BLOGGER TEMPLATES - TWITTER BACKGROUNDS »

Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου 2010

Κυκλάμινα Στο Χιόνι

                                                     

                                                    Πρώτο Μέρος
                                                     Τσάι με γάλα

Edwards POV

Σικάγο, 1918


Τα δάχτυλα μου κύλησαν πάνω στα πλήκτρα του πιάνου ακολουθώντας πιστά την μελωδία του Mozart. Η μουσική με έκανε να ξεχάσω. Ήταν ακριβώς ένας μήνας από όταν ο πατέρας μου άφησε την τελευταία του πνοή. Ήταν μόλις ένας μήνας και φαινόταν σαν ένα αιώνας από όταν είδα τα μάτια του να με κοιτάζουν νεκρά.

Η σκέψη με έκανε να ανατριχιάσω πατώντας λάθος πλήκτρο και δημιουργώντας μια παραφωνία στην μελωδία που κατέκλυζε το μυαλό μου.

Ακόμα όμως και η μουσική δεν κατάφερνε να σβήσει τις αναμνήσεις. Έστω και προσωρινά. Σήμερα έκλεινε ένας μήνας. Έπρεπε να αναλάβω πλέον τις ευθύνες μου. Μετέφερα τα δάχτυλα μου μια οκτάβα πιο πάνω στο πιάνο παίζοντας δυναμικότερα στην προσπάθεια μου να ξεχάσω εκτός από τον θάνατο του πατέρα μου και τις ευθύνες μου περίμεναν κλεισμένες σε ένα μικρό κουτί μέσα στον εγκέφαλο μου, το κουτί της Πανδώρας, υπομονετικά να το ανοίξω και να τις αναλάβω.

Η μητέρα μου ήξερε πως δεν ήθελα σε καμιά περίπτωση να ακολουθήσω το επάγγελμα του πατέρα μου και να γίνω δικηγόρος. Γιατί δεν έλεγε να το καταλάβει επιτέλους; Ήθελα να βοηθήσω στον παγκόσμιο πόλεμο. Να νιώσω χρήσιμος κάπου. Και όχι να κάθομαι κλεισμένος μέσα σε αυτό σπίτι περιμένοντας κάποιος να μου ανοίξει το κλουβί μου για να πετάξω μακριά.

Μετά τον θάνατο του πατέρα μου όλα άλλαξαν. Η μητέρα μου κλείστηκε στον εαυτό της και τα σχέδια μου να φύγω και να βοηθήσω τα στρατεύματα που στείλαμε για ενίσχυση στον πόλεμο κατέρρευσαν.

Περίμενα έως σήμερα. Σήμερα πρέπει να αποφασίσω αν θα φύγω. Αύριο το πρωί ένα νέο στράτευμα φεύγει. Η απορία είναι θα το ακολουθήσω ή θα μείνω εδώ περιμένοντας και ακολουθώντας το επάγγελμα του πατέρα μου;

Σήμερα έπρεπε να αποφασίσω. Το είχα κάνει όμως; Δεν είχα κουράγιο να γυρίσω την σελίδα στην παρτιτούρα και άρχισα να παίζω ξανά τις ίδιες νότες γεμίζοντας ξανά τον χώρο με την ίδια μελωδία. Όχι. Η λέξη σχηματίστηκε με βεβαιότητα στις σκέψεις μου. Δεν είχα αποφασίσει. Να άφηνα την μητέρα μου μόνη τώρα που ήταν πιο δυστυχισμένη από ποτέ η να μείνω μαζί της κάνοντας το εαυτό μου δυστυχισμένο;

Μια δέσμη φωτός γέμισε στο δωμάτιο και άκουσα βήματα πίσω μου. Κοίταξα με την άκρη του ματιού μου την μητέρα μου να μπαίνει.

