BLOGGER TEMPLATES - TWITTER BACKGROUNDS »
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Palazzo Dei Priori. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Palazzo Dei Priori. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 20 Αυγούστου 2010

Palazzo Dei Priori




                                                         Επίλογος
                                                     Συμβιβασμός


Bellas POV
Ξύπνησα στην αγκαλιά του Έντουαρντ. Δεν ήταν όλα ένα όνειρο. Ήταν αλήθεια. Ο Έντουαρντ ήταν πίσω ξανά. Το φως που έμπαινε μέσα από το τζαμι έπεφτε πάνω στο δέρμα του και το έκανε να αστράφτει. Ήταν πανέμορφος. Τα δάχτυλα του χάιδευαν τα μαλλιά μου. Τον αγκάλιασα πιο σφιχτά και τον φίλησα απαλά στα χείλη. Το μεθυστικό άρωμα του κατέκλυσε κάθε αίσθηση μου.

«Σ' αγαπώ.» ψιθύρισα.

Χαμογέλασε και με φίλησε απαλά στα μαλλιά.

«Εγώ πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο Μπέλλα.»

«Όχι εγώ σ’ αγαπώ περισσότερο.»

Με άφησε από την αγκαλιά του και έκανε τον θυμωμένο.

«Τί;» ρώτησα εγώ και τον αγκάλιασα ξανά.

«Γιατί το είπες αυτό;»

«Ποιό;» δεν μπορούσα να καταλάβω τίποτα.

«Ότι με αγαπάς πιο πολύ. Αφού εγώ σε αγαπώ όσο τίποτε άλλο στην γη, στο σύμπαν-»

«Ω Έντουαρντ.» τον φίλησα απαλά στα χείλη και χαμογέλασα. Σηκώθηκα από το κρεβάτι και πήγα στο μπάνιο. Έκανα ένα γρήγορο ντους ντύθηκα και κατέβηκα για πρωινό. Ο Έντουαρντ καθόταν στο σαλόνι και μιλούσε με τον Έμετ.

Πήγα στην τραπεζαρία και είδα την Άλις να ρίχνει λευκή λιωμένη σοκολάτα πάνω σε ένα σωρό από τηγανητές. Είχε για άλλη μια φορά υπερβάλει. Είχε φτιάξει έναν ολόκληρο μπουφέ με φαγητά. Κάθισα στο τραπέζι και της χαμογέλασα δήθεν απορημένη.

«Μπέλλα, πρέπει να τρως. Θες να γίνεις κοκαλιάρα; Όλο αυτόν τον καιρό που έλειπε ο Έντουαρντ έχασες παρα πολλά κιλά.»

Ναι λες και μου έφτιαχνε λιγότερα όταν έλειπε ο Έντουαρντ. Άρχισα να μασουλάω μια φέτα ψωμί όταν ξαφνικά θυμήθηκα ότι σήμερα έπρεπε να επισκεφτώ τον Τζέικ. Ένας κόμπος δημιουργήθηκε στο στομάχι μου. Τελείωσα γρήγορα το πρωινό μου και σηκώθηκα από το τραπέζι. Η Άλις σχεδόν πήδηξε καταπάνω μου και έσπρωξε προς το μέρος μου μια κούπα τσάι.

«Μπέλλα, πρέπει να πιεις και το τσάι σου.» Σήμερα είναι μεγάλη μέρα. Θες να καταρρεύσεις;

Μεγάλη μέρα; Α ναι σήμερα εκτός από το ήδη δύσκολο γεγονός να επισκεφτώ τον Τζέικομπ είναι και η έκπληξη. Ελπίζω μόνο να μην είναι κανένα γελοίο πάρτι επειδή ο Έντουαρντ επέστρεψε. Κατέβασα το τσάι μονορούφι αν και ήταν καυτό. Ο λαιμός μου έκαιγε από το πολύ καυτό τσάι. Σηκώθηκα και πήγα προς το σαλόνι. Ο Έμετ μιλούσε ακόμα με τον Έντουαρντ και στην παρέα είχε προστεθεί και η Ρόζαλι που μιλούσε με την Άλις.

«Έντουαρντ φεύγω έτσι ώστε να γυρίσω νωρίς για την, έκπληξη. Θα περάσω και από τον Τσάρλι.»

«Α ναι όσο για αυτό τον είδα πριν έρθω στο βουνό και σκαρφίστηκα μια ιστορία για το πως είμαι ζωντανός. Ότι σου πει να πεις ναι.»

«Εντάξει. Νομίζω.»

Κατευθύνθηκα προς την πόρτα αλλά η Άλις ήρθε και μου έκοψε τον δρόμο.

«Έτσι θα πας; Έχεις να δεις τον Τσάρλι κοντά στην μια εβδομάδα και ο Έντουαρντ επέστρεψε και εσύ θα φύγεις έτσι;»

Πως έτσι; αναρωτήθηκα από μέσα μου. Κοίταξα την φθαρμένη γκρι φόρμα μου.

«Τι εννοείς;»

«Ω Μπέλλα έλα πάνω.» Με πήρε από το χέρι και με πήγε στο δωμάτιο της. Πάνω στην τουαλέτα που υπήρχε κάτω από έναν μεγάλο καθρέφτη είχε τοποθετήσει μια ολόκληρη συλλογή από καλλυντικά. Με έβαλε να καθίσω και άρχισε να με περιποιείται.

«Μπέλλα πρέπει αύριο να μαζέψεις και τα πράγματα σου. Δεν θα γυρίσεις στον Τσάρλι;»

Το είχα ξεχάσει αυτό.

«Και με την μεταμόρφωση τι θα γίνει;»

«Θα περάσεις λίγο καιρό στον Τσάρλι. Αν θέλεις μπορείς να επισκεφτείς και την Ρενέ και μετά θα δεις.»

«Ο Έντουαρντ λέει πως είναι μέρος της έκπληξης.»

«Ω ναι. Είναι σίγουρα.»

Άρχισε να αλείφει μια κρέμα στο πρόσωπο μου και μου έπιασε τα μαλλιά πάνω με ένα μεγάλο κοκαλάκι.

«Σήμερα θα φύγουν και ο Ελέαζαρ με την οικογένεια του. Θα γυρίσουν πίσω.»

Στεναχωριόμουν λίγο που θα φύγουν. Τους ένιωθα πλέον οικογένεια μου σχεδόν. Η Άλις τελείωσε με το πρόσωπο μου και έλυσε ξανά τα μαλλιά μου. Μου φόρεσε ένα μαύρο τζιν και ένα υπέροχο πουκάμισο. Ήμουν σαν να πήγαινα σε ένα κοκτέιλ-παρτυ. Σηκωθήκαμε και κατεβήκαμε ξανά στο σαλόνι. Όλοι οι Κάλλεν είχαν συγκεντρωθεί εκεί και η οικογένεια του Ελέαζαρ φορούσαν παλτά και κρατούσαν βαλίτσες.

«Μόλις που τους προλάβατε πριν φύγουν.» είπε η Έσμε .

Κατέβηκα και το τελευταίο σκαλοπάτι της σκάλας και κατευθύνθηκα προς τον Ελέαζαρ.

«Σας ευχαριστώ πολύ. Ποτέ δεν θα μπορέσω να ξεπληρώσω αυτό που κάνατε για μένα. Με στηρίξατε και με βοηθήσατε να είμαι και πάλι ασφαλής.»

Η Τάνια ήρθε και με αγκάλιασε.

«Δεν μας χρειάζεσαι όμως πλέον.» μου ψιθύρισε στο αυτί τόσο σιγανά που ίσως ακόμα και για τους υπόλοιπους βρικόλακες να ήταν δύσκολο να ακούσουν. «Τώρα έχεις τον Έντουαρντ.»

«Τάνια σε ευχαριστώ για ότι έκανες για μένα.» Της ψιθύρισα και εγώ αν και ούτε πλησίασα τον δικό της τόνο. Ο Ελέαζαρ με πλησίασε και με αγκάλιασε και αυτός.

«Τώρα θα τα πούμε ξανά-» Ο Έντουαρντ τον διέκοψε ένα βλέμμα.

«Είναι και αυτό μέρος της έκπληξης;» ρώτησα κοιτώντας τον Έντουαρντ. Ώστε όλοι γνωρίζετε τι είναι εκτός από εμένα.

Χαμογέλασα και χαιρέτησα την Κέιτ την Κάρμεν και τελευταία άφησα την Αϊρίνα. Καθώς πήγαινα προς τα εκείνη προσπάθησα να καταλάβω τι μπορεί να ήταν η έκπληξη. Δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα. Με χαιρέτησε με μια χειραψία αλλά εγώ αμέσως έπεσα στην αγκαλιά της. Ήταν αυτή που μου είχε σταθεί περισσότερο. Ήξερε πόσο δύσκολο είναι για μένα αφού είχε χάσει τον Λόρεντ, και είχε έρθει παρότι είχαμε συμμαχήσει με τους λύκους, όσο δύσκολο και αν ήταν αυτό. Ήταν σαν εγώ να πήγαινα να σταθώ στην Αϊρίνα επειδή έχασε τον Λόρεντ ενώ εγώ είχα χάσει τον Έντουαρντ από τους Βολτούρι παρότι είχαν συμμαχήσει με αυτούς.»

«Σε ευχαριστώ Αϊρίνα που το έκανες αυτό. Ξέρω πόσο δύσκολο είναι για σένα.»

«Δεν πειράζει Μπέλλα. Το καταλαβαίνω.»

Την άφησα και απομακρύνθηκα από αυτήν.

«Σας ευχαριστώ όλους και πάλι.» Ο Καρλάιλ χαιρέτησε τον Ελέαζαρ και άνοιξε την πόρτα. Βγήκαν έξω και μπήκαν μέσα στα αυτοκίνητα τους. Μας χαιρέτησαν με ένα νεύμα του χεριού τους και έφυγαν.

«Ώρα να πηγαίνω και εγώ αν θέλετε να είμαι πίσω νωρίς για την έκπληξη. Ακόμα δεν μπορούσα να φανταστώ τι μπορεί να ήταν. Ο Έντουαρντ με πήρε αγκαλιά και με στριφογύρισε γύρω γύρω. Η Έσμε έπιασε τα χέρια του Καρλαιλ και χαμογέλασαν. Τον φίλησα απαλά. Ο Έμετ πήγε κάτι να πει αλλά τον διέκοψα.

-Έμετ αν θέλεις να κάνεις οποιοδήποτε σεξουαλικής φύσεως σχόλιο κάντο τώρα. Δεν με νοιάζει.»

«Όχι καλύτερα.» είπε και έκανε ένα βήμα πίσω. Ο Έντουαρντ με άφησε κάτω και χαμογέλασε στον Έμετ. Ο Έμετ τον έπιασε από το λαιμό και του πίεσε τα μαλλιά. Ο Έντουαρντ γέλασε και τον χτύπησε με μια μπουνιά στο στομάχι. Μετά ήρθε σε εμένα και πήγαμε ως το φορτηγάκι μου. Μπήκα μέσα και έβαλα μπροστά.

«Δεν θα αργήσω πάρα πολύ.» του είπα και γέλασα.

«Εντάξει απλά να έχεις έρθει ως την άλλη εβδομάδα. Γέλασε και πέρασε το κεφάλι του από το ανοιχτό παράθυρο. Με φίλησε. Ένα φιλί γεμάτο πάθος. Τον φίλησα αχόρταγα. Τα χείλη μου συνέθλιψαν τα δικά του. Σταμάτησα και του χαμογέλασα ξανά. Μετά έβαλα μπροστά και απομακρύνθηκα από το δρομάκι μέχρι που βγήκα στον κεντρικό δρόμο. Ήξερα ακριβώς με ποιον ήθελα να είμαι. Είχα κάνει την απόφαση μου πλέον. Ήταν σίγουρο. Οδήγησα ως το σπίτι μου και πάρκαρα απέξω. Το άφησα να δουλεύει στο ρελαντί. Δεν θα καθόμουν πολύ. Πήγα προς την πόρτα και την χτύπησα. Αμέσως σχεδόν λες και ο Τσάρλι περίμενε από πίσω η πόρτα άνοιξε. Ο Τσάρλι με αγκάλιασε και με σήκωσε. Με φίλησε στο μάγουλο.

«Η Μπέλλα επέστρεψε!» είπε και χαμογέλασε.

«Ναι, είμαι πίσω τώρα που και ο Έντουαρντ είναι εδώ.»

«Μπέλλα τον αγαπάς πραγματικά ε;»

«Εννοείτε.»

«Τουλάχιστον παίρνετε προφυλάξεις;»

«Μπαμπά!»

«Εντάξει εντάξει. Ποιος να το πίστευε ότι κάποιος θα έκλεβε το αυτοκίνητο του και θα τον περνάγατε για αυτόν.»

«Ω μα ναι είναι απίστευτο.»

Μα τι παραμύθι του είχε ξεφουρνίσει;

«Και μετά τον έκλεισαν φυλακή επειδή δεν είχε τα χαρτιά του.» Γέλασε.

«Πραγματικά ναι δεν το πίστευα.»

Φυλακή. Μα καλά τι τον έβαζε να βλέπει ο Άρο; Σαπουνόπερες;

«Α ξέχασα να σου πω. Αύριο γυρίζω εδώ.»

«Ω επιτέλους. Ξέρεις πόσο μου έχεις λείψει.»

«Και είμαι σίγουρη, σου έχει λείψει και η μαγειρική μου.»

«Σίγουρα.»

«Καλά μπαμπά πρέπει να φύγω θα πάω να δω τον Τζέικ.»

«Έπρεπε να είχες πάει ήδη. Ο Μπίλι κοντεύει να τρελαθεί. Τον χτύπησε αυτοκίνητο και του έσπασαν όλα τα πλευρά.»

«Πραγματικά θα πονάει πάρα πολύ.» είπα και τον αγκάλιασα. Τον χαιρέτησα και ξαναμπήκα στο φορτηγάκι μου γελώντας. Έπρεπε να θυμηθώ να ρωτήσω τον Έντουαρντ για την ιστορία που είπε στον Τσάρλι. Άρχισα να οδηγώ προς τον καταυλισμό και γρήγορα η χαρά μετατράπηκε σε χιλιάδες πεταλούδες που πετούσαν μέσα στο στομάχι μου. Πριν το καταλάβω, ήμουν έξω από το σπίτι του Τζέικ. Κατέβηκα από το αμάξι και έκλεισα την μηχανή. Κατευθύνθηκα προς την πόρτα. Την χτύπησα και μετά από λίγο ήρθε ο Μπίλι με το καροτσάκι και μου άνοιξε την πόρτα. Μπήκα μέσα.

«Ήρθα να δω τον Τζέικομπ. Είναι καλά;»

«Πονάει πολύ αλλά ο δόκτωρ Καρλάιλ έκανε ότι μπορούσε. Από εδώ.» Είπε και με πήγε προς το δωμάτιο του Τζέικομπ. Χτύπησα την πόρτα και μπήκα μέσα. Ο Μπίλι την έκλεισε και έφυγε. Κοίταξα τον Τζέικομπ. Ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Ολόκληρο το χέρι του και τα πλευρά του ήταν καλυμμένα με γάζες. Καθόταν με σταυρωμένα τα χέρια και μια έκφραση γαλήνης υπήρχε στο πρόσωπο του και ήταν δύσκολο να το κοιτάω γιατί ήξερα ότι καταβάθος τον αγαπούσα. Αλλά είχα κάνει την επιλογή μου. Με τον Έντουαρντ ήταν τελείως διαφορετικά.

«Γεια σου Τζέικ.» Δεν απάντησε κοίταξε για ένα λεπτό το πρόσωπο μου.

«Πως νιώθεις;» μουρμούρισα.

Τι χαζή ερώτηση.

«Λίγο μουδιασμένος. Ο Καρλάιλ δεν είναι σίγουρος πόσο αναισθητικό χρειάζομαι για αυτό δοκιμάζει και βλέπει. Άλλα μάλλον το παράκανε.»

«Τζέικ, ξέρεις.»

«Μπέλλα δεν καταλαβαίνεις. Σε άφησε. Σε παράτησε. Σε άφησε να πιστεύεις ότι είναι νεκρός.» Ο τόνος του ήταν θυμωμένος και δυνατός.

«Εσύ δεν καταλαβαίνεις Τζέικομπ. Το έκανε γιατί με αγαπάει.» Δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στα μάτια μου και δεν καταλάβαινα τον λόγο. Λύγισα χωρίς να ξέρω γιατί. Ο Τζέικομπ με κοίταξε και με αγκάλιασε. Έκατσα στο πάτωμα και χάιδεψε τα μαλλιά μου.

«Συγγνώμη Μπέλλα δεν ήθελα να σε κάνω να κλάψεις. Δεν τα εννοούσα αυτά που είπα. Απλά ξέρω ότι και εσύ με αγαπάς. Σίγουρα όχι όπως αγαπάς τον Έντουαρντ αλλα-» Άφησε μετέωρη την φράση. «Όλα θα φτιάξουν θα δεις.»

«Μα πως Τζέικ;»

«Θα δεις θα σου ζητήσω απλά να είμαστε φίλοι τίποτα παραπάνω από αυτό.»

«Μα πως γίνετε Τζέικ να είμαστε φίλοι αν με αγαπάς και-» Δεν ήξερα πλέον πως τελειώνει αυτή η φράση. Δεν ήμουν σίγουρη.

«Ίσως θα πρέπει να είναι μια μεγάλης απόσταση φιλία.» συνέχισα.

«Μπέλλα μπορώ να σου πω ακόμα το χειρότερο κομμάτι; Θα είμαι καλός.»

«Θα βοηθήσει αυτό;» ψιθύρισα.

«Μπέλλα αν ο κόσμος ήταν όπως θα έπρεπε να είναι δεν θα υπήρχαν τέρατα. Καθόλου μαγεία. Η ζωή θα τα έφερνε αλλιώς και ίσως τότε. θα ήταν εύκολη ζωή. Σαν μια αναπνοή. Γύρισε το κεφάλι μου απαλά με τα δάχτυλα του έτσι ώστε να τον κοιτάζω στα ματια.

«Είναι σαν ναρκωτικό για σένα Μπέλλα. Δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς αυτόν τώρα. Εγώ δεν θα ήμουν ποτέ το ναρκωτικό σου Μπέλλα. Ίσως ο ήλιος σου αλλά όχι αυτό που είναι αυτός για σένα.»

«Καταλαβαίνω νομίζω. Θα βρεις αυτή που πραγματικά σου ταιριάζει Τζέικ και τότε όλα θα ξεκαθαρίσουν.»

Πλησίασε στο αυτί μου και ψιθύρισε.

«Σ’ αγαπώ Μπέλλα το ξέρεις αυτό. Θα είμαι πάντα στο περιθώριο και θα περιμένω. Μέχρι η καρδιά σου να σταματήσει να χτύπα.» Σηκώθηκα και γύρισα να φύγω.

«Λυπάμαι Τζέικ.» Ήταν το τελευταίο που είπα. Μετά έκλεισα την πόρτα και έφυγα. Σε όλη την διαδρομή για το σπίτι προσπαθούσα να μην σκέφτομαι τίποτα σχετικά με όσα είπα με τον Τζέικομπ. Σκεφτόμουν μόνο για την έκπληξη. Αλλά η σκέψη ότι τώρα πλέον όλα είχαν ξεκαθαρίσει δεν μπορούσε να φύγει. Ή τουλάχιστον νομίζω ότι όλα έχουν ξεκαθαρίσει.

