν.

ο Φέλιξ με πλησίασε. Σε αγαπώ Έντουαρντ σκέφτηκα. Έκλεισα τα μάτια .Κάποιος με άρπαξε. Ένιωσα ένα δυνατό αέρα στο πρόσωπο μου και άκουσα φωνές πίσω μου .Άνοιξα τα μάτια μου .Η Άλις με κράταγε και τρέχαμε πίσω. Πίσω στο Φορκς . Χωρίς τον Έντουαρντ.

Το κενό μες στην ψυχή μου μεγάλωσε. Με έκανε να μην μπορώ να αναπνεύσω. Δεν θα τον έβλεπα ποτέ ξανά. δάκρυα έτρεχαν στα μάτια μου. Και ούτε καν με ήθελε πια. Εγώ τον αγαπώ αυτός όμως όχι. Και τώρα είναι νεκρός. Το διαμελισμένο σώμα του καίγετε στην διπλανή αίθουσα…