«Σου έφερα λίγο τσάι.» είπε και η φωνή της ακούστηκε βραχνή ειδικά, με υπόκρουση την μελωδία που τα χέρια μου επαναλάμβαναν συνεχώς ανεπαίσθητα. Έγνεψα κλείνοντας τα μάτια μου. Ακόμα και με κλειστά τα μάτια, τα χέρια μου ήξεραν ακριβώς που είναι κάθε νότα. Άκουσα τον ήχο από την πορσελάνη καθώς η μητέρα μου ακουμπούσε πάνω στο πιάνο τον δίσκο. Άφησα τα δάχτυλα μου από τα πλήκτρα και άνοιξα τα μάτια μου.

Γέμισα το φλιτζάνι με τσάι και πρόσθεσα αρκετό γάλα. Ανακάτεψα καλά το ρόφημα και έφερα το φλιτζάνι στα χείλη μου. Το καυτό υγρό κύλησε στο λαιμό μου γεμίζοντας παράλληλα με γεύση όλο τον ουρανίσκο μου. Η μυρωδιά του γάλατος ανακατεμένη με το τσάι επανάφερε στο μυαλό μου την τελευταία βραδιά ζωής του πατέρα μου.

Η μυρωδιά του τσαγιού που γέμιζε τώρα το δωμάτιο ανακατεύθηκε με αυτήν της ανάμνησης κάνοντας το παρόν με το παρελθόν μια θολούρα στο μυαλό μου.


Η φωτιά τριζοβόλησε στο μεγάλο μαρμάρινο τζάκι στην μέση του καθιστικού. Ο αέρας ούρλιαζε έξω από τα μεγάλα παράθυρα. Καθόμουν στην μεγάλη δερμάτινη πολυθρόνα κοιτώντας έξω το χιόνι που έπεφτε πυκνό στον κήπο. Παρότι το δωμάτιο ήταν ζεστό από την φωτιά του τζακιού επικρατούσε ψύχρα στα συναισθήματα μου. Πριν έξι μήνες είχαν διαγνώσει στον πατέρα μου ισπανική γρίπη. Σήμερα το απόγευμα τον επισκέφτηκε ξανά ο γιατρός, ένας νεαρός γιατρός με ξανθά μαλλιά.

Μας είπε ότι είχε χειροτερέψει πολύ και ίσως η γρίπη να είχε εξελιχθεί σε πνευμονία. Ο βήχας του πατέρα μου από το δίπλα δωμάτιο αντήχησε ξανά σε όλο τον χώρο. Στο φως του τζακιού είδα την σκιά της μητέρας μου να το φιλάει απαλά στο μάγουλο. Την άκουσα να ψιθυρίζει ενθαρρυντικά λόγια.

Ξέραμε και οι δυο ότι δεν απομένουν στον πατέρα μου πολλές ώρες ζωής. Γιατί να του το πούμε όμως καταστρέφοντας τις τελευταίες χαρούμενες στιγμές στην ζωή του; Φώναξα βραχνά το όνομα της υπηρέτριας. Φάνηκε στο σκοτάδι έτοιμη να εκτελέσει οποιαδήποτε διαταγή μου.

«Μου φέρνεις ένα φλιτζάνι τσάι;» είπα χρησιμοποιώντας την ευγενική φωνή μου. Η μητέρα μου επέμενε πως έχω χάρισμα να μαγεύω τους άλλους ανάλογα με την διάθεση της φωνής μου.

Ο βήχας του πατέρα μου κάλυψε τον ήχο του φλιτζανιού πάνω στο ασημένιο δίσκο καθώς τον ακούμπησε στο τραπέζι η Ρόουζ. Της έγνεψα ένα ευχαριστώ και έπιασα στο χέρι μου το φλιτζάνι.

Πρόσθεσα γάλα και κατέβασα την πρώτη γουλιά. Μαζί με την γεύση της που ανακατεύθηκε και τελικά πνίγηκε στο λαιμό μου πνίγηκαν και τα συναισθήματα μου. Άφησα το φλιτζάνι και πήγα στο δίπλα δωμάτιο να είμαι κοντά στο πατέρα μου.