Έφτασα έξω από το σπίτι και πάρκαρα. Χτύπησα την πόρτα και μου άνοιξε ο Έντουαρντ. Όλα τα φώτα του σπιτιού ήταν ανοιχτά. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Είχα κάτσει πολύ παραπάνω στον Τζέικ από όσο νόμιζα. Έφυγα από εδώ σχεδόν μεσημέρι και τώρα είναι σχεδόν βράδυ. Όλο το σπίτι ήταν άδειο.

«Άργησα;»

«Ο χρόνος όταν φεύγεις πάντα μεγαλώνει.» Μου χαμογέλασε και με φίλησε στα χείλη.

«Που είναι όλοι;»

«Έχουν πάει για κυνήγι. Έχουμε όλοι την νύχτα μπροστά μας.» Με έπιασε από το χέρι και ανεβήκαμε στο δωμάτιο του. Το είχε όλο στολίσει με κεριά και το κρεβάτι είχε πάνω ροζ ροδοπέταλα. Κάθισα στο κρεβάτι και κάθισε δίπλα μου.

«Λοιπόν Μπέλλα. Πρέπει μέχρι το τέλος του καλοκαιριού να έχεις μεταμορφωθεί.»

«Ναι θα με μεταμορφώσει ο Καρλάιλ.»

«Μπέλλα-» μου έπιασε τα χέρια. «Έχω έναν όρο αν θέλεις να σε μεταμορφώσω εγώ.»

Δεν μίλησα. Κράτησα ακόμα και την αναπνοή μου. Δεν ακουγόταν τίποτα εκτός από την φλόγα που έκαιγε το φυτίλι των κεριών. Άνοιξε το συρτάρι του παλιού σκαλιστού ξύλινου κομοδίνου και έβγαλε ένα κουτί. Το άνοιξε και αποκάλυψε κάτι που δεν περίμενα να δω. Ένιωσα ολόκληρη την γη να σταματάει μπροστά στο υπέροχο δαχτυλίδι που υπήρχε στο κουτί. Ήταν φτιαγμένο από λευκόχρυσο σκαλισμένο όλο λες και το είχε φτιάξει η πνοή του ουρανού. Δεν είχε κανένα απολύτως και ψεγάδι. Στο κέντρο είχε χιλιάδες μικροσκοπικά διαμάντια.

«Ότι θα είναι για πάντα.»

«Αυτό θέλω και εγώ.» είπα με κομμένη την ανάσα.

Γονάτισε μπροστά μου και μου έτεινε το δαχτυλίδι.

«Θα μου κάνεις την τιμή να με παντρευτείς;»

Αυτή ήταν η έκπληξη. Η καρδιά μου σταμάτησε να χτυπά. Είχα ότι ήθελα και ακόμα παραπάνω. Η ευτυχία ήταν υπερβολική για να την σηκώσω.

«Ναι Έντουαρντ, είναι παραπάνω ακόμα και από όσα ήθελα ποτέ.» Τον αγκάλιασα σφιχτά και τον φίλησα με πάθος. Τα χείλη μου ενώθηκαν με τα δικά του σαν ήταν κατασκευασμένα ειδικά για αυτόν τον λόγο. Και τότε μια πολύ παιχνιδιάρικη ιδέα μου ήρθε στο μυαλό.

«Έχω όμως και εγώ έναν όρο.»

«Ότι θέλεις.»

Άρχισα να ξεκουμπώνω το πουκάμισο του και να τον φιλάω αχόρταγα. Με τα χείλη μου κάλυψα κάθε σπιθαμή του λαιμού του. Τα χέρια μου είχαν ξεκουμπώσει όλο το πουκάμισο του. Και τότε σταμάτησε.

«Όχι απόψε Μπέλλα. Το δέχομαι αλλά μετά τον γάμο.» Χαμογέλασα και τον φίλησα ξανά στα χείλη. «Τώρα μένει μόνο ένα πράγμα να κάνουμε.» Χαμογέλασε πονηρά. «Να το πούμε στον Τσάρλι.» Χαμογέλασα και εγώ.

Ότι ήθελα το είχα. Η ευτυχία ήταν το μόνο που χαρακτήριζε κάθε λεπτό που θα περνούσα από εδώ και μπρος. Και θα την είχα για πάντα. Θα τον είχα για πάντα. Πήρα το δαχτυλίδι και το φόρεσα στο χέρι μου. Θα παντρευόμασταν και μετά θα με μεταμόρφωνε. Θα ήταν για πάντα δικός μου.

                                                    The End

Τρίτη 17 Αυγούστου 2010

Palazzo Dei Priori




                                                     14o Κεφάλαιο
                                                    Βάλς Στο Χιόνι



Bellas POV

Άνοιξα τα μάτια μου και το μόνο που μπορούσα να δω από την στάση μου ήταν λευκό. Παράδεισος. Ο πόνος στην πλάτη μου εξακολουθούσε να υπάρχει και στο χέρι μου πλέον εμφανιζόταν ένας ολόκληρος κύκλος. Ένας πολύς οξύς πόνος προερχόταν από εκείνο το σημείο. Είναι λογικό ακόμα και στην μετά θάνατον ζωή να πονάω; Και τότε κατάλαβα. Δεν είχα πεθάνει. Ήμουν ζωντανή μα πως; Ο Τζέικομπ είχε χτυπήσει και η Βικτώρια με σκότωσε.

Το χιόνι συνέχιζε να πέφτει πυκνό πάνω μου. Ανασηκώθηκα. Ήμουν πάνω σε δυο κουβέρτες στο χιόνι. Φορούσα καινούργια καθαρά ζεστά ρούχα που δεν ήταν ήταν βουτηγμένα στο αίμα. Κοίταξα τριγύρω στο ξέφωτο. Ο Τζέικομπ δεν ήταν πουθενά και μια μεγάλη φωτιά έκαιγε στο κέντρο. Κάτι σαν δυο σώματα καιγόταν στην φωτιά μαζί με ξύλα. Προφανώς η Βικτώρια και ο Ράιλι. Άρα η Βικτώρια ήταν νεκρή. Μα πώς;

Και τότε είδα σε ένα βράχο να κάθεται μια μορφή που δεν περίμενα να ξαναδώ στον κόσμο και να μου χαμογελάει. Η αναπνοή μου σταμάτησε, είδα τα μάτια του. Ήταν πολύ σκούρα από την δίψα. Τα μαλλιά του ήταν πανέμορφα όπως τα θυμόμουν η μάλλον ακόμα καλύτερα. Το σώμα του ήταν γυμνασμένο και απλά υπέροχο. Τα ρούχα του ήταν καθαρά. Σίγουρα οι αναμνήσεις μου τον είχαν αδικήσει. Ήταν ακόμα καλύτερος. Η μορφή που στεκόταν μπροστά μου ήταν ο Έντουαρντ. Τελικά ήμουν σίγουρα νεκρή.

«Εντουάρντ; Είμαστε στον παράδεισο;»

«Όχι Μπέλλα είμαστε ακόμα στην γη.»

Σηκώθηκε και έτρεξε και με αγκάλιασε. Η φωνή του ήταν το καλύτερο πράγμα που είχα ακούσει εδώ και μήνες. Η αγκαλιά του αν και παγωμένη ήταν το μέρος που ήθελα πιο πολύ στον κόσμο να ήμουν. Μύρισα το μεθυστικό άρωμα του. Ήμασταν σίγουρα στον παράδεισο. Άρχισα να τον σφίγγω, σαν να πιστεύω ότι θα τον χάσω πάλι. Αλλά όχι τώρα θα είμαστε για πάντα μαζί.

«Μπέλλα άκουσε με-» Με έπιασε απαλά από τα μάγουλα.« Δεν πέθανα ποτέ. Οι Βολτούρι μας παγίδευσαν. Θα σου τα εξηγήσω όλα.

«Τί;» Δεν ήταν αλήθεια. Τον είχα δει να καίγεται είχε πεθάνει.

«Μπέλλα σε παρακαλώ συγχώρεσε με που έφυγα έτσι. Συγγνώμη ήταν ότι πιο δύσκολο και χαζό έχω κάνει όσο ζω και ως βρικόλακας και ως άνθρωπος. Σε παρακαλώ.»

Με άφησε και απομακρύνθηκε. Αμέσως έτρεξα και ξανά χώθηκα στην αγκαλιά του.

«Εντουάρντ σε έχω ήδη συγχωρέσει. Από το πρώτο δευτερόλεπτο που έφυγες από κοντά μου. Πως γίνετε και είσαι ζωντανός. Νόμιζα ότι ήσουν νεκρός. Μην το ξανακάνεις ποτέ αυτό. Μην φύγεις από κοντά μου ούτε λεπτό ξανά.»

«Ποτέ Μπέλλα. Θα σου τα εξηγήσω όλα. Συγγνώμη πίστευα ότι αυτοκτόνησες επειδή σε άφησα. Δεν θα συγχωρέσω ποτέ τον εαυτό μου.»

Δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στα μάτια μου και για πρώτη φορά μετά από παρά πολύ καιρό ήταν δάκρυα χαράς. Το πιο ωραίο συναίσθημα στον κόσμο. Άρχισα να τον σφίγγω και χώθηκα εντελώς μες στην αγκαλιά του. Δεν ήθελα να τον αφήσω. Φοβόμουν ότι όπως φυσάς την άνοιξη τους λευκούς κλέφτες και τους παρασέρνει ο άνεμος έτσι και εγώ αν άφηνα τον Έντουαρντ θα παρασυρόταν από τον άνεμο. Θα έσβηνε.

«Τι έγινε;»

«Μην φοβάσαι είναι όλοι καλά. Κερδίσαμε την μάχη. Σκοτώσαμε και τον τελευταίο νεογέννητο. Ο Τζέικομπ είναι και αυτός καλά. Ο Καρλάιλ τον πήγε στο ιατρείο. Εσένα φοβόταν να σε μετακινήσει. Καλύτερα να σηκωνόσουν μόνη σου. Είσαι καλά πονάς κάπου;»

«Πονάω αρκετά στην πλάτη και στο χέρι μου. Αλλά νομίζω μπορώ να σηκωθώ. Είμαι καλά. Τι έγινε όμως πως με έσωσες;»

«Οι Βολτούρι, θα σου εξηγήσω πως, με κρατούσαν στην Βολτέρα χωρίς να ξέρω ότι είσαι ζωντανή μόλις το έμαθα απελευθερώθηκα και ήρθα αμέσως εδώ. Όταν έφτασα είδα εσένα να βρίσκεσαι στο χιόνι και η Βικτώρια σου ρουφούσε το αίμα.» Έκλεισε για ένα δευτερόλεπτο τα μάτια του σαν να μην άντεξε την ανάμνηση. «Αμέσως την σκότωσα και ρούφηξα όλο το δηλητήριο. Ακριβώς όπως έκανα με τον Τζέιμς. Ο Καρλάιλ ήρθε αμέσως και προσπάθησε να γιατρέψει ότι μπορούσε σου έδωσε ακόμα και μορφίνη. Έχασες αρκετό αίμα. Αλλά δεν μπορούσε να σε μετακινήσει καθώς ήσουν αναίσθητη. Φοβόταν ότι το πρόβλημα θα μεγάλωνε. Θα σε κουβαλήσω εγώ τώρα που συνήλθες σπίτι να γιατρέψει ο Καρλάιλ ότι μπορεί.

«Έντουαρντ δεν θέλω να πάω ακόμα σπίτι. Θέλω να κάνω ακόμα ένα πράγμα.»

Τον κοίταξα στα μάτια και αμέσως το έπιασα σφιχτά από τον λαιμό και τον φίλησα. Τα χείλη μου ακούμπησαν τα δικά του και άρχισαν να κινούνται μαζί σε ένα ατέλειωτο φιλί γεμάτο πάθος. Ήταν σαν να τον φιλούσα για πρώτη φορά ξανά. Ότι αποζητούσα πιο πολύ από όλα το είχα. Η μεθυστική μυρωδιά του κατέκλυσε ολόκληρο το σώμα μου.

Σφίχτηκα πιο πολύ πάνω του και συνέχισα να τον φιλάω αχόρταγα. Δεν σταματούσε, ανταπέδιδε κάθε κίνηση των χειλιών μου. Σταμάτησα και τον κοίταξα στα μάτια. Ακούμπησα ξανά τα χείλη μου στα δικά του και τον φίλησα απαλά για μια ακόμη φορά. Τα δόντια μου δάγκωσαν το κάτω χείλος του. Η γλώσσα μου χάιδεψε τα δυο του χείλη τρυφερά και για μια τελευταία φορά τα χείλη μας ενώθηκαν με πάθος. Σταμάτησα και τον κοίταξα.

«Σε αγαπώ όσο τίποτα άλλο. Τα μάτια του με κοιτούσαν με αγάπη. Ότι ήθελα το είχα.»

«Εντουάρντ. Μου χαρίζεις ένα χορό;»

«Μπέλλα τώρα στο χιόνι; Μα είσαι χτυπημένη και σιχαίνεσαι τον χορό.»

«Όχι μαζί σου.»

Αμέσως με πήρε αγκαλιά και με έβαλε να πατήσω στην πάνω μεριά των πελμάτων του. Τα χέρια του τυλίχτηκαν απαλά γύρω μου και εγώ τον έπιασα από την μέση. Δεν με ένοιαζε να χορέψω απλά ήθελα να μείνω στην αγκαλιά του όσο το δυνατόν περισσότερο. Να απολαύσω την κάθε στιγμή. Αρχίσαμε να στροβιλιζόμαστε χορεύοντας βαλς στο χιόνι. Νιφάδες χιονιού στροβιλίζονταν γύρω μας σαν να χόρευαν μαζί μας. Κάποιες καθόταν στα μαλλιά μου και στα ρούχα μου σαν να υφαίνουν ένα πέπλο στα μαλλιά μου και ένα υπέροχο φόρεμα γύρω μου. Τον έσφιξα πάνω μου και απλά ευχόμουν να μην φύγω ποτέ από εκεί. Δάκρυα χαράς έτρεχαν στα μάτια μου. Τον φίλησα πάλι απαλά στα χείλη. Σταμάτησε τον χορό και με πήρε αγκαλιά.

«Συγγνώμη κυρία μου. Πρέπει να φύγουμε. Ο Καρλαίλ θα μου βάλει τις φωνές. Πρέπει να σιγουρευτούμε ότι είσαι καλά.» Με πήρε αγκαλιά και άρχισε να τρέχει.



***

Όταν φτάσαμε έξω από το σπίτι κατευθυνθήκαμε προς την πόρτα και την χτύπησε. Αμέσως η πόρτα άνοιξε και ήρθε η Έσμε. Ο Έντουαρντ με άφησε κάτω και ο Καρλάιλ με πήρε αγκαλιά. Τα πρόσωπα και των δυο έλαμπαν από ευτυχία. Πώς όχι άλλωστε. Είχαν ξανά τον Έντουαρντ. Με μια φευγαλέα ματιά στο σαλόνι είδα την Ρόζαλι να τρέχει να τον αγκαλιάσει.

«Ο Τζέικομπ;» ρώτησα την Έσμε.

«Ξεκουράζεται στο σπίτι του Μπίλι. Αύριο μπορείς να τον επισκεφτείς.

Έτρεμα για την ώρα γιατί πια είχα κάνει την απόφαση μου. Ήξερα ακριβώς με ποιον ήθελα να είμαι. Ο Τζέικομπ ήταν απλός φίλος μου. Δεν ήξερα αν μπορούσα πραγματικά να τον δω διαφορετικά. Μπήκαμε μέσα σε ένα δωμάτιο που υπήρχε ένα φορείο και διάφορα ιατρικά εργαλεία. Η Έσμε με ξάπλωσε απαλά. Μου έδωσε να πιο ένα πικρό πράσινο ζουμί. Με το ζόρι κατέβασα και την τελευταία γουλιά και αμέσως ο Καρλάιλ μου έκανε μια ένεση μορφίνης.

Άρχισε να εξετάζει τα τραύματα στα χέρια και τα πόδια μου δίνοντας λίγο περισσότερη σημασία στο δάγκωμα της Βικτώριας. Μου έμπηξε έναν ορό στο χέρι και μια βελόνα που μου παρείχε αίμα. Η Έσμε μου έβαλε ένα θερμόμετρο στο στόμα. Ο Καρλάιλ με πολύ λεπτές κινήσεις με γύρισε μπρούμυτα για να εξετάσει την πλάτη μου. Όταν με ακούμπησε ένας οξύς πόνος διέτρεξε όλο μου το κορμί. Μετά από λίγο με γύρισε ξανά ανάσκελα.

«Θα γίνεις καλά.» είπε ο Καρλάιλ κοιτώντας το θερμόμετρο. «Η πλάτη σου απλώς τραντάχτηκε για αυτό μπορούσες να περπατήσεις. Πρέπει να κοιμηθείς μερικές ώρες.

«Μα θέλω να μάθω πως ο Έντουαρντ-»

«Θα τα πει όλα μόλις ξυπνήσεις. Είμαι σίγουρη ότι δεν θα βγάλει λέξη μέχρι να ξυπνήσεις,» είπε η Έσμε.

Εκείνη την στιγμή ο Έντουαρντ μπήκε στο δωμάτιο και ο Καρλάιλ άρχισε να του ψιθυρίζει. Ήρθε δίπλα μου και κάθισε σε μια καρέκλα. Με φίλησε απαλά στο μέτωπο και μου έπιασε το χέρι.

«Θα γίνεις καλά.»

«Τώρα που είσαι εσύ εδώ σίγουρα.»

Ακόμα αδυνατούσα να πιστέψω ότι ήταν ξανά εδώ και ότι με αγαπούσε. Η Άλις μου το είχε πει βέβαια αλλά ακόμα κρατούσα τους ενδοιασμούς μου. Ο Καρλάιλ μου έδωσε κάτι να πιω και αμέσως ένιωσα τα βλέφαρα μου να βαραίνουν. Το τελευταίο που είδα ήταν την Έσμε και τον Καρλάιλ να βγαίνουν από το δωμάτιο...



***

Όταν ξύπνησα έξω είχε βραδιάσει. Ο Έντουαρντ ήταν ακόμα δίπλα μου. Ήταν αληθινός. Μου κράταγε το χέρι. Ο Καρλάιλ έμπαινε εκείνη την στιγμή στο δωμάτιο κρατώντας ένα ποτήρι πορτοκαλάδα. Μου το έδωσε και το ήπια μέχρι κάτω. Εντωμεταξύ μου αφαίρεσε του ορούς και μου έκανε μια ένεση. Βγήκε από το δωμάτιο και την ίδια στιγμή μπήκε η Άλις κρατώντας μια αλλαξιά καινούργια ρούχα. Χαμογέλασε σε εμένα και τον Έντουαρντ.

«Έντουαρντ πρέπει να βγεις έξω τώρα.»

Με κοίταξε και του έγνεψα καταφατικά. Κοίταξε την Άλις δήθεν με μίσος και βγήκε από το δωμάτιο. Η Άλις χαμογέλασε και με βοήθησε να σηκωθώ.

«Άλις μια χαρά είναι αυτά τα ρούχα που φοράω ήδη.»

«Μπέλλα δεν σημαίνει ότι επειδή είσαι χτυπημένη πρέπει να είσαι και άσχημη.»

Με έγδυσε και μου φόρεσε ένα λευκό φούτερ μια μαύρη φόρμα και αθλητικά παπούτσια nike. Μου έπιασε τα μαλλιά σε κοτσίδα και με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω.

«Ήθελα να σου βάλω κάτι πιο καλό αλλά ο Έντουαρντ είπε πως μια φόρμα θα σου άρεσε καλύτερα.»

Μια φόρμα; σκέφτηκα κοιτώντας τα ρούχα μου. Το φούτερ είχε ένα πολύπλοκο σχέδιο με παγέτα η φόρμα ήταν στολισμένη με στράς και τα παπούτσια ήταν αυτά που είχα δει όταν είχαμε πάει για ψώνια με την Άλις και μου άρεσαν αλλά ήταν πανάκριβα. Με ένα ψαλίδι έκοψε μια ταμπέλα που κρεμόταν από το φούτερ και είδα φευγαλέα την τιμ. Τριακόσια δολάρια. Υπέροχα, σκέφτηκα αλλά σηκώθηκα και απλώς είπα.

«Ευχαριστώ που με σκέφτηκες Άλις.» Με έπιασε από το χέρι και με βοήθησε να κατέβω στο σαλόνι αν και δεν πονούσα πουθενά και μπορούσα μια χαρά και μόνη μου. Στο σαλόνι κάθονταν όλοι οι Κάλλεν. Η Ρόζαλι ήταν όρθια και μιλούσε γεμάτη ευτυχία για μένα και για διάφορα περιστατικά που έγιναν όσο ο Έντουαρντ έλειπε. Η Έσμε καθόταν σε μια πολυθρόνα στην αγκαλιά του Καρλάιλ και ο Τζάσπερ μόλις μας είδε πήρε την Άλις και κάθισαν μαζί στον καναπέ.

Ο Έντουαρντ καθόταν σε μια μαξιλάρα στο τζάκι δίπλα στην πολυθρόνα του Έμετ. Μόλις μπήκα στο δωμάτιο έτρεξε και με αγκάλιασε. Κάθισα στην πολυθρόνα που είχαν αφήσει ελεύθερη για μένα δίπλα σε αυτή της Τάνιας και τον καναπέ που κάθονταν ο Ελέαζαρ η Κάρμεν η Κέιτ και η Αϊρίνα. Μια φωτιά στο τζάκι ζέσταινε το δωμάτιο. Ο Έντουαρντ κάθισε ξανά στην μαξιλάρα δίπλα στο τζάκι.

«Λοιπόν.» είπε ο Καρλάιλ.«Θα μας εξηγήσεις το σχέδιο του Άρο;»

«Λοιπόν ναι, μπορώ πια να καταλάβω όλο του το σχέδιο και να σας το εξηγήσω. Όλα άρχισαν όταν μέσα από μια παρεξήγηση νομίζαμε πως η Μπέλλα ήταν νεκρή. Η Ρόζαλι με πήρε τηλέφωνο και μου το είπε,δεν φταις εσύ Ρόζαλι-» την διέκοψε γιατί ήταν έτοιμη να μιλήσει.

«Λοιπόν αμέσως σκέφτηκα τους Βολτούρι. Χωρίς εσένα Μπέλλα δεν μπορούσα να είμαι σε αυτό τον κόσμο. Αφού τους επισκέφτηκα και έμεινα για δυο νύχτες στην Βολτέρα ξαναπήγα να δω τι αποφάσισαν. Ο Άρο είχε αποφασίσει να με σκοτώσει. Όταν ξαφνικά η Χάιντι ήρθε με μια νέα φουρνιά ανθρώπων. Ανάμεσα τους ήταν και ένας λυκάνθρωπος. Και τότε του ήρθε ένα ιδιοφυές σχέδιο να βάλει και άλλους στην φρουρά.

Αποφάσισε λοιπόν αμέσως ξέροντας ότι η Άλις δεν μπορεί να δει τίποτα με τους λυκάνθρωπους να το εκτελέσει. Έβαλε τον Άλεκ να με κάνει να χάσω τις αισθήσεις μου, αυτό είναι το χάρισμα του, και με παγίδευσε. Με ανάγκασε να είμαι στην φρουρά και να τρώω ανθρώπους. Ακόμα πήγε και βρήκε και άλλους λυκάνθρωπους για να είναι ασφαλής. Για αυτό πήγε η Τζέιν στην Αυστραλία Άλις, για να μαζέψει και άλλους λυκάνθρωπους.»

«Και μετά όταν η Μπέλλα και η Άλις ήρθαν εκεί; ρώτησε ο Καρλάιλ.»

«A ναι αυτό εγώ τότε δεν το ήξερα ότι είχατε έρθει πίστευα ότι η Μπέλλα ήταν νεκρή. Για αυτό αποφάσισα να μην κάνω τίποτα. Για να τιμωρήσω τον εαυτό μου. Εγώ φταίω. Τέλος πάντων όταν ήρθατε έτρεξε και πήρε έναν άνθρωπο έναν τυχαίο τουρίστα. Τον έκαψε και σας είπε ότι ήμουν εγώ. Τότε λοιπόν σκέφτηκε να παγιδέψει την Άλις και την Μπέλλα και αυτές στην φρουρά. Παραλίγο να σας πιάσει αλλά το σκάσατε. Τότε αποφάσισε να καλέσει τον Ελέαζαρ και να τον στείλει να δει τι χάρισμα θα είχες Μπέλλα αν γινόσουν βρικόλακας. Του είπε όμως να μην σας ξαναμιλήσει ποτέ αν δεχόταν. Γιατί, θα καταλάβετε παρακάτω. Ο Ελέαζαρ όμως αρνήθηκε χαλώντας λίγο το σχέδιο του Άρο αλλά δεν το έβαλε κάτω και στόχος του ήταν τελικά να προκαλέσει πόλεμο εναντίον σας να σκοτώσει όλους του Κάλλεν, εκτός από την Μπέλλα και την Άλις. Θα σε μεταμόρφωνε Μπέλλα και θα είχε στην φρουρά του δυο πολύ ξεχωριστά ταλέντα. Τρία βασικά μαζί με μένα. Για αυτό ο Ελέαζαρ σας είπε να μην μας ξαναμιλήσετε για να μην καταλάβετε ότι ετοιμάζει μάχη. Όταν θα το μαθαίνατε θα ήταν αργά.»

«Μα με αυτό τον τρόπο κινδύνευε ολόκληρη η κυριαρχία τους.» είπε η Εσμε.

«Έχουν ξανακάνει παρόμοια πράγματα στο παρελθόν και πάντα την βγάζουν καθαρή.» είπε ο Καρλάιλ.

«Τώρα όμως κινδυνεύουμε;» ρώτησα ανήσυχη.

«Όχι Μπέλλα αν κάνουν κίνηση τώρα που έμαθαν και άλλοι το σχέδιο του Άρο απειλούνται. Ίσα ίσα που τους έχουμε και στο χέρι.»

Έβγαλα έναν αναστεναγμό ανακούφισης.

«Οπότε τώρα είμαστε απόλυτα ασφαλής; Η Βικτώρια σκοτώθηκε οι Βολτούρι δεν μπορούν να μας πειράξουν.»

«Ακριβώς Μπέλλα.» είπε ο Έντουαρντ και σηκώθηκε. Με πλησίασε και με φίλησε απαλά στα χείλη.

«Ήρθε η ώρα για ύπνο Μπέλλα.» τσίριξε η Άλις. Δεν θέλω αύριο να είσαι με μαύρους κύκλους για-» αμέσως σταμάτησε να μιλάει καταλαβαίνοντας την γκάφα που έκανε.

«Για τι Άλις; Γιατί δεν θέλεις να είμαι με μαύρους κύκλους;»

«Άλις ορίστε κατέστρεψες την έκπληξη.» είπε ο Έντουαρντ και κοίταξε την Άλις δήθεν θυμωμένος.

«Συγγνώμη.» είπε η Άλις και κοίταξε το πάτωμα παριστάνοντας την μετανιωμένη.

«Λοιπόν πια έκπληξη;» επέμεινα εγώ γεμάτη ανυπομονησία.

«Αν σου πούμε δεν θα είναι έκπληξη.» είπε ο Έντουαρντ και με πήρε αγκαλιά.

Καληνύχτισα τους Κάλλεν και την οικογένεια του Ελέαζαρ και πήγαμε πάνω.

«Έντουαρντ.» είπα και ξεροκατάπια.«Μένει ακόμα ένα πράγμα να κάνω αύριο πριν την έκπληξη.»

«Λοιπόν;»

«Να πρέπει να επισκεφτώ τον καταυλισμό.» Με κοίταξε για ένα λεπτό.

«Ωραία αλλά σε παρακαλώ μην μείνεις πολύ. Καταλαβαίνεις η Άλις δεν μπορεί να δει τίποτα όταν είσαι με τους λύκους και είναι και η έκπληξη-»

«Που ακόμα δεν μου είπες τι είναι.» τον κατηγόρησα περιπαιχτικά προσπαθώντας να αλλάξω θέμα. Δεν ήξερα πόσο χρόνο θα χρειαζόμουν για να εξηγήσω στον Τζέικ.

«Μα δεν θα είναι πλέον έκπληξη έτσι.»

Άνοιξε την πόρτα του δωματίου και μπήκαμε μέσα. Αμέσως με έβαλε να ξαπλώσω στο κρεβάτι. Τον κοίταξα και φόρεσα προσεχτικά τις φθαρμένες παλιές πιτζάμες μου. Ντράπηκα λίγο που δεν είχα κάτι καλύτερο να φορέσω. Ήταν η πρώτη νύχτα με τον Έντουαρντ ξανά. Όχι ότι περίμενα να κάνουμε τίποτα πριν μεταμορφωθώ. Και τότε θυμήθηκα δεν είχα πει τίποτα για την μεταμόρφωση.

«Έντουαρντ ξέχασα να σου πω.» κοίταξα για ένα λεπτό τις υπέροχες μπλε ριγέ πιτζάμες που φορούσε. Έδειχναν τέλειες πάνω του και συνέχισα. «Υποσχεθήκαμε στους Βολτούρι ως το τέλος του καλοκαιριού-»

«Ξέρω Μπέλλα. Και εγώ έναν όρο για αυτό αλλά αυτό είναι μέρος της αυριανής έκπληξης. Τώρα πρέπει να κοιμηθείς. Θέλεις αύριο να έχεις μαύρους κύκλους;»

Ξάπλωσα στο κρεβάτι και ήρθε δίπλα μου. Χώθηκα στην αγκαλιά του και κοίταξα τα μάτια του. Ήταν χρυσαφί πλέον που σημαίνει ότι όσο κοιμόμουν είχε πάει για κυνήγι μάλλον. Μέσα τους έβλεπα όλο τον ουρανό και όλα τα άστρα του κόσμου. Έβλεπα τον δικό μου κόσμο. Και σε αυτόν άνηκε και ο Έντουαρντ. Και τώρα τον είχα ξανά κοντά μου.

«Σ' αγαπώ.» ψιθύρισα. Άρχισε να μου τραγουδάει το κομμάτι μου. Το νανούρισμα μου. Νόμιζα ότι δεν θα το άκουγα ποτέ ξανά.

Αποκοιμήθηκα με την μελωδία να με νανουρίζει στην αγκαλιά του. Ήταν ξανά δικός μου.

Πέμπτη 12 Αυγούστου 2010

Palazzo Dei Priori



                                                   13ο Κεφάλαιο
                                           Τελευταίο Λεπτό Στην Γη



Bellas POV
Έστρεψα ενστικτωδώς το κεφάλι μου εκεί από όπου ερχόταν ο θόρυβος και αντίκρισα δυο σιλουέτες να πλησιάζουν. Μια γυναικα και ένας άντρας. Η γυναικα είχε κόκκινο πορφυρό μαλλί.

Ήταν σαν να έρχονταν οι εφιάλτες μου να με συναντήσουν. Βγήκαν μέσα από το σκοτάδι του δασους και το δέρμα τους λαμπύρισε στον ήλιο σαν διαμάντι. Μόλις που μπορούσα να κοιτάξω τον άντρα. Ήταν ξανθός, μυώδης και πολύ ψηλός. Προφανώς στην ηλικία μου όταν μεταμορφώθηκε. Τα ματια του -ένα πιο ζωηρό κόκκινο απ' ότι είχα δει ποτε- δεν μπορούσαν να κρατήσουν τα δικά μου πάνω τους. Αν και ήταν πιο κοντά σε εμάς, πιο άμεσος κίνδυνος, δεν μπορούσα να τον κοιτάζω. Επειδή λίγο πιο πλαγια και λίγο πιο πίσω με κοιτούσε η Βικτώρια. Τα πορφυρά μαλλιά της ήταν πιο λαμπερά από ότι θυμόμουν. Περισσότερο σαν φλόγα. Τα ματια της ήταν μαύρα από την διψα και στα χείλη της διαγραφόταν ένα χαμόγελο.

Ξεχείλιζε από ένταση. Ήταν τόσο κοντά σε αυτό που ήθελε. Απλά τόσο κοντά. Ο θάνατος μου. Την είδα να σαστίζει για ένα λεπτό μόλις είδε ότι ο Έντουαρντ δεν είναι εδώ.

«Ο Έντουαρντ;» η φωνή της ήταν γεμάτη ένταση.

Κοίταξα ενστικτωδώς τα ματια του Τζέικομπ. Ήταν σαν να μου λέει μην ανησυχείς. Κάτι τέτοιο βέβαια ήταν αδύνατον. Χωρίς τον Έντουαρντ ένιωθα τόσο ευάλωτη. Τα ματια μου βούρκωσαν αλλα αμέσως τα σκούπισα ήθελα να φανώ δυνατή.

«Είναι νεκρός.» είπα όσο πιο άτονα και ανέκφραστα μπορούσα. Είδα την απογοήτευση στο βλέμμα της. Ήθελε να με δει ο Έντουαρντ να πεθαίνω. Να σφαδάζω στον πόνο και να μην μπορεί να κάνει τίποτα. Αλλα αμέσως η ένταση επανήλθε. Ήξερε ότι είχα περάσει ότι και εκείνη όταν ο Έντουαρντ σκότωσε τον Τζέιμς. Για μια στιγμή μια ελπίδα γεννήθηκε μέσα μου. Μπορεί αυτό να ήταν αρκετό. Ήθελε να δει κάποιον από τους δυο μας να υποφέρει για τον θάνατο του αλλου.

Εγώ υπέφερα αρκετά. Αλλα αμέσως η απογοήτευση κατέλαβε την θέση της ελπίδας και ένιωσα το στομάχι μου να κατεβαίνει ως τις φτέρνες μου. Θα σκοτώσει και εμένα.

«Σε λίγο θα τον συναντήσεις.» είπε και κοίταξε τον άντρα δίπλα της με νόημα.

Ήταν σαν να περίμενε την εντολή της.

«Ράιλι-»είπε.

Αμέσως ο Ράιλι έκανε μερικά βήματα προς τα δεξιά σαν να ζυγοστάθμιζε την απόσταση. Και τότε άκουσα έναν βρυχηθμό. Δεν ερχόταν ούτε από την Βικτώρια ούτε από τον Ράιλι. Ο Τζέικομπ είχε μεταμορφωθεί με ένα σάλτο στον αέρα. Την ίδια στιγμή με τον βρυχηθμό ο Ράιλι πήδηξε μπροστά και κλότσησε τον Τζέικομπ στο στήθος. Ο Τζέικομπ παραπάτησε λίγο και αμέσως τινάχτηκε μπροστά πετώντας τον Ράιλι με μια εντυπωσιακή κωλοτούμπα στον αέρα δέκα μετρα μακριά στο χιόνι.

Παντού πετάχτηκε χιόνι και νερά. Η Βικτώρια κοίταξε τον Ράιλι ανήσυχη. Ήξερα όμως, με κάποιον τρόπο, ότι υποκρινόταν. Το είδα για ένα δευτερόλεπτο στο βλέμμα της. Ο Ράιλι σηκώθηκε και την φίλησε πεταχτά στα χείλη. Η Βικτώρια αμέσως πήρε φορα και ανέβηκε μερικά μέτρα πάνω σε ένα χιονισμένο δέντρο που ήταν κοντά. Χιόνι που είχε κάτσει πάνω στα φύλλα και στα κλαδιά έπεσε στο έδαφος και σκορπίστηκε παντού. Αμέσως πήδηξε από το κλαδί στο οποιο βρισκόταν ακριβώς καταπάνω μου.

Από αντανακλαστικά έπεσα κάτω. Ο Τζέικομπ τινάχτηκε μπροστά και με ένα σάλτο την κλότσησε στα πλευρά πετώντας την στο πλάι. Την ίδια στιγμή που χιόνι σκορπιζόταν στον αέρα από την πτώση της και έκρυβε την όραση μου, ο Ράιλι πετάχτηκε μπροστά πετώντας με τα χέρια του τον Τζέικομπ είκοσι μετρα πιο πίσω. Ο Τζέικομπ έπεσε με την πλάτη σε ένα δέντρο πετώντας κλαδιά και χιόνι στον αέρα. Και τότε κατάλαβα.

Ήμασταν χαμένοι. Ήταν ουσιαστικά δυο εναντίον ενός. Θα χτυπούσαν ταυτόχρονα. Αμέσως ο Τζέικ σηκώθηκε και πήδηξε από πάνω μου ακριβώς την στιγμή που η Βικτώρια ήταν έτοιμη να επιτεθεί. Πέρασε πάνω από το κεφάλι μου και προσγειώθηκε μισό μέτρο μακριά μου κλείνοντας τον δρόμο στην Βικτώρια. Η Βικτώρια γρύλισε και τον έπιασε από τα πλευρά. Ο Τζέικομπ έβγαλε έναν λυγμό και έπεσε κάτω σφαδάζοντας. Αίμα έπεσε πάνω στο λευκό χιόνι και κύλησε ως τα πόδια μου.

Ο Ράιλι εντωμεταξύ πήδηξε καταπάνω μου, ο Τζέικομπ όμως αμέσως σηκώθηκε κουτσαίνοντας και βγάζοντας λυγμούς πόνου τον χτύπησε στο χέρι. Είδα το χέρι του να φεύγει από τον κορμό του και να πέφτει στο έδαφος. Ήταν σαν να έκοβες το χέρι από μια πορσελάνινη κούκλα. Έβγαλε μια κραυγή. Αναγούλα μου ήρθε και κοίταξα τον Τζέικομπ. Είχε σπάσει ολοφάνερα το ένα του πόδι, αίμα έτρεχε από τα πλευρά του και σίγουρα τα είχε σπάσει.

Κοίταξα για την Βικτώρια. Δεν ήταν πουθενά. Και τότε ένιωσα κάτι να έρχεται καταπάνω μου. Έστρεψα το κεφάλι μου προς τα πάνω και την είδα σε ένα δέντρο να πηδάει πάνω μου. Ο Τζέικομπ με μεγάλη δυσκολία και βγάζοντας κάτι σαν κραυγή πόνου πήδηξε και την τελευταία στιγμή καθώς ήταν μόνο λίγα μέτρα πάνω από το κεφάλι μου την χτύπησε δυνατά στα πλευρά και την πέταξε δίπλα στον Ράιλι που εντωμεταξύ έγλειφε το χέρι του και το ξανά κώλυσε. Καυτά δάκρυα κύλησαν στα μάτια μου. Χωρίς τον Έντουαρντ ήμουν χαμένη. Σίγουρα από εκεί που είναι δεν θα του άρεσε να με βλέπει να πεθαίνω. Ο Τζέικομπ σφάδαζε στο χιόνι και εγώ ανυπεράσπιστη έκλαιγα με λυγμούς.