Τον είδα ξαπλωμένο στο μεγάλο ξύλινο κρεβάτι της κάμαρας. Το χρώμα του ήταν λευκό και συνεχώς έβηχε πνίγοντας κάθε ήχο στο δωμάτιο. Η μητέρα μου σκυμμένη συνεχώς από πάνω του ανήσυχη δεν συνειδητοποίησε την παρουσία μου στο δωμάτιο μέχρι που μίλησα.

«Έχει πυρετό;» ρώτησα και αμέσως επανέλαβα το όνομα της Ρόουζ. Είδα την μητέρα μου να αγγίζει απαλά με τα δάχτυλα της τα χείλη του πατερα μου.

«Μάλλον.» ψιθύρισε με αγωνιά, φόβο και λύπη να διακρίνεται στην φωνή της. Η Ρόουζ μπήκε στο δωμάτιο.

«Μπορείς σε παρακαλώ να ετοιμάσεις κάποια κομμάτια λινό ύφασμα εμποτισμένα με βραστό νερό; ψιθύρισε η μητέρα μου στην Ρόουζ.

Έγνεψε καταφατικά και έστριψε να φύγει όταν την σταμάτησα με την φωνή μου.

«Και στείλε σε παρακαλώ κάποιον άλλο από το προσωπικό να πάρει το φλιτζάνι μου από το καθιστικό.» η μυρωδιά τσαγιού γέμιζε ακόμα το δωμάτιο. Ο βήχας του πατέρα μου κάλυψε τα λόγια της που ήταν προφανώς καταφατικά.

Πλησίασα και κάθισα δίπλα του. Έπιασα το χέρι του και το έβαλα ανάμεσα στις παλάμες μου. Κοίταξα τα μάτια του. Είδα την φλόγα που φώτιζε πάντα μέσα τους κάνοντας τα να λάμπουν να σβήνει .Το βλέμμα μου στράφηκε στα πράσινα μάτια της μητέρας μου. Ολόιδια με τα δικά μου. Κάτι που είχα κληρονομήσει από αυτήν.


Η ήχος της πόρτας που άνοιγε με επανέφερε στο παρόν. Τα δάχτυλα μου έπαιζαν ακόμα την ίδια μελωδία ξανά και ξανά στο πιάνο. Σταμάτησα να παίζω και έστριψα όλον μου το κορμό αντικρίζοντας την Έλενα να μπαίνει στο δωμάτιο.

«Μου είπε η μητέρα σας να έρθω να πάρω το τσάι.» ψιθύρισε με σκυμμένο το κεφάλι.

«Σε ευχαριστώ πολύ Έλενα αλλά θα το πάω εγώ μετά στην Ρόουζ. Θα έρθω να δω σε λίγο την Ελίζαμπεθ.»

«Εντάξει.» είπε και έκανε να στρίψει όταν σαν κάτι να θυμήθηκε στράφηκε ξανά προς το μέρος μου.

«Η μητέρα σας έχει ξαπλώσει κύριε Μέισεν.» Ένιωσα το αίμα να υποχωρεί από το κεφάλι μου. Έβαλα γρήγορα το χέρι μου στην εσωτερική τσέπη του λινού σακακιού μου και έβγαλα το χρυσό ρολόι τσέπης του πατέρα μου. Κοίταξα την ώρα πανικόβλητος. Ήταν μόλις πέντε. Δεν ξάπλωνε ποτέ τόσο νωρίς.

«Συμβαίνει κάτι;» ρώτησα χωρίς να μπορώ να κρύψω τον τρεμάμενο τόνο στην φωνή μου. Η Έλενα σάστισε. Κοίταξε πρώτα εμένα έπειτα το πάτωμα και προσπάθησε να καταλάβει τι εννοούσα.

«Φοβάμαι πως δεν καταλαβαίνω.» είπε τελικά.

«Εννοώ είναι καλά; Δεν συνηθίζει να αποσύρεται τόσο νωρίς.» εξήγησα.