Η Βικτώρια με τον Ραιλι ήταν ξανά άθικτοι όρθιοι και σε στάση ετοιμότητας. Με κοίταζαν.

«Λοιπόν Μπέλλα.» είπε η Βικτώρια με οργή στην φωνή της.

Την κοίταξα στα μάτια και αμέσως σκούπισα τα δάκρυα μου. Ήμουν δυνατή. Ή τουλάχιστον αυτό ήθελα να δει η Βικτωρία. Ο Τζέικομπ είχε σηκωθεί ξανά δίπλα μου και με ένα σάλτο πετάχτηκε πάνω στον Ράιλι. Η Βικτώρια πήδηξε λίγο πιο κει και ο Τζέικομπ με τα νύχια του ξεκόλλησε τα χέρια του Ράιλι. Μια διαπεραστική κραυγή αντήχησε σε όλο το δάσος. Αμέσως τα νύχια του μπήχτηκαν στην κοιλιά του Ράιλι. Έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου. Όταν τα άνοιξα ξανά ο Ράιλι σφάδαζε σχεδόν ακρωτηριασμένος στο έδαφος.

«Βικτωρία σε παρακαλώ.» Την κοίταξε στα μάτια.

Η Βικτώρια ανταπέδωσε το βλέμμα με απέχθεια και απομακρύνθηκε από δίπλα του. Τον κορόιδευε. Ήταν και αυτός άλλο ένα πιόνι στο παιχνίδι της. Ο Ράιλι εντωμεταξύ σφαδάζοντας κλότσησε τον Τζέικομπ στα σπασμένα πλευρά.

Έπρεπε να κάνω κάτι. Ο Τζέικομπ έπεσε πίσω. Ήταν και οι δυο πολύ χτυπημένοι και αίμα έρεε από τα πλευρά του Τζέικομπ λεκιάζοντας το χιόνι. Κάνοντας το ματωμένο. Η Βικτώρια ήταν άθικτη. Δεν είχε ούτε γρατζουνιά. Και τότε ο Τζέικομπ με όση δύναμη του είχε απομείνει ξέσκισε τον Ράιλι με τα δόντια και τα νύχια του αποτελειώνοντας τον. Στο βλέμμα της Βικτώριας δεν υπήρχε ούτε ίχνος στεναχώριας η πόνου. Απέστρεψα το βλέμμα μου από τα απομεινάρια του Ράιλι. Ο Τζέικομπ κουτσαίνοντας και βγάζοντας λυγμούς ήρθε δίπλα μου σε αμυντική στάση.

Η Βικτώρια γέλασε. Η αιμορραγία στα πλευρά του Τζέικομπ δεν σταματούσε. Το τρίχωμα του είχε μουσκέψει στο αίμα. Ήξερε πως σε λίγο θα ήμουν νεκρή. Ήταν αδύνατον για τον Τζέικομπ να με προστατέψει.

Θα ξαναέβλεπα τον Έντουαρντ στον άλλο κόσμο; Ο Τζεικομπ έβγαλε μια κραυγή και έπεσε αναίσθητος στο χιόνι. Η Βικτώρια είχε πέσει πάνω στα πλευρά του. Το αίμα του έρεε ασταμάτητα και με φόντο το λευκό χιόνι ήταν αδύνατον να μην το κοιτάς. Η Βικτώρια στάθηκε απέναντι μου. Ήταν αργά. Καυτά τα δάκρυα μου κύλησαν στα κατακόκκινα από το κρύο μάγουλα μου.

Όπως ο Καχίρη θυσιάστηκε για την πραγματική του αγάπη το ίδιο έπρεπε να κάνω και εγώ. Σε λίγο όταν θα πέθαινα θα πήγαινα σε ένα κόσμο όπου θα ξαναέβλεπα τον Έντουαρντ. Όλα θα ήταν όμορφα. Λουλούδια θα άνθιζαν κάτω από τα πόδια μας καθώς θα τον φιλούσα.

«Έντουαρντ.» ψιθύρισα. «Σ' αγαπώ όσο τίποτα άλλο.»

Αποφασιστικά έκανα ένα βήμα μπροστά. Η Βικτώρια με πλησίασε. Αμέσως σκούπισα τα δάκρυα μου και έσφιξα τα δόντια μου. Θα πήγαινα στον άλλο κόσμο με θάρρος. Όταν θα ξαναέβλεπα τον Έντουαρντ ήθελα να ήμουν δυνατή. Και μετά θα ήμασταν για πάντα μαζί. Θα αντιμετώπιζα τον θάνατο ως κάτι όμορφο. Και πράγματι ήταν. Γιατί έτσι θα ξαναέβλεπα τον Έντουαρντ. Η Βικτώρια με κοίταξε στα μάτια. Απέστρεψα το βλέμμα μου και κοίταξα τον Τζέικομπ που είχε πάρει ξανά την ανθρώπινη μορφή του και κειτόταν γυμνός στο χιόνι. Αίμα έρεε από παντού. Είχε χλομιάσει.

Τα πόδια μου είχαν παγώσει και ήταν βρεγμένα μέσα στα μποτάκια μου από το χιόνι. Το κρύο μου περόνιαζε τα κόκαλα και ένιωσα τα δόντια μου να τρέμουν. Τα έσφιξα και πλησίασα κι άλλο. Δεν θα την έδινα την χαρά να με σκοτώσει και να νιώσει όμορφα.

«Λοιπόν Βικτώρια, σκότωσε με. Στον άλλο κόσμο θα ξανασυναντήσω τον Έντουαρντ.» έκανα την φωνή μου όσο πιο θαρραλέα μπορούσα. «Αν στον άλλο κόσμο δω τον Τζέιμς θα του πω ότι είσαι εδώ ενώ εγώ θα έχω πάει να βρω τον Έντουαρντ. Λοιπόν σκότωσε με. Τι περιμένεις; Ανυπομονώ να ξαναδώ τα χρυσαφί του μάτια.»

Τα λόγια μου αυτά την εξόργισαν τόσο πολύ που πήδηξε καταπάνω μου και με έριξε με την πλάτη στο χιόνι. Ένας διαπεραστικός πόνος διέτρεξε όλη την σπονδυλική μου στήλη. Το παγωμένο χιόνι μούδιασε όλο μου το σώμα. Έσφιξα τα δόντια μου για να μην ουρλιάξω. Η Βικτώρια με κοίταξε.

Αμέσως κοίταξα τον ουρανό και συνειδητοποίησα για πρώτη φορά ότι χιόνιζε. Οι νιφάδες έπεφταν πάνω στα μαλλιά μου. Τα πορφυρά μαλλιά της Βικτώριας ήταν γεμάτα νιφάδες χιονιού. Με πλησίασε και έπιασε το χέρι μου εκεί ακριβώς που με είχε δαγκώσει ο Τζέιμς. Την κοίταξα στα μάτια και το επόμενο δευτερόλεπτο έμπηξε τα δόντια της πάνω από το μισοφέγγαρο που είχαν κάνει τα δόντια του Τζέιμς σχηματίζοντας έναν κύκλο. Ο διαπεραστικός πόνος διέτρεξε όλο μου το κορμί και μια κραυγή ξέφυγε από το στόμα μου. Ένιωσα να χάνω τις αισθήσεις μου καθώς η Βικτώρια ρουφούσε ηδονικά το αίμα μου και ταυτόχρονα περνώντας από μέσα μου την ζωή.

Έντουαρντ σ' αγαπώ όσο τίποτα άλλο. Σε λίγο θα είμαι κοντά σου. Όλα μαύρισαν και το τελευταίο πράγμα που είδα ήταν τα μάτια του Έντουαρντ που είχαν το χρώμα που έχει και το τοπάζι μόλις το εξορύξεις. Σε λίγο θα είμαι κοντά σου. Μετά όλα μαύρισαν.


Ο θάνατος είναι σκληρός. Εκτός αν μόνο με αυτόν μπορείς να δεις τα πρόσωπα που αγαπάς. Δεν μετανιώνω για την επιλογή μου να πεθάνω. Αν και ξέρω ότι πολλοί ίσως στεναχωρηθούν μόνο με αυτόν τον τρόπο θα πήγαινα στον παράδεισο και θα ξαναέβλεπα τον Έντουαρντ. Ήταν σαν ήδη να ήμουν μαζί του. Σαν να έβλεπα τα όμορφα μάτια του. Τα μαλλιά του. Το όμορφο δέρμα του. Ο θάνατος είναι γλυκός αν με αυτόν τον τρόπο θα ήσουν ευτυχισμένος.

Τρίτη 10 Αυγούστου 2010

Palazzo Dei Priori




                                              12ο Κεφάλαιο
                                              H Επιστροφή


Edwards POV

Σηκώθηκα και την προσπέρασα.

Το δυσκολότερο κομμάτι από την στιγμή που ο Άρο με είχε φυλακίσει εδώ μέσα ήταν όταν ξαφνικά αποφάσιζε να μου μιλήσει. Όταν η Μπέλλα πέθανε είχα έρθει και ζήτησα από τον Άρο να πεθάνω και εγώ. Δεν αντέχω να είμαι σε ένα κόσμο και η Μπέλλα να είναι νεκρή. Να ξέρω πως μόνο το μισό του εαυτού μου πατάει πάνω στην γη.

Ο Άρο προφανώς δεν το καταλαβαίνει αυτό. Έβαλε το Άλεκ να με κάνει να χάσω της αισθήσεις μου και με ανάγκασε να γίνω μέλος της φρουράς του. Όταν ξύπνησα περίμενα ότι θα βρισκόμουν στον παράδεισο μαζί με την Μπέλλα. Ανέκτησα όμως τις αισθήσεις μου μέσα σε ένα δωμάτιο κάτω από ένα κρεβάτι με ουρανό φορώντας τα απαίσια ρούχα που συνήθως φοράνε οι Βολτούρι και το χειρότερο από όλα το χρυσό μενταγιόν με το έμβλημα των Βολτούρι στο λαιμό. Ακόμα πλέον δεν είχα το διακαίωμα να συνεχίσω την χορτοφαγική μου ζωή.

Ο Άρο με αναγκάζει να τρώω ανθρώπους. Εγώ αυτό το σιχαίνομαι περισσότερο από τίποτα άλλο. Γιατί σιχαίνομαι και αυτό που είμαι. Τελικά κατέληξα να τρώω μόνο μια φορά την εβδομάδα όσο δύσκολο και αν είναι. Έτσι τιμωρώ και τον εαυτό μου γιατί εγώ φταίω που η Μπέλλα είναι νεκρή. Όσο και αν προσπαθήσω ξέρω ότι ο Άρο δεν θα με σκοτώσει ποτέ και θα μείνω εδώ παγιδευμένος. Κανένας από την οικογένεια μου δεν ξέρει που πραγματικά είμαι.

Για λόγους που ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω ο Άρο έχει φυλακίσει λυκάνθρωπους για να μην μπορεί η Άλις να δει το μέλλον. Ακούω συνεχώς μέσα από τι σκέψεις όλων στην φρουρά για κάποιο σχέδιο που ακόμα δεν έχει ξεκαθαρίσει στο μυαλό μου. Λείπουν κάποια κομμάτια από το πάζλ. Συνέχισα να περπατάω αργά στον διάδρομο με μόνο φως δαυλούς που υπήρχαν στο τοίχο.

Μες στην απόλυτη ησυχία τα βήματα μου αντηχούσαν στο μαρμάρινο δάπεδο. Προσπέρασα το γραφείο της Τζιάνα. Καθόταν στην πολυθρόνα και διάβαζε. Την χαιρέτησα ευγενικά. Μου έγνεψε χαμογελώντας. Συνέχισα να περπατάω προσπερνώντας την μικρή ξύλινη πόρτα που υπήρχε στο διάδρομο κρυμμένη πίσω από την ταπετσαρία και κατευθύνθηκα προς την κεντρική επιβλητική πόρτα που ήταν στολισμένη με χρυσάφι. Έπιασα με τα χέρια μου τα δυο πόμολα και γύρισα ελαφρώς. Ήταν κλειδωμένη. Δεν ήθελα να μπω από την πλάγια μικρή πορτούλα. Με αυτό τον τρόπο, να μπαίνω εντυπωσιακά όποτε με ζητούσε ο Άρο, έδειχνα την δυσαρέσκεια μου που με είχαν εδώ φυλακισμένο και ότι δεν μπορούν να με κάνουν ότι θελήσουν.

Έστριψα δυνατά τα πόμολα και έσπασα την κλειδαριά. Ένα κομμάτι ξύλου πετάχτηκε με ένα εκκωφαντικό θόρυβο στο πάτωμα. Την άνοιξα διάπλατα και μπήκα μέσα. Το δωμάτιο ήταν άδειο. Μόνο ο Άρο καθόταν στον θρόνο του γερμένος ελαφρά στο πλάι.

«Έντουαρντ.» είπε με γλυκό τόνο και σηκώθηκε, κατέβηκε τα τρία σκαλοπάτια στο βάθρο που υπήρχαν οι θρόνοι και με πλησίασε.

«Λοιπόν;» ο τόνος μου ήταν παγερός. Ο άνθρωπος που με κρατάει εδώ φυλακισμένο και ξέροντας ότι η Μπέλλα είναι νεκρή ουσιαστικά με σκοτώνει. Οπότε γιατί να έχω καλύτερη αντιμετώπιση προς αυτόν; Οι σκέψεις του όπως πάντα όταν είναι μαζί μου ήταν στα ιταλικά . Προσπαθούσε να τις κρύψει. Από τα στοιχειώδη ιταλικά που ξέρω δεν καταλάβαινα σχεδόν τίποτα. Προσπάθησα να πιάσω κάποιες κουβέντες. Ξαφνικά του ξέφυγε το όνομα της Μπέλλας. Προσπάθησα να επικεντρωθώ αλλά έπιασα μόνο την φράση ''Bella e vivo''. Ότι ιταλικά ήξερα μου ήρθαν στην μνήμη το e σίγουρα σήμαινε είναι. Η Μπέλλα είναι.

«Τι είναι η Μπέλλα;» είπα με κοφτό τόνο φανερά νευριασμένος. Προσπάθησε να χαμογελάσει και έκανε τον αδιάφορο.

«Απολαμβάνεις την διαμονή σου εδώ Έντουαρντ;» με ρώτησε.

Ωραία δεν θα μου πει τίποτα. Προσπάθησα να βρω αν η λέξη μοιάζει με κάποια λατινική. Λατινικά ήξερα τέλεια.Vivo. Μοιάζει με την λέξη vivus που έγινε vivos που θα πει ζωή γιατί προήλθε από την αρχαία θεά της ζωής vesta. Άρα καταλήγουμε στο αποτέλεσμα η Μπέλλα είναι και vivo, ζωή.

Πάγωσα. Μετά από όλο αυτό τον συνειρμό επιτέλους κατάλαβα. Το τελευταίο κομμάτι στο πάζλ που απαρτίζει το σχέδιο του Άρο μπήκε στην θέση του. Η Μπέλλα είναι ζωντανή. Τώρα εξηγούνται όλα. Αμέσως ένιωσα την οργή να με κατακλύζει.

«Άρο η Μπέλλα-» άρχισα να φωνάζω τώρα «Είναι ζωντανή;» είδα στο βλέμμα του την ανυσηχία. Τον έσπρωξα απότομα προς τα πίσω και έπεσε πάνω στα σκαλιά του βάθρου σπάζοντας το μάρμαρο σαν να είναι μια ξύλινη βάρκα που συντρίβεται στα βράχια. Σκόνη μαρμάρου τινάχτηκε παντού.

Είχε αγγίξει το χέρι μου άρα ήξερε πως ξέρω. Αν φύγω από εδώ μέσα το σχέδιο του καταστρέφεται. Αν όλοι μάθουν το σχέδιο του, απειλείται η κυριαρχία των Βολτούρι. Δεν θα κατάφερνα να βγω από εδώ όμως. Είμαι ήδη νεκρός. Από μια φρουρά που απαρτίζει πάνω από πενήντα παντοδύναμους βρικόλακες με εξαιρετικά χαρίσματα δεν έχει ξεφύγει κανείς.

Πρέπει να βγω για την Μπέλλα. Νομίζει ότι είμαι νεκρός. Πάνω στην σύγχυση του άφησε όλες τους τις σκέψεις να αποκαλυφθούν. Όλα πλέον είχαν ξεκαθαρίσει. Έχει κοροϊδέψει τους πάντες. Πίστευα πως η Μπέλλα είναι νεκρή άρα το ίδιο πιστεύει και για μένα η Μπέλλα . Πρέπει να πάω να τους εξηγήσω. Να ξαναδώ τα καστανά μαλλιά της. Να μυρίσω την μυρωδιά της. Να φιλήσω απαλά τα χείλη της.

Ο Άρο σηκώθηκε αμέσως και φώναξε ένα όνομα που φοβόμουν πιο πολύ από όλα.

«Φέλιξ!» αμέσως έπεσα πάνω του. Τον έπιασα από τα πόδια, τον πέταξα στον αέρα και έπεσε πάνω στον τοίχο δημιουργώντας μια τεράστια ρωγμή. Τι κάνω; σκέφτηκα. Επιτίθεμαι στον πιο παντοδύναμο βρικόλακα στον κόσμο;

Άρχισα να τρέχω προς την πόρτα αλλά έπιασε τον μανδύα μου και με έριξε κάτω. Ένιωσα το πάτωμα να ραγίζει από κάτω μου. Σηκώθηκα όρθιος και άρχισα να τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορούσα προς την πόρτα. Πήδηξα πάνω της και έπεσε κάτω με ένα θόρυβο τόσο δυνατό που θα έφτανε ως έξω. Θραύσματα ξύλου υπήρχαν παντού στον αέρα. Δεν έκανε καμία κίνηση να με πιάσει. Ήξερε πως ήμουν νεκρός.

Δεν θα κατάφερνα να βγω από εδώ μέσα. Είδα με την άκρη το ματιού μου τον Φέλιξ τα τρέχει προς το μέρος μου. Προσπέρασα τρέχοντας με ταχύτητα που ξεπέρναγε αυτή του ήχου το γραφείο της Τζιάνα. Χαρτιά σκορπίστηκαν παντού στον αέρα. Ο Άλεκ άρχισε να τρέχει και αυτός από πίσω μου. Άρχισε να φωνάζει διάφορα ονόματα από μέλη της φρουράς. Ένας αρκετά μεγαλόσωμος βρικόλακας που δεν ήξερα έπεσε πάνω μου. Με παγίδεψε ανάμεσα στα μπράτσα του. Προσπάθησα να τιναχτώ για να ξεφύγω αλλά δεν κατάφερα τίποτα. Με το ελεύθερο χέρι μου άρπαξα τον καρπό του και του ξερίζωσα την παλάμη.

Του ξέφυγε μια κραυγή και χαλάρωσε την λαβή του. Έπιασε την παλάμη του και άρχισε να την γλύφει για να την ξανακολλήσει. Ήταν όμως πλέον αργά. Ήδη έτρεχα τουλάχιστον είκοσι μέτρα πιο μακριά και με κυνηγούσαν τώρα πάνω από δεκαπέντε βρυκόλακες. Μια μικρόσωμη κοπέλα έτρεχε τόσο γρήγορα που σχεδόν με είχε φτάσει. Άρχισα να βλέπω την έξοδο. Ήταν μια τρύπα στην οροφή που από έξω φαινόταν σαν καπάκι υπονόμου. Ήταν όμως ψηλά για να πηδήξω. Τουλάχιστον πενήντα μέτρα πάνω από το κεφάλι μου. Αν είχα κάπου να πιαστώ θα ήταν παιχνιδάκι.

Πήδηξα στον τοίχο. Ήταν γεμάτος βρύα και υγρασία και γλίστραγε πολύ. Μες στο λιγοστό φως δεν έβλεπα πολλά, ακόμα και με την τέλεια όραση μου. Όλες οι σκέψεις όσων με κυνηγούσαν που τώρα σκαρφάλωναν και αυτοί πίσω μου ήταν κοινές. Αν δεν τον πιάσουμε απειλείται η κυριαρχία μας. Ήξεραν πολύ καλά πως αν τα έλεγα όλα στους Κάλλεν το σχέδιο καταστρεφόταν και θα μπορούσαμε να τους έχουμε στο χέρι. Κάτι τέτοιο βέβαια δεν μας ενδιέφερε και ο Άρο το ήξερε. Το μόνο που θα γινόταν αν ξέφευγα θα ήταν η ολοκληρωτική καταστροφή του σχεδίου.

Ακόμα δεν μπορούσα να πιστέψω ότι η Μπέλλα ήταν ζωντανή και πίστευε ότι ήμουν νεκρός. Της έδωσα με την βοήθεια των Βολτούρι τις χειρότερες στιγμές της. Αν πια δεν με θέλει το καταλαβαίνω. Αν ήμουν άνθρωπος σίγουρα τώρα θα έκλαιγα με λυγμούς. Είχα φτάσει ακριβώς στην τρύπα την κάλυπτε όμως ένα βαρύ μπρούτζινο καπάκι. Το έσπρωξα και βγήκα έξω. Τέλεια. Μες στο σκοτάδι όλα τα στενάκια ήταν κενά άρα ακόμα και εδώ θα μπορούσαν να με κυνηγήσουν. Τίποτα δεν έχει τελειώσει μέχρι και να μπω στο αεροπλάνο. Άρχισα να τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Πίσω μου με κυνηγούσαν τώρα τουλάχιστον η μισή φρουρά. Οι δρόμοι ήταν κενοί.

Ήταν πολύ κοντά στο να με πιάσουν . Και τότε σταμάτησα. Ήταν λες και ο χρόνος σταμάτησε. Σαν όλα να πάγωσαν γύρω μου. Το χειρότερο πράγμα που έχω κάνει στην ζωή μου είναι να αφήσω την Μπέλλα. Πίστευα πως με αυτόν τον τρόπο θα της έκανα καλό. Μόνο κακό όμως έκανα. Και τώρα πίστευε ότι είμαι νεκρός σίγουρα θα με μισήσει. Είχε αρχίσει τώρα να βρέχει καταρρακτωδώς. Όλοι πίσω μου ήταν τόσο κοντά. Ήμουν χαμένος. Έπεσα στο λιθόστρωτο δρομάκι με την βροχή να μουσκεύει τα ρούχα μου. Ένας βρικόλακας με έπιασε από τον λαιμό και άρχισε να με τραβάει. Δεν αντιστάθηκα. Σίγουρα μετά από αυτά που της έκανα θα με μισεί. Η σκέψη αυτή αντανακλούσε έντονα στο μυαλό μου.

Όλα όσα περάσαμε μαζί άρχισαν να περνάνε από τη σκέψη μου. Και τότε κατάλαβα. Είμαι για αυτή ότι είναι και εκείνη για μένα. Δυο μισά που μαζί ολοκληρώνονται. Αν δεν επέστρεφα θα χάναμε και οι δυο το μισό μας εαυτό. Η μισή μας ψυχή. Σίγουρα με αγαπάει. Όπως την αγαπώ και εγώ. Έπρεπε να γυρίσω πίσω. Όλοι όσοι με κυνηγούσαν με είχαν περικυκλώσει. Τέσσερις βρικόλακες με είχαν πιάσει από τα μπράτσα και τα πόδια. Η αγάπη μου όμως για την Μπέλλα και η δική της αγάπη για μένα τροφοδότησαν μια δύναμη πέρα από οτιδήποτε άλλο.

Τινάχτηκα και απελευθερώθηκα από τα χέρια που με κρατούσαν. Έδωσα δυο δυνατές κλοτσιές τινάζοντας και τους τέσσερις πίσω. Έτρεξα με όλη μου την δύναμη πέφτοντας πάνω σε όσους ήταν γύρω σπάζοντας τον ασφυκτικό κλοιό τους. Άρχισα να τρέχω γρήγορα μες στην βροχή και συνέχιζαν να με κυνηγούν. Πέρασα τώρα την τεράστια πέτρινη πύλη της Βολτέρας και μετά από λίγο βρέθηκα σε μια απέραντη έκταση από λιβάδια. Το αεροδρόμιο δεν ήταν μακριά. Συνέχισαν να με κυνηγούν αλλά λιγότεροι τώρα. Έτρεχα με όλη μου την δύναμη και ένα όνομα ήταν στην σκέψη μου. Μια φράση. Μπέλλα σ' αγαπώ.

Σε λίγο άρχισα να διακρίνω το αεροδρόμιο είχα πάνω μου λίγα χρήματα μόνο. Πιστεύω να φτάσουν. Άρχισα να τρέχω πιο αργά. Πίσω μου δεν με κυνηγούσε κανεις. Είχα νικήσει την πιο δυνατή δύναμη στην γη. Έτρεξα ως το κισσέ των εισητηρίων. Το αεροδρόμιο ήταν γεμάτο κόσμο. Πολλοί με κοίταξαν πανικόβλητοι. Έτρεξα προς μια κοπέλα που ήταν καθισμένη πίσω από ένα τζάμι πλέξι-γκλάς.

«Πια είναι η επομενη πτήση για αμερική;»

«Φεύγει σε ένα λεπτό δεν θα προλάβετε. Μετά έχει ξανά σε τρεις ώρες.»

Τράνταξα με τα χέρια μου το τζαμι.

«Πρέπει να φύγω τώρα! Τις πέταξα όλα τα χρήματα που είχα πάνω μου.

«Λυπάμαι. Δεν έχουμε εισιτήρια.»

Μάζεψα τα χρήματα πάνω από τον πάγκο και έτρεξα προς ένα τουρίστα που έτρεχε πανικόβλητος κρατώντας ένα εισιτήριο για την πτήση ακριβώς που ήθελα.

«Θέλω αυτό το εισιτήριο.» είπα. Τον έπιασα από τον ώμο και του έδωσα τα χρήματα. Ήταν πολύ περισσότερα από την αξία του εισιτηρίου. Μου έδωσε αμέσως το εισιτήριο και έτρεξα προς την φυσούνα που έμπαινε μες στο αεροπλάνο. Έδωσα το εισιτήριο μου σε μια αεροσυνοδό και κοίταξα την θέση.

Ωραία πρώτη θέση. Έκατσα και αμέσως έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου με την εικόνα της Μπέλλας στην σκέψη μου. Όταν τα άνοιξα το αεροπλάνο προσγειωνόταν. Αμέσως μόλις οι ρόδες πάτησαν στην γη κατέβηκα μανιασμένα από το αεροπλάνο και πήρα το πρώτο ταξί που βρήκα. Είχα πάνω μου τώρα μόνο λίγα δολάρια αλλά θα με πήγαινε μέχρι το σπίτι της Μπέλλας. Γύρισα το ρολόι μου στην τοπική ώρα. Έξι το πρωί. Μετά από αρκετή ώρα αναμονής που πέρασα προσπαθώντας να καλμάρω τον εαυτό μου αντίκρισα ξανά το λευκό και τόσο γνώριμο σπίτι. Έδωσα το δολάρια στον οδηγό.

«Κρατα τα ρέστα.» φώναξα. Του είχα δώσει 100$.

«Μπέλλα!» χτύπησα μανιασμένα την πόρτα και πέταξα από πάνω μου τον κόκκινο μανδύα. Έμεινα μόνο με το γαλάζιο πουκάμισο και το τζιν παντελόνι μου. Και τότε θυμήθηκα. Τι θα πω στον Τσάρλι; Άρχισα να διαβάζω την σκέψη του μανιασμένα να δω τι του είχαν πει. Άκουσα βήματα. Το κλειδί γύρισε στην κλειδαριά και εμφανίστηκε μπροστά μου ένας αγουροξυπνημένος Τσάρλι με μια ρόμπα. Τον είδα να σαστίζει. Γούρλωσε τα μάτια και παραπάτησε.

«Έντουαρντ;»

«Ηρεμήστε κύριε Τσάρλι θα σας εξηγήσω τα πάντα.»

Του είχαν πει ότι το αυτοκίνητο μου έπεσε από τον γκρεμό. Ωραία παιχνιδάκι.

«Όπως σας είπε η Μπέλλα φύγαμε και δεν είπαμε τίποτα νομίζοντας ότι θα είναι ευκολότερο για αυτή. Ήταν το μεγαλύτερο λάθος στην ζωή μου. Είχα πάει λοιπόν Ιταλία. Και είχα σκοπό να γυρίσω αμέσως και να ζητήσω συγγνώμη. Ήλπιζα να δεχτεί.»

«Ω σίγουρα θα δεχόταν αν σε άφηνα να ξαναμπείς σε αυτό το σπίτι. Δεν έπεσες όμως-»

Τον διέκοψα και συνέχισα την ψεύτικη ιστορία μου.

«Λοιπόν κάποιος στην Ιταλία μου έκλεψε το αυτοκίνητο μαζί με το διαβατήριο μου, τα εισιτήρια του αεροπλάνου και όλα μου τα χρήματα. Δυο ώρες αργότερα όπως έμαθα έπεσε από έναν γκρεμό και τα χαρακτηριστικά του αλλοιώθηκαν τόσο που τον πέρασαν για μένα και έθαψαν λάθος άνθρωπο. Εντωμεταξύ με έπιασε η αστυνομία χωρίς χαρτιά και μου εκδίκασε προσωρινή φυλάκιση. Όταν βγήκα δανείστηκα λίγα λεφτά από όπου μπορούσα αλλά δεν απάνταγε κανείς. Μόλις χτες βγήκα. Πήρα λοιπόν το πρώτο αεροπλάνο και ήρθα εδώ.»

Σίγουρα όταν θα ξαναέβρισκα την Μπέλλα έπρεπε λίγο να καλυτερέψουμε την ιστορία αλλά για την ώρα αρκούσε. Η αντίδραση του ήταν κάτι που δεν το περίμενα. Δάκρυσε και με αγκάλιασε σφιχτά.

«Μην το ξανακάνεις ποτέ αυτό στην Μπέλλα. Είσαι και εσύ γιος μου όσο είναι η Μπέλλα κόρη μου. Σε παρακαλώ Έντουαρντ τρέξε να την βρεις και πέσε στα πόδια της αν χρειαστεί για να την ξανακάνεις ευτυχισμένη. Με κοίταξε στα μάτια και χαμογέλασε.»

«Σε παρακαλώ.»

Σκούπισε το πρόσωπο του.

«Το υπόσχομαι αρχηγέ.» είπα και χαμογέλασα.«Θα την κάνω ευτυχισμένη. Το υπόσχομαι θα την προσέχω.Όταν έφυγα η κάρδια μου ήταν εδώ. Ήταν ότι πιο ηλίθιο έχω κάνει στην ζωή μου. Που είναι η Μπέλλα;»

«Έχει πάει με την οικογένεια σου για camping.Θα της έκανε καλό να βγει λίγο από την θλίψη της.»

Δεν άφησα να φανεί η απορία στο πρόσωπο μου. Κάτι κακό συνέβαινε.

«Θα πάω να την βρω αμέσως. »

«Και κανονικά θα έπρεπε να σας τιμωρήσω για το υπόλοιπο της ζωής σας.» Με αγκάλιασε ξανά όπως ένας πατέρας αγκαλιάζει τον γιο του. Τον χαιρέτησα και βγήκα από την αυλή άρχισα να τρέχω αργά στην αρχή και όταν βγήκα στο δάσος γρηγορότερα.

Θα έχουν πάει σίγουρα στο χωράφι που παίζουμε baseball. Μετά από λίγα λεπτά τρέξιμο όλες οι σκέψεις της οικογενείας του Ελεάζαρ που σίγουρα ήταν εδώ αντήχησαν στο μυαλό μου.

Ακολούθησαν και αυτές όλων των λύκων εκτός του Τζέικομπ. Είχαν όλη μια κοινή σκέψη. Η Βικτωρία θα επιτεθεί από λεπτό σε λεπτό. Η Βικτώρια; Όσο έλειπα έγιναν πολλά πράγματα. Έτρεξα στο χωράφι. Μόνο η Άλις ήταν γυρισμένη προς το μέρος μου και μόλις με είδε σάστισε.

«Έντουαρντ;» έτρεξα και την αγκάλιασα.

«Οι Βολτούρι με παγίδευσαν. Σας παγίδευσαν όλους. Θα σας εξηγήσω τα πάντα. Νόμιζα πως δε θα σας ξαναέβλεπα ποτέ.» Η Ρόζαλι έτρεξε και με αγκάλιασε τόσο σφιχτά μου θα μου έσπαγε τα πλευρά. Με φίλησε και στα δυο μάγουλα.

«Μην το ξανακάνεις ποτέ αυτό Έντι. Ποτε.»

Το πρόσωπο της έλαμπε όπως και αυτό της Έσμε. Ο Καρλάιλ με αγκάλιασε.

«Οι Βολτούρι θα πληρώσουν για αυτό.»

«Τι συμβαίνει;» ρώτησα την Άλις ανήσυχος.

«Η Βικτώρια από στιγμή σε στιγμή θα επιτεθεί. Έχει φτιάξει ένα στρατό νεογέννητων βρικολάκων.»

«Η Μπέλλα; Πρέπει να την δω αμέσως. Μόλις τελειώσουν όλα θα σας εξηγήσω. Που είναι όμως;»

«Είναι στα βουνά. Είναι ασφαλής με τον Τζέικομπ.»

Τί; αυτό το λένε ασφάλεια;

«Ακολούθησε την μυρωδιά του Τζέικομπ και θα την βρείς.» Αμέσως έπιασα την μυρωδιά του. Καθώς έφευγα άκουσα και ένα θόρυβο από πάρα πολλά βήματα βρικολάκων. Άρχισα να τρέχω προς την μυρωδιά και αφού ανέβηκα αρκετά γύρισα και κοίταξα πίσω μου. Τριάντα νεογέννητοι έτρεχαν προς την οικογένεια μου την οικογένεια του Ελέαζαρ και τους λύκους. Οι λύκοι αμέσως άρχισαν να ξεκοιλιάζουν του βρικόλακες. Το τελευταίο που είδα πριν συνεχίσω την ανάβαση ήταν την Άλις να αποκεφαλίζει κάποιον.

Η Βικτώρια δεν ήταν πουθενά. Αμέσως τρόμος με κατέκλυσε και έπιασα στον αέρα την μυρωδιά της Μπέλλας. Η μυρωδιά του Τζείκομπ δεν είχε καλύψει τα ίχνη της. Και έπιασα μια ακόμα μυρωδιά.

Την μυρωδιά της Βικτωρίας. Άρχισα να τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορούσα.

Κυριακή 8 Αυγούστου 2010

Palazzo Dei Priori




                                                   11o Κεφάλαιο
                                              Kυνήγι Λυκανθρώπων
  
Janes POV
Περάσαμε την υπόλοιπη ώρα τρώγοντας τέσσερις πεζοπόρους που βρήκαμε στο δάσος. Με το πρώτο φως της μέρας που βγήκε ανάμεσα από τα φύλλα ο Αντόνιο έγινε και πάλι άνθρωπος. Φόρεσε ένα πουκάμισο και ένα τζιν που είχε προνοήσει να δέσει στο πόδι του με ένα λουρί. Ο ήλιος έκανε το δέρμα που φαινόταν μέσα από το μανδύα μου να λαμπυρίζει.

Παρότι έβρεχε δυνατά η μέρα ήταν ηλιόλουστη. Αρχίσαμε να τρέχουμε μέσα στην βροχή στο εστιατόριο που μας είχε αφήσει η λιμουζίνα χθες το βράδυ. Μας περίμενε εκεί ήδη ένα μαύρο τζιπ καγιέν. Από τα αγαπημένα μου αυτοκίνητα. Μπήκαμε μέσα και το χέρι μου άρχισε να χαϊδεύει ασυναίσθητα τα δερμάτινα καθίσματα. Η αποστολή είχε πάει τέλεια. Ακόμα και αν η Βικτώρια επιτεθεί σε τρεις μέρες θα χάσει.

Τo τζιπ μας πήγε στο αεροδρόμιο. Περάσαμε γρήγορα τον έλεγχο και μπήκαμε στο αεροπλάνο. Ήμουν αρκετά χορτασμένη από τους πεζοπόρους που πιάσαμε αλλά ένας νεαρός είχε τόσο γλυκιά μυρωδιά που με το ζόρι συγκρατήθηκα. Μετά από ώρες ταξιδιού τι οποίες πέρασα είτε προσποιημένη ότι κοιμάμαι είτε καθισμένη στο εστιατόριο μιλώντας για την επιτυχία της αποστολής και κάνοντας πως τρώω. Όταν επιτέλους φτάσαμε στην Βολτέρα κατέβηκα από το αυτοκίνητο που είχε έρθει να μας παραλάβει και πήδηξα μέσα στην είσοδο που έμοιαζε με υπόνομο.

Ο Άλεκ με τον Σαντιάγκο έστριψαν προς το δωμάτιο του Αντόνιο και του Κόλιν-οι μονοι δυο λυκάνθρωποι που έχουμε- αλλά εγώ κατευθύνθηκα προς τον Άρο. Η Τζιάνα μόλις με είδε με ρώτησε ευγενικά πως πήγε η αποστολή αλλά με το βλέμμα μου της κατέστησα φανερό να κοιτάει την δουλειά της. Ο Άρο έπρεπε κάποια στιγμή να αποφασίσει τι θα γίνει με αυτήν.

Κατευθύνθηκα προς την κεντρική αίθουσα αλλά αυτή την φορά μπήκα διακριτικά από μια μικρότερη πόρτα και όχι από την κεντρική. Η αίθουσα ήταν άδεια. Πάλι μόνο ο Άρο βρισκόταν μέσα. Ο Κάιος επειδή κάποτε παραλίγο να σκοτωθεί από ένα παιδί της πανσέληνου δεν έχει εμφανιστεί καθόλου από όταν τους πήραμε. Μόλις μπήκα ο Άρο χαμογέλασε. Είχαμε έρθει πολύ νωρίτερα από ότι υπολόγιζε. Δεν ήταν καν με την αλλαγή ώρας απόγευμα.

«Τζέιν υπέροχα όπως πάντα.» Χαμογέλασα.

«Λοιπόν τι συμβαίνει;» δεν με άγγιξε. Προφανώς δεν ήθελε να τα μάθει όλα από την σκέψη μου. Το μόνο που ήθελε ήταν να ξέρει αν όλα είναι καλά.

«Η Μπέλλα είναι ασφαλής όπως και το σχέδιο σου.»

«Δεν χρειάστηκε να την σκοτώσετε;»

«Όχι πήγαμε πρώτα από το σπίτι των Κάλλεν. Είναι τέλεια προετοιμασμένοι και μετά την εκφοβίσαμε αρκετά. Δεν θα επιτεθεί αλλά ακόμα και αν το κάνει δεν έχει ελπίδα.»

«Υπέροχα Τζέιν.»

«Λοιπόν με χρίαζεσαι κάτι άλλο;»

«Βασικά ναι, έχω να σου αναθέσω κάτι ακόμα. Θα έστελνα κάποιον άλλο αλλά εσύ μπορείς να το κάνεις πιο γρήγορα και καλύτερα. Και μιας και γυρίσατε κιόλας.Λοιπόν θέλω να πας στην Αυστραλία και μέχρι μεθαύριο το μεσημέρι να έχεις φέρει άλλο ένα παιδί της πανσέληνου. Ανακαλύψαμε έναν καταυλισμό σε ένα χωριό λίγο έξω από το Σύδνεϋ. Είναι πανεύκολο για σένα.»

«Δεν είναι αρκετοί αυτοί;»

«Τζέιν ξέρεις καλύτερα από μένα ότι σε δυο βδομάδες θα κάνουμε αν όλα πάνε καλά την μεγάλη κίνηση και το σχέδιο μου θα κλείσει. Ριψοκινδύνεψα αρκετά αλλά επιτέλους θα πετύχουμε.

«Εντάξει λοιπόν αλλά θα πάω μόνη μου.»

«Δε θα έρθει μαζί σου και ο Κόλιν;»

«Όχι έτσι και αλλιώς αν η Άλις δεν βλέπει τίποτα μπορεί να υποψιαστεί κάτι. Θα θεωρήσει την Αυστραλία άσχετο γεγονός. Εξάλλου μόλις αναμειχθώ με τους λυκάνθρωπους δεν θα καταλάβει τίποτα.»

«Ωραία λοιπόν έτσι θα είσαι και πιο σύντομη.»

«Αύριο το βραδυ θα είμαι εδώ.» είπα χαμογελώντας.

«Εξαιρετικά Τζέιν.

Βγήκα από την αίθουσα και πήγα στο γραφείο της Τζιάνα.

«Κλείσε μου ένα εισιτήριο για Σύδνεϋ θα φύγω αμέσως. Και επιστροφή κανόνισε εσύ. Αύριο θέλω το βράδυ να είμαι εδώ.

«Θα φύγεις πάλι;»

Την αγνόησα και πήγα στο ένα από τα δωμάτια μου. Έβγαλα προσεχτικά τα ρούχα μου και γέμισα την μεγάλη μαρμάρινη μπανιέρα με νερό. Ένα κακό των βρικολάκων είναι ότι χρειάζεται να πλυθούν. Έβαλα στο νερό αρωματικά έλαια αν και δεν θα κάλυπταν την απαίσια μυρωδιά του Αντόνιο. Μόλις ντύθηκα πήρα το εισιτήριο από την Τζιάνα και βγήκα έξω. Η λιμουζίνα που μας είχε φέρει ήταν ακόμα εδώ.

Προφανώς ο Άρο τον είχε ειδοποιήσει. Μπήκα μέσα και με πήγε ξανά το τελευταίο σαρανταοκτάωρο στο αεροδρόμιο. Αν ήμουν άνθρωπος σκέφτηκα γελώντας θα είχα πάθει τζετ λακ και θα κοιμόμουν μέρες. Μπήκα ξανά μέσα στο αεροδρόμιο. Ο ελεγκτής ήταν ο ίδιος που μας έλεγξε και πριν και μόλις με ξαναείδε παραξενεύτηκε.

«Κάνετε πολλά ταξίδια. Με έλεγξε και του έγνεψα καταφατικά. Το ταξίδι ήταν περισσότερες ώρες άρα θα ήταν αναγκαστικά με ανταπόκριση. Μόλις φτάσαμε στο Ντουμπάι κατέβηκα από το αεροπλάνο και έκανα πως χαζεύω στα αφορολόγητα μαγαζιά για να περάσει η ώρα. Μόλις ήρθε το επόμενο αεροπλάνο επιβιβάστηκα αμέσως. Κάθισα στα δερμάτινα καθίσματα της πρώτης θέσης και ήρθε μια ευγενική αεροσυνοδός που επέμενε να πιω σαμπάνια. Στο τέλος αναγκάστηκα να κατεβάσω μια γουλιά για να φύγει. Την περισσότερη ώρα της πτήσης παρίστανα την κοιμισμένη.

Σιγά- σιγά μετά από ώρες ταξίδι διέκρινα τους ουρανοξύστες του Σύδνεϋ. Φωτίζονταν από τον ήλιο που μόλις ανέτειλε. Κατέβηκα βιάστηκα από το αεροπλάνο . Μια λαμποργκίνι με περίμενε. Μπήκα μέσα και χαιρέτησα με ένα νεύμα τον σοφέρ. Ωραία την άλλη φορά ο Άρο να φέρει διαστημόπλοιο να με πάρει. Λιγότερο θα στοιχίσει. Η λαμποργκίνι άρχισε να τρέχει μανιασμένα στους δρόμους του Σύδνεϋ. Από μακριά φαινόταν το εντυπωσιακό κτήριο της όπερας. Σύντομα βγήκαμε από την πόλη με τόση ταχύτητα που παραλίγο να πατήσουμε δυο τουρίστες κοντά στην Harbour bridge.

Όταν βγήκαμε έξω από την πόλη άρχισε να οδηγά πιο γρήγορα. Σύντομα βρέθηκα σε μια περιοχή που το μόνο που έβλεπες ήταν χωράφια με στάχυα και κάποια άγρια άλογα. Περάσαμε τρία χωριά μέχρι να φτάσουμε σε αυτό που έμενε η φυλή. Η μυρωδιά λυκανθρώπων μου χτύπησε αμέσως την μύτη μόλις βγήκα σε μια πλατεία του μικρού οικισμού. Τα σπίτια που περισσότερο με παράγκες θα τα έλεγες ήταν πυκνό χτισμένα. Άρχισα να περπατώ στα δρομάκια ακολουθώντας την μυρωδιά. Έφτασα σε ένα μικρό άλσος που υπήρχαν μέσα διάσπαρτα τα σπίτια. Μπήκα σε μια αυλή και έσκυψα κάτω από κάτι σχοινιά που στέγνωνε μια μπουγάδα.

Αμέσως αναγνώρισα έναν νεαρό που ήταν σίγουρα λυκάνθρωπος. Η μυρωδιά που ανέδιδε ήταν εμφανής. Κοίταξα γύρω. Ήταν μόνος στην αυλή του σπιτιού και μάζευε βατόμουρα. Όλοι οι δρόμοι ήταν κενοί. Πήδηξα στην πλάτη του και αμέσως κατάλαβε τι είμαι. Έμπηξα τα δάχτυλα μου στα πλευρά του. Με πέταξε περίπου δέκα μέτρα μακριά ακόμα και αφού ήταν στην ανθρώπινη μορφή του. Πήδηξα και με το χέρι μου έσπασα το πόδι του. Έβγαλε μια κραυγή και έπεσε κάτω. Τον έπιασα με ένα κεφαλοκλείδωμα.

«Από αυτή την στιγμή και μετά είσαι υπό την κατοχή των Βολτούρι.»

Προσπάθησε να ξεφύγει αλλά αμέσως χρησιμοποίησα το χάρισμα μου. Σε λίγο σφάδαζε στο χώμα από τον πόνο. Έστριψα και βγήκα από την αυλή. Με ακολούθησε σιωπηλά. Η λαμποργκίνι που με είχε αφήσει στην πλατεία ήταν ακόμα εκεί. Μπήκαμε μέσα και αρχίσαμε πάλι να κατευθυνόμαστε προς το αεροδρόμιο. Τέλεια. Η δεύτερη αποστολή που πραγματοποιώ άριστα το τελευταίο διήμερο. Σύντομα φτάσαμε στο αεροδρόμιο. Πήγα στο κισσέ των εισιτηρίων. Η υπάλληλος μου είπε ότι δεν έχουν καθόλου εισιτήρια. Ήθελα ένα και για τον λυκάνθρωπο που είχα πιάσει. Της έδωσα χρήματα και αμέσως με προμήθευσε με ένα εισιτήριο. Χαμογέλασα πήρα το εισιτήριο και έφυγα.

«Πως σε λένε;» ψιθύρισα στον λυκάνθρωπο.

«Φίλιπ.» είπε λίγο απρόθυμα. Μπήκαμε μέσα στο αεροπλάνο και αμέσως σχεδόν απογειώθηκε.



***



Όταν επιτέλους το αυτοκίνητο που μας έφερε μέσα στην Βολτέρα σταμάτησε κατέβηκα και πήδηξα γρήγορα μέσα στο άνοιγμα. Από πίσω μου ακολούθησε διστακτικά και ο Φίλιπ. Είχε πια σχεδόν βραδιάσει. Μόλις φτάσαμε στην Τζιάνα την ενημέρωσα και αμέσως τον οδήγησε σε ένα δωμάτιο. Εγώ πήγα γραμμή στον Άρο, που όπως μου είπε η Τζιάνα ήταν στην αίθουσα συσκέψεων. Τουλάχιστον αυτό πίστευε η Τζιάνα. Εκεί συνήθως τρώγαμε άρα είχε έρθει κάποιος με φαγητό πριν λίγο. Μπήκα μέσα στην αίθουσα. Ο Άρο στεκόταν πάνω από το πτώμα δυο αντρών και μιας έφηβης. Κρατούσαν ακόμα τις φωτογραφικές μηχανές. Τουρίστες σκέφτηκα.

«Έχει τίποτα για μένα; Σου έφερα ένα αρκετά δυνατό λυκάνθρωπο.» Ήρθε αμέσως και μου έπιασε το χέρι.

«Εξαιρετικά Τζέιν ήσουν καλύτερη από ποτέ και ναι σου έχουμε φυλάξει ένα πλουσιοπάροχο γεύμα. Μύριζαν τόσο γλυκά που με το ζόρι κρατήθηκα. Αλλά καθώς πηγαίνεις στο δωμάτιο σου θέλω να μου τον φωνάξεις κιόλας.» Κατάλαβα αμέσως ποιον έλεγε.

«Δεν θέλω να πάει η Τζιάνα ξέρεις γιατί.»

«Εννοείτε. Βγήκα από την αίθουσα και άρχισα να κατευθύνομαι στο δωμάτιο του. Η μυρωδιά του που ήταν εξαιρετικά ωραία για βρικόλακας έφτασε στην μύτη μου. Αν και πια είχε αλλάξει πολύ. Στο μυαλό μου ήρθε η Μπέλλα που έκλαιγε.

Μπήκα μέσα χωρίς να χτυπήσω. Καθόταν σε μια πολυθρόνα και διάβαζε.

«Ο Άρο σε ζήτησε.»

Με κοίταξε στα μάτια. Τα υπέροχα κατακόκκινα μάτια του ταίριαζαν τέλεια με τα μαλλιά του. Αναδείκνυε ακόμα περισσότερο την ομορφιά του. Αντιστάθηκε όμως στον Άρο όποτε δεν με ενδιαφέρει καθόλου για αυτόν.


Σηκώθηκε και με προσπέρασε.

Palazzo Dei Priori



                                                    Κεφάλαιο 10ο
                                                       Aποστολή



Janes POV

Κούμπωσα την μεγάλη ρουμπινένια καρφίτσα στο πάνω μέρος του κόκκινου πορφυρού μανδύα που μου χάρισε ο Άλεκ. Ταιριάζει τέλεια με το χρώμα των ματιών μου. Αν ο Άρο με θέλει για κάποια αποστολή θέλω να τον εντυπωσιάσω. Βγήκα από το δωμάτιο και έκλεισα πίσω μου την ξύλινη σκαλιστή πόρτα. Άρχισα να κατευθύνομαι προς την κεντρική αίθουσα. Προσπέρασα το γραφείο της Τζιάνα με γοργά βήματα. Τα τακούνια μου χτυπούσαν πάνω στο μάρμαρο. Μόλις η Τζιάνα με είδε να πλησιάζω αμέσως σηκώθηκε και έκανε μια μικρή υπόκλιση.

«Καλησπέρα Τζέιν, καλύτερα να βιαστείς ο Άρο είναι λίγο αγχωμένος.»

Της έγνεψα. Δεν άφησα να εμφανιστεί στο πρόσωπο μου η απορία.

Γιατί να είναι αγχωμένος αφού θα αναλάβω εγώ την όποια αποστολή θέλει να μου αναθέσει. Και τότε κατάλαβα. Απειλείται κάποιο σημείο του σχεδίου του. Σήκωσα την κάπα μου και άρχισα να τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορούσα.

Προσπέρασα τρέχοντας την μικρή ξύλινη πόρτα που ήταν κρυμμένη πίσω από την επένδυση του τοίχου. Θα έμπαινα από την κεντρική σκαλιστή πόρτα στο τέλος του διαδρόμου. Άρχισα να πλησιάσω. Αμέσως έκοψα ταχύτητα και έστρωσα με τα χέρια μου το κόκκινο μανδύα. Έβαλα τις παλάμες πάνω στα δυο χρυσά πόμολα και άνοιξα την τεράστια πόρτα. Μέσα βρισκόταν μόνο ο Άρο καθισμένος στο κεντρικό θρόνο. Ήταν φανερά αναστατωμένος.

«Τζέιν.» είπε και αμέσως σηκώθηκε να με πιάσει από το χέρι. Εγώ άρχισα να περπατάω αργά και έπιασα απαλά με τα δάχτυλα μου την παλάμη του. Με οδήγησε και πάλι κοντά στο θρόνο του αλλά έμεινε όρθιος.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησα βάζοντας λίγο παρά πάνω από ότι χρειαζόταν αγωνιά στην φωνή μου.

«Μια βρικόλακας με το όνομα Βικτώρια απειλεί να καταστρέψει το σχέδιο μου. Τόσοι μήνες δουλειάς. Ριψοκινδυνέψαμε τόσο και τώρα πάνε όλα στράφι.»

«Πώς; Το σχέδιο είναι τέλειο δεν έχει κανένα ψεγάδι.»

«Ο Έντουαρντ είχε σκοτώσει στο παρελθόν τον αγαπημένο της Βικτώριας και ζητάει εκδίκηση. Θέλει να σκοτώσει την Μπέλλα.»

«Μα οι Κάλλεν είναι περισσότεροι δεν θα τα κατεφέρει.»

«Δεν κατάλαβες Τζέιν.» Άφησε την χούφτα μου απαλά και συνέχισε. «Φτιάχνει ένα στρατό από νεογέννητους βρικόλακες και θα επιτεθεί στην Μπέλλα και στους Κάλλεν σε τέσσερις μέρες. Θέλω να φύγεις αμέσως και να την επισκεφτείς στο κατάλυμα της. Είναι έξω από το Φόρκς.

«Σε πόσες μέρες να είμαι πίσω;»

«Αύριο το βράδυ να είσαι εδώ. Πλησιάζει όπως ξέρεις και η ώρα.»

Δεν χρειάστηκε να εξηγήσει τίποτα περισσότερο κατάλαβα αμέσως.

«Ναι μα η επίθεση θα γίνει σε τέσσερις μέρες.

«Δεν με ενδιαφέρει να μείνεις ως την επίθεση, απλά όταν θα φύγεις να είσαι σίγουρη πως η Μπέλλα και όλοι οι Κάλλεν δεν κινδυνεύουν.

«Αν χρειαστεί να-»

«Μόνο αν είναι απαραίτητο Τζέιν θα την σκοτώσεις.»

«Κατάλαβα. Πόσους μπορώ να πάρω μαζί;»

«Σκεφτόμουν τον Άλεκ και τον Σαντιάγκο. Και κάποιον ακόμα μαζί.»

«Δεν ενοείς;»

«Ναι Τζέιν πρέπει να πάρεις μαζί και τον Αντόνιο.»

«Άρο ξέρεις πολύ καλά πως όλοι εδώ είναι αντίθετοι με αυτό. Δεν είναι καν λυκάνθρωπος είναι παιδί της πανσέληνου μεταμορφώνεται μόνο όταν έχει πανσέληνο. Σύμφωνα με τις σκέψεις του Έντουαρντ η Άλις δεν μπορεί να δει το μέλλον μόνο από λυκάνθρωπους σαν την φυλή μου μένει κοντά στους Κάλλεν. Ίσως μπορεί να δει το μέλλον με τα παιδιά της πανσέληνου.»

Η οργή είχε φτάσει τόσο πολύ στον εγκέφαλο μου που με το ζόρι δεν είπα κοπρόσκυλα.

«Τζέιν αν μπορούσε να δει θα το ξέραμε. Κινδυνεύει το σχέδιο μας αν πας απλά στο Φόρκς και η Άλις σε δει.»

«Τότε γιατί ο Ελέαζαρ δεν δέχτηκε την πρόσκληση σου να έρθει εδώ για ένα μικρό διάστημα;»

«Μάλλον πίστευε πως θα τον κρατούσαμε εδώ. Ξέρεις πως όταν το έσκασε ήμουν χάλια.»

Έσφιξα τα δόντια μου και προσπάθησα να κατευνάσω την οργή μου κοιτώντας ένα δαυλό.

«Ωραία. Όμως έχουμε ένα πρόβλημα σήμερα το βράδυ έχει πανσέληνο.»

«Το ξέρω θα πάτε πρώτα εκεί και μετά θα μεταμορφωθεί. Μέχρι να χρειαστεί να ξαναμπείτε στο αεροπλάνο θα είναι ξανά με την ανθρώπινη μορφή του. Βιάσου όμως σε παρακαλώ δεν ωφελεί να το συζητάμε άλλο. Και γύρνα πριν αύριο το βράδυ.»

Γύρισα και άρχισα να τρέχω προς την Τζιάνα.

«Κλείσε γρήγορα-» ο τόνος μου ήταν πολύ νευριασμένος. «Τέσσερα εισιτήρια για σήμερα το μεσημέρι. Σε μια ώρα και με επιστροφή για αύριο στις δέκα το πρωί.»

Η Τζιάνα έγνεψε καταφατικά και αμέσως πήρε το ακουστικό του τηλεφώνου στο χέρι της.

«Και επίσης πες στον Άλεκ, στον Σαντιάγκο και στον Αντόνιο να ετοιμαστούν. Θα έρθουν μαζί μου.»

Έτρεξα στα ιδιαίτερα δωμάτια μου και άλλαξα γρήγορα ρούχα. Φόρεσα ένα λευκό φόρεμα που έφτανε ως τα γόνατα μαζί με ένα βελούδινο μανδύα. Αμέσως μόλις τα φόρεσα άρπαξα την ταξιδιωτική κάπα και την φόρεσα γύρω από το σώμα μου. Κούμπωσα προσεχτικά το κουμπί και έβγαλα με λεπτές κινήσεις απ' έξω να φαίνεται το κολιέ με το έμβλημα των Βολτούρι. Έπιασα τα κατάξανθα μαλλιά μου σε ένα κομψό κότσο με μια διαμαντένια καρφίτσα.

Όλο αυτό μου πήρε λιγότερο από δυο λεπτά. Βγήκα έξω και πήγα ως την γραμματεία της Τζιάνα. Εκεί με περίμεναν ο Άλεκ και ο Σαντιάγκο και από πίσω ήταν και ο Αντόνιο. Η απαίσια μυρωδιά του κατέκλυσε την μύτη μου. Αγκάλιασα απαλά τον Άλεκ και εξήγησα με λίγα λόγια την αποστολή. Η Τζιάνα μου έδωσε τα εισιτήρια που μόλις έβγαιναν από τον εκτυπωτή που ήταν συνδεδεμένος με το laptop μπροστά της.

Αρχίσαμε να τρέχουμε. Πίσω μας έμεινε ο Αντόνιο που με την κανονική μορφή του αδυνατούσε να τρέξει γρήγορα. Αρχίσαμε να πλησιάζουμε σε μια από τις εξόδους. Μπήκαμε στον ανελκυστήρα και ανεβήκαμε μερικά μέτρα πιο πάνω. Αμέσως μόλις βγήκαμε είδα από μακριά την έξοδο που έμοιαζε με καπάκι υπονόμου. Τρέξαμε και με ένα σάλτο πηδήξαμε έξω στον καθαρό αέρα. Παρότι βγήκαμε σε σκιερό μέρος κατέβασα αμέσως την κουκούλα μου για να μην με χτυπήσει ο ήλιος.

Το ίδιο έκαναν και ο Άλεκ με τον Σαντιάγκο. Ο Αντόνιο ήταν σχεδόν ημίγυμνος αφού το πουκάμισο που φορούσε ήταν μισάνοιχτο. Από μέσα φαίνονταν οι κοιλιακοί του και ένας μεγάλος επίδεσμος τυλιγμένος γύρω από μερικά πλευρά που έσπασαν στην προσπάθεια μας να τον πιάσουμε.

Σε ένα στενό σοκάκι μας περίμενε μια λιμουζίνα. Ο οδηγός ένας ιταλός μας χαιρέτησε με ένα νεύμα μόλις μπήκαμε. Αμέσως πάτησε το γκάζι και αρχίσαμε να τρέχουμε προς την πέτρινη έξοδο της Βολτέρας. Παρότι δεν ήταν Βρικόλακας οδηγούσε αρκετά γρήγορα. Προφανώς θα ήταν ένας υπηρέτης του Άρο γιατί έδειξε να ξέρει τι είμαστε. Θα ήθελε να μεταμορφωθεί αλλά μάλλον επιδόρπιο θα καταλήξει.

Προσπεράσαμε γρήγορα τα απέραντα λιβάδια έξω από τα τείχη της Βολτέρας. Τρεις αγελάδες που έβοσκαν μας κοίταξαν για μια στιγμή. Μετά από λίγο άρχισα να βλέπω καθαρά το αεροδρόμιο. Ο οδηγός μας άφησε χωρίς κάνεις να του επιδείξει, κάτω από ένα σκιερό μέρος. Βγήκαμε από το αμάξι. Ο Σαντιάγκο του έδωσε μερικά χαρτονομίσματα. Αρχίσαμε να περπατάμε με γρήγορο ρυθμό στην σκιά.

Μόλις μπήκαμε είδα στο πίνακα αναχωρήσεων το αεροπλάνο μας. Φεύγει σε πέντε λεπτά. Δεν είχαμε αποσκευές για αυτό περάσαμε γρήγορα στον έλεγχο διαβατηρίων. Δώσαμε όλοι τα πλαστά διαβατήρια μας και περάσαμε. Η φυσούνα που θα μας έβαζε μέσα στο αεροπλάνο ήταν έτοιμη να ξεκολλήσει. Τρέξαμε πιο γρήγορα και μπήκαμε μέσα. Η Τζιάνα πολύ σωστά μας είχε κλείσει ένα τεράστιο διώροφο αεροπλάνο που θα πήγαινε κατευθείαν χωρίς ανταπόκριση για μεγαλύτερη ευκολία.

Καθίσαμε στην πρώτη θέση. Έκατσα δίπλα στον Άλεκ και ο Σαντιάγκο αναγκάστηκε να κάτσει δίπλα στον Αντόνιο. Έγειρα πίσω το κεφάλι μου. Η φωνή της αεροσυνοδού μας ενημέρωσε ότι το αεροπλάνο είναι έτοιμο να αναχωρήσει. Κατά τη διάρκεια απογείωσης συζήτησα χαμηλόφωνα με τον Άλεκ. Μια αεροσυνοδός ήρθε να μας προσφέρει σαμπάνια και φράουλες. Κάτι σε ανθρώπινο αίμα ομάδας Β έχετε; σκέφτηκα από μέσα μου και άφησα ένα χαμόγελο να διαγραφή στα χείλη μου.

Η πτήση ήταν πολύωρη και για του ανθρώπους σίγουρα κουραστική. Aν δεν είχα το βάρος της αποστολής θα την απολάμβανα αλλά αμέσως μόλις το αεροπλάνο προσγειώθηκε πετάχτηκα όρθια. Βγήκαμε γρήγορα έξω. Κάτω από το υπόστεγο που πάρκαραν τα αεροπλάνα μας περίμενε άλλη μια μαύρη λιμουζίνα. Θα πηγαίναμε πρώτα στο σπίτι των Κάλλεν χωρίς βέβαια να μας καταλάβουν να ελέγξω κατά πόσο γνωρίζουν για την εκπαίδευση.

Μέσα στην λιμουζίνα γύρισα το ρολόι μου στην τοπική ώρα. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Το αυτοκίνητο μας πήγε όσο πιο γρήγορα γινόταν σε ένα παλιό εστιατόριο μέσα στο Φόρκς που απείχε πέντε χιλιόμετρα από το σπίτι των Κάλλεν. Μόλις κατεβήκαμε αρχίσαμε να τρέχουμε διακριτικά όταν ήμασταν ακόμα μέσα στην πόλη και γρήγορα μόλις βγήκαμε στο δάσος. Ξαφνικά εκεί που τρέχαμε ο Αντόνιο σταμάτησε. Ήταν έτοιμος να μεταμορφωθεί. Απομακρύνθηκε λίγο από κοντά μας και με ένα βρυχηθμό πήδηξε στον αέρα και μεταμορφώθηκε. Είχε ένα σοκολατί τρίχωμα. Αμέσως μόλις μεταμορφώθηκε τον άρπαξα δυνατά από τα πλευρά εκεί που τα είχε σπάσει. Έβγαλε έναν λυγμό. Ο Άλεκ μάζεψε τα σχισμένα ρούχα του. Χωρίς να το πολυσκεφτώ ανέβηκα με ένα σάλτο στην πλάτη του και τράβηξα δυνατά το τρίχωμα του για να βιαστεί.

Ο Άλεκ με τον Σαντιάγκο ακολούθησαν τρέχοντας. Η μυρωδιά τουλάχιστον του λυκάνθρωπου θα κάλυπτε τα ίχνη μας. Φτάσαμε στο ιδιωτικό δρόμο που οδηγούσε στο σπίτι των Κάλλεν και αμέσως κλότσησα τον Αντόνιο να σταματήσει. Κατέβηκα από την πλάτη του.

«Μείνετε εδώ θα πλησιάσω όσο πιο κοντά γίνετε.»

Άρχισα να περπατάω κρυμμένη στο δάσος τραβώντας μαζί μου τον Αντόνιο για να καλύπτει την μυρωδιά μου. Προσπάθησα να ακούσω τις ομιλίες τους. Από τα παράθυρα είδα τον Ελέαζαρ. Τον ευχαριστούσαν που ήρθε να βοηθήσει και αυτός για να νικήσουν την Βικτώρια. Άκουσα την φωνή του Καρλάιλ να αναφέρει ότι θα τους βοηθήσουν και οι λύκοι. Κάνουνε συμμαχία μαζί τους; Τουλάχιστον θα είναι σίγουρα ασφαλής.

Τέντωσα και άλλο τον λαιμό μου και είδα την Μπέλλα να κάθεται στον καναπέ και να κλαίει. Προφανώς για τον χαμό του Έντουαρντ. Καημένη, σκέφτηκα ειρωνικά. Γύρισα πίσω.

«Είναι όλα εντάξει.» είπα κοιτώντας τον Άλεκ και τον Σαντιάγκο στα μάτια. Το μονο που μένει τώρα είναι να επισκεφτούμε την Βικτώρια και να την εκφοβήσουμε ελαφρώς. Ακόμα και αν επιτεθεί όμως οι Κάλλεν είναι ασφαλείς. Έχουν μαζί την οικογένεια του Ελέαζαρ και θα τους βοηθήσουν και οι λύκοι.

«Γιατί δεν σκοτώνουμε την Βικτώρια;» πρότεινε ο Άλεκ.

«Θα το κάνουμε μόνο αν δεν έχουμε άλλη επιλογή. Δεν θέλω να κινήσουμε υποψίες.» Σταμάτησα να μιλάω και προσπάθησα να πιάσω στο αέρα την μυρωδιά της. Αμέσως έπιασα μια γλυκιά για βρικόλακα μυρωδιά που κατάλαβα ότι μάλλον είναι της Βικτώριας. Των Κάλλεν και της οικογένειας του Ελέαζαρ δεν είναι άρα ποιος άλλος βρικόλακας να ερχόταν εδώ και μάλιστα πρόσφατα;

Ανέβηκα πάλι πάνω στον Αντόνιο και αρχίσαμε να τρέχουμε. Ακολούθησα χωρίς δυσκολία την μυρωδιά και σύντομα φτάσαμε σε ένα ξέφωτο με ένα μικρό σπίτι μέσα. Ήταν ροζ και έμοιαζε περισσότερο με ένα σπίτι ζαχαροπλάστη παρά με ένα σπίτι διαβολικού βρικόλακα που ζητάει εκδίκηση. Κατέβηκα από την πλάτη του Αντόνιο και τον κλότσησα στο πόδι.

«Μείνε εδώ.» τον διέταξα. Άρχισα να κατευθύνομαι προς το σπίτι της Βικτώριας. Οι κάπες μας θρόιζαν στο γρασίδι. Ξαφνικά άκουσα ένα ήχο σε κάποια δέντρα κοντά μας. Γύρισα και κατάφερα να δω στο φως της πανσέληνου, αφού πια είχε βραδιάσει, δυο νεογέννητους βρικόλακες πάνω σε ένα δέντρο. Μια νεαρή κοπέλα με μαύρα μαλλιά και δίπλα της ένα επίσης νεαρό.

Τους αγνόησα. Είναι σίγουρα από το στρατό της Βικτώριας. Συνέχισα να περπατάω προς την πόρτα. Την κλότσησα εύκολα και αμέσως έπεσε κάτω. Ο χώρος που υπήρχε εδώ ήταν κενός. Κάποια έπιπλα ήταν τυλιγμένα με σεντόνια. Παντού υπήρχε σκόνη και ιστοί αράχνης. Η μυρωδιά δυο πια βρικολάκων ερχόταν από το πάνω πάτωμα. Ανέβηκα την ξεχαρβαλωμένη σκάλα. Πίσω μου ακολούθησαν και ο Άλεκ με τον Σαντιάγκο. Μόλις ανέβηκα βρέθηκα σε μια μικρή κρεβατοκάμαρα.

Πάνω στο κρεβάτι ήταν ξαπλωμένοι εντελώς γυμνοί μια βρικόλακας με πορφυρά μαλλιά, η Βικτώρια μάλλον, και ένας ακόμα βρυκόλακας. Φιλιόντουσαν και είδα το χέρι του ενός βρικόλακα να χαϊδεύει απαλά τα μαλλιά της Βικτώριας. Τo χέρι του κύλησε στο λαιμό της και μετά τα χείλη του ακολούθησαν την ίδια διαδρομή μέχρι το ντεκολτέ της. Άρχισε να την φιλάει. Τo ήξεραν ότι ήμασταν εδώ για αυτό η κοκκινομάλλα απομακρύνθηκε φορώντας μια κόκκινη ρόμπα. Το ίδιο έκανε και άλλος.

«Έχετε πρόβλημα;» είπα.

«Τζέιν;» η Βικτώρια έδειξε να με αναγνωρίζει. Όλοι σχεδόν ήξεραν ότι ανήκα στην φρουρά των Βολτούρι.

«Τι θέλουν οι Βολτούρι;» είπε ο άντρας

«Πως σε λένε;» ρώτησα με τόνο που έδειχνε ότι και να αρνηθεί πάλι θα μάθαινα το όνομα του.

«Ράιλι.» είπε κοιτώντας την Βικτώρια με ένα βλέμμα όλο νόημα. Κατάλαβα ότι έλεγε την αλήθεια.

«Ισχύει ότι έχεις φτιάξει ένα στρατό και θέλεις να επιτεθείς στους Κάλλεν;

«Ναι αλλά αυτό δεν αφορά τους Βολτούρι εφόσον δεν παραβιάζουμε κάποιο νόμο.»

«Ίσως εσείς όχι αλλά οι νεογέννητοι σου ναι. Σκοτώνουν φανερά. Είναι κιόλας απέξω δυο.» Με κοίταξε με απορία που έδειχνε ότι δεν το ήξερε. Ο Ράιλι κοίταξε από το παράθυρο. Είδε μόνο τον έναν.

«Ο Ντιέγκο;»

Τον διέκοψα επιδεικτικά.

«Κανονικά θα έπρεπε να σας τιμωρήσουμε αλλά το πρόβλημα είναι άλλο. Ο Άρο θέλει όλους τους Κάλλεν ζωντανούς οπότε δεν πρόκειται να επιτεθείτε.»

«Μα-» πήγε να πει η Βικτώρια αλλά αμέσως την κοίταξα με ένα βλέμμα και άρχισα να χρησιμοποιώ το χάρισμα μου. Μόλις εντόπισα τα μάτια της ένιωσα εκείνη την σύνδεση και το ρίγος που νιώθω όταν το χρησιμοποιώ.

Την είδα να σφαδάζει από τον πόνο. Ο Ράιλι έκανε μια κίνηση προς τα εμένα αλλά η Βικτώρια έβγαλε μια τόσο δυνατή κραυγή πόνου που σταμάτησε. Κοίταξα αλλού σταματώντας να την πονώ.

«Δεν θα επιτεθείτε.» είπα εμφανώς νευριασμένη. Αν έστω υποψιαστούμε κάτι θα είστε νεκροί.»

Γύρισα αμέσως και ο μανδύας μου θρόισε σκουπίζοντας το πάτωμα. Σηκώθηκε ένα σύννεφο σκόνης. Κατεβήκαμε την σκάλα και βγήκα έξω. Πήγαμε αμέσως στον Αντόνιο ελέγχοντας τα δέντρα για του δυο μας φίλους. Ήταν άφαντοι.

«Θα επιτεθεί.» είπε αμέσως ο Άλεκ.

«Το ξέρω.» επιβεβαίωσα τα λεγόμενα του. «Αλλά-»

Ο Σαντιάγκο με συμπλήρωσε

«Οι Κάλλεν θα κερδίσουν. Έχουν πολύ περισσότερη δύναμη από αυτήν. Η Μπέλλα και όλοι θα είναι ασφαλής.»

Ανέβηκα πάλι πάνω στον Αντόνιο και γύρισα να φύγουμε.

Σάββατο 17 Ιουλίου 2010

Palazzo Dei Priori


                                                   
                                                    9ο Κεφάλαιο
                                                 Αρχή Του Τέλους


Bellas POV
Το άπλετο φως που μπήκε από την τζαμαρία στο δωμάτιο του Έντουαρντ έπεσε στα μάτια μου ξυπνώντας με. Κοίταξα τριγύρω και μετά κοίταξα το ρολόι στον καρπό μου. Εφτά και μισή. Η Άλις προφανώς δεν θα είχε έρθει να με ξυπνήσει επειδή χθες βράδυ ξενυχτήσαμε. Θα με άφηνε να κοιμηθώ ως αργά. Ειδικά τώρα που η μάχη όλο πλησίαζε και ίσως να μην κοιμόμουν για πολλές ώρες.

Εντωμεταξύ με το όραμα της Άλις και την Τζέιν που πήγαινε στην Αυστραλία κάνεις δεν είχε βγάλει καμία άκρη. Ίσως να ήταν άσχετο. Ίσως να είχε σχέση με το ότι οι Βολτούρι μάλλον ήθελαν να μας σκοτώσουν. Το γεγονός όμως ότι η Άλις δεν μπορούσε να δει τίποτα που να αφορούσε τους Βολτούρι ήταν ένα ακόμα στοιχείο που έκανε τον Καρλάιλ να ανησυχεί. Κατέβηκα στην κουζίνα. Ήταν άδεια όπως και όλοι οι χώροι του σπιτιού που συνάντησα μέχρι να φτάσω εκεί. Πέρασα την πόρτα που οδηγεί στην τραπεζαρία. Το τραπέζι ήταν γεμάτο φαγητά. Στο τραπέζι καθόταν η Τάνια.

«Καλημέρα Μπέλλα.»

«Τάνια; Καλημέρα, που είναι όλοι;»

«Υποθέτω στα δωμάτια τους ίσως.»

«Και όλα αυτά ποιος τα έφτιαξε;» Έδειξα με το χέρι μου τις βάφλες ,τις κρέπες, τα toast καθώς και όλα τα φαγητά που απλώνονταν στο τραπέζι.

«Η Άλις με έμενα νωρίτερα. Είδε ότι θα ξυπνούσες και τα έφτιαξε τώρα για να είναι ζεστά.»

Κάθε μέρα έβλεπε πότε θα ξυπνούσα για αυτό ήταν το φαγητό πάντα ζεστό; Έκατσα στο τραπέζι και σερβιρίστηκα μια τηγανίτα. Η Τάνια για να με βοηθήσει έφερε προς το μέρος το μπουκαλάκι με το σιρόπι σοκολάτας και έριξε λίγο πάνω από τις τηγανητές.

«Τάνια;» έψαξα γρήγορα ένα θέμα να κουβεντιάσουμε όσο έτρωγα «Στην οικογένεια των Κάλλεν έχουν κάποιοι κάποια σπάνια χαρίσματα όπως η Άλις και ο Τζάσπερ.»

«Ναι ξέρω Μπέλλα.»

«Μα φυσικά και ξέρεις. Εσείς έχετε κάποιον στην οικογένεια σας, που να έχει χάρισμα;»

«Ναι έχει ο Ελέαζαρ και η Κέιτ. Ξέρεις νομίζω είναι πάρα πολλά αυτά που έχει κάποιος αν είναι βρικόλακας που ένα παραπάνω χάρισμα ίσως να έχει μεγαλύτερο αντίτιμο οπότε δεν με νοιάζει τόσο.»

«Τι αντίτιμο έχει να είναι κάποιος βρικόλακας Τάνια;» Ο τόνος μου ήταν σαρκαστικός.

«Ότι μετά θα πάει στην κόλαση. Η αθανασία έχει αντίτιμο.

Στο μυαλό μου ήρθε το πορτρέτο του Dorian Grey που διάβαζα. Ζήτησε αθανασία πουλώντας την ψυχή του στο διάβολο. Αν και οι βρικόλακες είναι αθάνατοι αλλά η ψυχή τους έχει πουληθεί στο διάβολο; Ανατρίχιασα και άλλαξα θέμα.

«Ο Ελέαζαρ τι χάρισμα έχει ;»

«Δεν σου έχουν πει την ιστορία; Ο Ελέαζαρ παλιά ήταν μαζί με τους Βολτούρι. Το χάρισμα του χρησίμευε πολύ στον Άρο. Μπορεί για αυτό κιόλας να μας ήθελε στην Βολτέρα. Δεν ξέρουμε.»

«Και τι χάρισμα έχει λοιπόν ο Ελέαζαρ;»

«Μπορεί να διαβάσει σε έναν βρικόλακα τι χάρισμα έχει αυτός και αν έχει ένα. Ακόμα μπορεί να διακρίνει στους ανθρώπους τι χάρισμα θα έχουν αν γίνουν βρικόλακες.»

«Σε έμενα τι βλέπει;»

«Αυτό τον ρώτησα και εγώ την πρώτη μέρα που ήρθαμε εδώ αλλά είπε ότι δεν βλέπει τίποτα. Όπως και ο Έντουαρντ δεν μπορεί να διαβάσει την σκέψη σου και η Τζέιν δεν μπορεί να σου κάνει κακό έτσι και ο Ελέαζαρ δεν βλέπει τι χάρισμα θα έχεις. Ή μπορεί κιόλας να μην έχει καλλιεργηθεί ακόμα πολύ για αυτό να μην βλέπει το χάρισμα που σίγουρα θα έχεις.»

Αναστέναξα με λύπη.

«Και γιατί θα έχω σίγουρα κάποιο χάρισμα; Μπορεί και εγώ όπως εσύ να μην έχω χάρισμα.»

«Μπέλλα το θεωρείς λίγο ότι ένας βρικόλακας που μπορεί να διαβάσει την σκέψη σε εσένα δεν βλέπει τίποτα;»

«Ένας βρικόλακας που μπορούσε, την διόρθωσα.» Το κενό στο στήθος μου άρχισε να με πονάει αφόρητα εκείνη την στιγμή. Ήταν πιο μεγάλο από ποτέ.

Αμέσως κατέβασε το κεφάλι της με θλίψη.

«Μπέλλα; ξύπνησες.»

Η Άλις μπήκε στην τραπεζαρία.

«Καλημέρα Άλις.»

«Γιατί είσαι ακόμα με τις μπιτζάμες;»

Την κοίταξα. Ήταν πανέμορφη με τέλεια πεντακάθαρα ρούχα και με φρεσκολουσμένα μαλλιά.

«Πήγαινε να κάνεις καλύτερα ένα ντουζ έχουμε δουλειές σήμερα. Σε δυο μέρες θα είναι εδώ η Βικτώρια.»

Ακόμα δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι αύριο το βράδυ θα κοιμόμουν σε μια σκηνή με τον Τζέικομπ και περίπου πενήντα βρικόλακες μαζί με οκτώ λύκους θα πάλευαν για χάρη μου.

Ανέβηκα και έκανα ένα ντουζ με κρύο νερό ντύθηκα και ξανακατέβηκα στο σαλόνι. Η Άλις είχε καθίσει δίπλα στο Τζάσπερ στον καναπέ και η ΑΪρίνα καθόταν με την Ρόζαλι και την Τάνια και μιλούσαν. Στα χέρια της Άλις είδα ένα καφέ φάκελο.

«Μπέλλα σου απάντησαν από ένα πανεπιστήμιο.»

«Άλις αλήθεια τώρα, σε τι μου χρησιμεύει το πανεπιστήμιο αφού θα με μεταμορφώσεις;»

«Πρέπει κάτι να πούμε στον Τσάρλι. Και για να έχουμε αποδείξεις ότι μόλις σε μεταμορφώσω θα πάμε στην Αλάσκα. Και μετά θα δούμε τι θα κάνουμε.

***

Η υπόλοιπη μέρα μέχρι και το απόγευμα πέρασε πολύ γρήγορα. Κυρίως έβλεπα τηλεόραση και μιλούσα με την Άλις. Κατά το μεσημέρι κιόλας μιας και δεν είχα τι να κάνω βοήθησα την Έσμε στην κηπουρική στον κήπο. Όταν άρχισε να σουρουπώνει ντύθηκα και η Άλις με πήγε στα σύνορα. Θα πήγαινα στο Τζέικομπ που με είχε καλέσει σε αυτή την τελετή που θα έλεγαν οι παλιότεροι τους θρύλους στον Σέθ, την Λία και τον Κούιλ. Δεν ανυπομονούσα ιδιαίτερα ούτε για τους θρύλους ούτε για την νυχτερινή εκπαίδευση. Πιο πολύ τώρα την θέση της ανυπομονησίας είχε πάρει το άγχος για την μάχη που θα ακολουθούσε.

Μόλις κατέβηκα είδα την κόκκινη rabbit του Τζέικ να με περιμένει. Προφανώς επειδή είχα γκρινιάξει με την μηχανή ήθελε να με ευχαριστήσει σήμερα και ήρθε με το αυτοκίνητο. Μπήκα μέσα.

«Μπέλλα είσαι πολύ όμορφη σήμερα.» είπε και με χαιρέτησε με μια αγκαλιά.

Τον κοίταξα. Ήταν ημίγυμνος φορώντας μόνο ένα σορτς.

«Ευχαριστώ υποθέτω»

Γέλασε.

Άρχισε να οδηγεί και ενώ περίμενα να πάμε σπίτι του έστριψε στο Λα Πους. Πάρκαρε και μετά από λίγο περπάτημα είδα καπνό. Είχε στηθεί μια τεραστία φωτιά στην παραλία και γύρω της υπήρχαν κυκλικά κούτσουρα και κορμοί δέντρων. Κάθονταν σε αυτούς όλοι οι λυκάνθρωποι μαζί με την Έμιλυ, την Σου και τον Μπίλι. Κάποιοι συζήταγαν και από όσο μπόρεσαν να ακούσω μιλούσαν για την εκπαίδευση και στοιχημάτιζαν ποιος θα κερδίσει ποιον. Μας περίμεναν δυο κενές θέσεις. Μόλις κάτσαμε ο Μπίλι άρχισε να μιλάει με επίσημο τόνο και όλες οι συζητήσεις σταμάτησαν.

«Σήμερα θα καλωσορίσουμε τον Κούιλ, τον Σέθ και την πρώτη γυναίκα στην φυλή την Λία. Ακόμα θα καλωσορίσουμε την πρώτη ξένη που ακούει ποτέ ιστορία μας την Μπέλλα.»

Μου χαμογέλασε ελαφρώς .

«Κανονικά σήμερα θα έπρεπε να πω τον θρύλο που λέμε κάθε φορά στους νεοφερμένους, την ιστορία δηλαδή του πρώτου αρχηγού και της τρίτης συζύγου. Όμως σήμερα για να τιμήσουμε την Μπέλλα και έναν άνθρωπο που αγαπούσε πολύ και πρόσφατα έφυγε από την ζωή,αν και είναι βρικόλακας, θα μιλήσουμε λοιπόν για τον θάνατο. Και τι πίστευαν οι Κουίλετ για αυτόν. Ακόμα θα σας πω την ιστορία του Καχίρι και της γυναίκας που αγαπούσε.

Όλοι τον κοίταξαν με περιέργεια και κατάλαβα πως μάλλον δεν είχαν ξανακούσει αυτή την ιστορία. Η Έμιλυ είχε πάρει ένα τετράδιο και όση ώρα ο Μπίλι μιλούσε σημείωνε με ένα στυλό ότι έλεγε.

«Πίστευαν ότι όταν ένας άνθρωπος πέθαινε είτε ήταν γυναίκα, άντρας και παιδί το σώμα του παρέμενε στην γη. Η ψυχή του όμως έφευγε από το σώμα του και ζούσε σαν φάντασμα κοντά στο σώμα. Για αυτό για να φύγει λοιπόν η ψυχή βάζανε τα σώματα σε ξύλινα κανό και τα έριχναν στο ποτάμι. Η ψυχή έμενε κοντά στο σώμα και τελικά χανόταν για πάντα. Αν δεν πετούσαν το σώμα στο ποτάμι, η ψυχή του πεθαμένου θα παρέμενε ως φάντασμα για πάντα κοντά στο χωριό.»

Το μόνο που ακουγόταν ήταν το στυλό της Έμιλυ πάνω στο τετράδιο.

«Ο Καχίρι ήταν ένας πολύ ευτυχισμένος άνθρωπος που ζούσε σε αυτό το χωριό που υπήρχε κάποτε εδώ μαζί με την πανέμορφη γυναίκα του. Η γυναίκα του μια φορά είχε πάει στο δάσος μακριά από το χωριό. Πέρναγε τότε από την περιοχή ένας παγωμένος. ένας βρικόλακας. Την σκότωσε και της ήπιε το αίμα αφήνοντας το πτώμα της στο δάσος. Ο Καχίρι την αναζήτησε όταν είδε πως δεν ήταν σπίτι. Βρήκε το πτώμα της στο δάσος μαζί με τον καλύτερο του φίλο που αμέσως έτρεξε να του σταθεί.

Ο Καχίρι βαθειά θλιμμένος για να τιμήσει την γυναίκα του έκατσε και έφτιαξε ένα κανό που όμοιο του δεν είχε δει κάνεις. Ήταν πανέμορφο. Συγκεντρώθηκε λοιπόν όλο το χωριό και όταν ρίξανε το σώμα της στο ποτάμι, ο Καχίρι δεν άντεξε την θλίψη και αυτοκτόνησε πέφτοντας ο ίδιος μέσα στο ορμητικό ρεύμα. Η ψυχή του τότε έφυγε μέσα από το σώμα του και ακολούθησε το κανό που υπήρχε το σώμα της αγαπημένης του αναζητώντας την ψυχή της. Ακολούθησε το κανό μέσα σε καταρράχτες και παραποτάμους και όταν τελικά κατέληξε στην θάλασσα την είδε να κάθετε πάνω στο σώμα της αγαπημένης του. Ήταν τόσο μεγάλη η χαρά του που έτρεξε και την φίλησε.

Λέγεται μάλιστα πως όποιος έβλεπε εκείνη την ώρα την σκηνή θα έβλεπε έναν υπέροχο νεαρό και μια πανέμορφη κοπέλα να φιλιούνται σαν να ήταν ζωντανοί αληθινοί. Η θησεία του Καχίρι για την πραγματική του αγάπη έμεινε στην ιστορία των Κουίλετ.»

Όλοι τον κοίταξαν με ανοιχτό το στόμα. Εγώ είχα μείνει άφωνη από αυτή την φοβερή και συγκινητική ιστορία για την αληθινή αγάπη και το ερώτα. Κοίταξα τον Τζέικ και για μια στιγμή μου πέρασε από το μυαλό η αυτοκτονία ως η μόνη λύση για να ξαναδώ τον Έντουαρντ. Ο Τζέικομπ σηκώθηκε. Κάποιοι άρχισαν να συζητάνε πάλι. Συζητούσαν όμως την ιστορία και όχι για την εκπαίδευση. Ο Μπίλι σηκώθηκε και μαζί με την Έμιλυ και την Σου σηκώθηκε να πάνε πίσω στα σπίτια τους. Κοίταξε τον Σαμ και μίλησε.

«Καλύτερα να φύγετε είναι σχεδόν έντεκα.»

Ούτε που κατάλαβα πως πέρασε η ώρα. Μεταμορφώθηκαν όλοι σε λυκάνθρωπο και άρχισαν να τρέχουν. Ο Τζέικομπ με πήρε στα χέρια του και αρχίσαμε να τρέχουμε πίσω από τους άλλους. Ακολουθήσαμε την ίδια διαδρομή με χθες και σύντομα φτάσαμε στο χωράφι. Εκεί ήταν όλοι οι Κάλλεν μαζί με την οικογένεια του Ελέαζαρ αλλά δεν είχαν την ίδια παράταξη. Η Άλις μάλιστα μαζί με τον Τζάσπερ κρατούσαν διάφορα πράγματα. Τους πλησίασα και με ακολουθούσε και ο Τζέικ που σε αντίθεση με χθες που είχε πάρει την μορφή λύκου τώρα είχε ακόμα την ανθρώπινη μορφή του.

«Μπέλλα.» Η φωνή της Άλις ήταν πανικόβλητη. «Είδα ένα όραμα. Η Βικτώρια άλλαξε γνώμη και θα έρθει αύριο το πρωί. Είναι ήδη καθόδων. Δεν έχουμε καθόλου χρόνο.

Αμέσως πανικοβλήθηκα και ένιωσα την αδρεναλίνη να με κατακλύζει.

«Τι ; πώς;»

«Δεν έχουμε καθόλου χρόνο. Τζέικομπ πάρε αυτά.» του έδωσε τα πράγματα που κρατούσε. «Είναι σκηνή και ότι άλλο θα χρειαστείτε. Έχει και κονσέρβες σε περίπτωση που η Μπέλλα πεινάσει. Πάρε αυτό.» Του έδωσε ένα χάρτη και μια πυξίδα.

«Ακολούθησε την διαδρομή και θα φτάσεις σε ένα ξέφωτο. Στήσε εκεί την σκηνή και κοιμηθείτε μαζί. Εμείς θα κάνουμε ότι μπορούμε όλοι νύχτα για να είμαστε έτοιμοι αύριο το πρωί να πολεμήσουμε. Μην κουνηθείτε καθόλου από την περιοχή. Όταν τελειώσει θα το ξέρεις. Μόνο τότε θα έρθετε πίσω. Σε παρακαλώ Τζέικομπ κράτησε την ασφαλή στηριζόμαστε σε σένα. Ελπίζουμε η μυρωδιά σου να καλύψει την μυρωδιά της Μπέλλας και να μην σας μυρίσει η Βικτώρια έτσι και αλλιώς θα είναι απασχολημένη με την μάχη. Και το βασικότερο.» Τον κοίταξε στα μάτια. «Μην βγεις καθόλου από την πορεία. Η Βικτώρια θα σας μυρίσει.»

«Άλις θα τα πούμε.» την αγκάλιασα όσο πιο σφιχτά μπορούσα και άφησα δάκρυα να πέσουν από τα μάτια μου. Δεν έκλαιγα από στεναχώρια. Όχι . Έκλαιγα από φόβο. Χωρίς κοντά μου τον Έντουαρντ, ίσως δεν τα κατάφερνα.

«Μπέλλα πρέπει να φύγετε.»

«Μην ανησυχείς θα είμαι μια χαρά.»

Ο Τζέικ με πήρε αγκαλιά και αφού κοίταξε προσεχτικά την πορεία αρχίσαμε να τρέχουμε.

«Τζέικομπ φοβάμαι.»

«Σσς, μην ανησυχείς όλα θα πάνε καλά. Οι Κάλλεν θα σκοτώσουν όλες τις βδέλλες και μετά επιτέλους θα είσαι ασφαλής.»

Τον κοίταξα στα σοκολατί του μάτια. Άρχισε να τρέχει πιο γρήγορα και τα δέντρα έγιναν πιο αραιά. Φτάσαμε σε ένα υπέροχο ξέφωτο. Ήταν πανέμορφο. Μου θύμιζε λίγο το λιβάδι. Έκατσα σε μια πέτρα. Ο Τζέικομπ αμέσως άρχισε να στήνει την σκηνή. Φαινόταν ότι ήξερε τι έκανε. Άρχισε να ψιχαλίζει. έστρεψα το βλέμμα μου στον ουρανό και είδα τις ψιχάλες που σύντομα έγιναν βροχή να πέφτουν στο χώμα.

Μπήκαν σταγόνες βροχής στα μάτια μου. Όλος ο τόπος άρχισε να μυρίζει βρεμένο χώμα. Υπέροχη μυρωδιά. Όταν είχα έρθει στο Φόρκς την σιχαινόμουν, τώρα όμως συνδέεται με τον Έντουαρντ. Για αυτό θα την λατρεύω πάντα. Ο Τζέικ σταμάτησε να στήνει και μου έδωσε ένα μπουφάν με γούνα, που προφανώς ήταν μέσα στα πράγματα που μας είχε δώσει η Άλις, και ένα σκούφο.

Τα φόρεσα να ζεσταθώ αν και η διάφορα δεν ήταν και πολύ μεγάλη. Ακόμα τουρτούριζα από το κρύο. Ο Τζέικομπ μετά από πέντε λεπτά ολοκλήρωσε την σκηνή. Ακριβώς την στιγμή που η βροχή είχε γίνει χιονόνερο και ο αέρας είχε δυναμώσει τόσο πολύ που ο θόρυβος ήταν πολύ επώδυνος. Σαν κάποιος να ουρλιάζει. Άνοιξε την σκηνή και μπήκαμε μέσα. Ακούμπησε κάτω τον βαρύ σάκο που φορούσε και έβγαλε από μέσα δυο sleeping bag. Τα άνοιξε και εγώ αμέσως χώθηκα στο ένα παραμένοντας με το μπουφάν και τον σκούφο. Ο Τζέικ φορούσε ακόμα μόνο ένα σορτς και παρόλα αυτά δεν έτρεμε καν.

«Μπέλλα έχεις μελανιάσει.»

Ήρθε και χώθηκε μες στο sleeping bag μου. Αμέσως ένιωσα όλο μου το κορμί να ζεσταίνεται . Τώρα ο αέρας έξω φυσούσε ακόμα πιο δυνατά και η σκηνή τρανταζόταν. Νόμιζα πως θα την πάρει ο αέρας. Έκλεισα σφιχτά τα μάτια. Το βουητό του αέρα με έκανε να αποκοιμηθώ. Εκείνη την νύχτα ονειρεύτηκα τον Έντουαρντ. Είδα πως ήταν μαζί μου στην σκηνή. Ήταν φανερά εκνευρισμένος που ο Τζέικ είχε μπει στο sleeping bag μου. Ακόμα και νευριασμένος όμως ήταν πανέμορφος. Σε αγαπώ ψιθύρισα μες στον ύπνο μου.

Άνοιξα τα μάτια μου. Φως έμπαινε στην σκηνή από την σήτα. Κοίταξα τριγύρω. Ο Τζέικ δεν ήταν μέσα στην σκηνή. Η πλάτη μου πονούσε αφόρητα από το κακοτράχαλο έδαφος. Ανασηκώθηκα και έφαγα μια μπάρα δημητριακών που βρήκα στο σακίδιο. Άνοιξα λίγο την σήτα και αφού φόρεσα το μπουφάν μου άρχισα να φοράω τα μποτάκια μου. Με την άκρη του ματιού μου είδα τον Τζέικομπ μεταμορφωμένο σε λύκο να μπαίνει μες στο δάσος. Έδεσα τα κορδόνια μου και σήκωσα το κεφάλι. Έξω όλο το τοπίο ήταν κατάλευκο από το χιόνι. Ο ήλιος αντανακλούσε πάνω στο λευκό και άστραφτε.

Πάνω στο αφράτο χιόνι υπήρχαν τέσσερις πατημασιές που έβγαιναν από την σκηνή και μετά πατημασιές λύκου. Ο Τζέικομπ εμφανίστηκε ξανά από τα δέντρα με την ανθρώπινη μορφή του.

«Μπέλλα καλημέρα.»

«Καλημέρα Τζέικ. Του χαμογέλασα ελαφρά. Τι γίνετε;»

«Η μάχη μόλις άρχισε είναι τριάντα βδέλλες αλλά μέχρι τώρα νικάμε. Η Άλις μόλις αποκεφάλισε μια άλλη βδέλλα. Χαμογέλασε. Είναι όλοι καλά.Η Βικτώρια δεν έχει εμφανιστεί ακόμα. Δεν είναι πουθενά στο ξέφωτο.»

Το γεγονός ότι η Βικτώρια δεν είχε ακόμα εμφανιστεί με φόβισε. Που ήταν; Αν μεταμόρφωνε και άλλους για να μας νικήσει σίγουρα;

Τις σκέψεις μου διέκοψε ένας θόρυβος σαν κλαδί που σπάει. Άκουσα βήματα πάνω στο αφράτο χιόνι. Έστρεψα ενστικτωδώς το κεφάλι μου εκεί από όπου ερχόταν ο θόρυβος και αντίκρισα δυο σιλουέτες να πλησιάζουν. Μια γυναίκα και ένας άντρας. Η γυναίκα είχε κόκκινο πορφυρό μαλλί.