«Έχει μια ελαφριά ζαλάδα και πονόλαιμο. Θεώρησε καλύτερα να ξαπλώσει.»

Πανικοβλήθηκα.

«Σε παρακαλώ αύριο το πρωί στείλε κάποιον να την κοιτάξει.» προσπάθησα με λίγη επιτυχία να διατηρήσω ουδέτερη την φωνή μου.

«Μάλιστα.» έγνεψε και βγήκε από το δωμάτιο. Έσκυψα το κεφάλι μου κοιτώντας στο πάτωμα. Άφησα όλο το βάρος μου να πέσει πάνω στο μικρό δρύινο κάθισμα που χρησιμοποιούσαμε για το πιάνο.

Οι εφιάλτες μου είχαν επανέλθει. Ότι είπα στην Έλενα ήταν μόνο λόγια για να μην την ανησυχήσω. Η μήπως ήταν λόγια για να μην ανησυχήσω τον εαυτό μου; Σίγουρα δεν ήταν μια απλή γρίπη.

Δεν ήθελα με τίποτα να σκέφτομαι τα χειρότερα. Η αρρώστια να πάρει μετά τον πατέρα και την μητέρα μου. Δεν θα άντεχα ποτέ να δω τα πράσινα ματιά της να με κοιτούν νεκρά. Οι αναμνήσεις από την τελευταία βραδιά επέστρεψαν ακριβώς όπως είχαν έρθει και πριν πέντε λεπτά. Παρά τις προσπάθειες μου να διώξω της αναμνήσεις μακριά συνεχώς επέστρεφαν γεμίζοντας το μυαλό μου, την σκέψη και την λογική μου.


Ο πατέρας μου ανταπέδωσε το βλέμμα .

«Όλα θα πάνε καλά.» ψιθύρισα αλλά δεν το πίστευα ούτε καν εγώ. Η μητέρα μου συμφώνησε γνέφοντας και δίνοντας ακόμα περισσότερο θάρρος στον πατέρα μου. Ξέραμε και οι δύο ότι κάτι ότι κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε αλλά θέλαμε οι τελευταίες του στιγμές να είναι οι καλύτερες στην ζωή του.

Έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου και άκουσα τον βήχα του να αντηχεί στο δωμάτιο θυμίζοντας μου ότι είναι ακόμα ζωντανός. Και ξάφνου ο βήχας σταμάτησε. Άνοιξα τα μάτια μου και αντίκρισα τα δικά του. Η φλόγα ζωής μέσα τους είχε σβήσει. Το πρόσωπο της μητέρας μου αυλακωμένο από τις ρυτίδες λύπης και τα δάκρυα με κοιτούσε στην άλλη πλευρά του δωματίου. Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια μου στο μάγουλο μου. Σφράγισα ερμητικά τα μάτια μου.

Η ανάμνηση της τελευταίας στιγμής ζωής του πατέρα μου έφερε νέα δάκρυα στα μάτια μου. Δεν μπορούσα με τίποτα να φανταστώ ξανά αυτήν την σκηνή με την μητέρα μου στην θέση του πατέρας μου. Όχι. Είναι μια χαρά προσπάθησα να ενθαρρύνω τον εαυτό μου λέγοντας ξανά και ξανά από μέσα μου.

Όλα είναι μια χαρά. Έχει μια απλή γρίπη. Ήξερα όμως πως έλεγα ψέματα. Σηκώθηκα όρθιος και διέσχισα με μεγάλα βήματα το δωμάτιο. Βγήκα στον στενό διάδρομο προς το σαλόνι. Το φως της φωτιά που έκαιγε στο τζάκι φαινόταν ήδη.

Πλησίασα κι’ άλλο νιώθοντας την ζέστη του στο σώμα μου. Κάθισα σε μια μεγάλη πολυθρόνα και παρακολούθησα την φωτιά καθώς έγλυφε το ξύλο. Και συνειδητοποίησα ότι είχα ήδη πάρει την απόφαση μου. Η μητέρα μου δεν μπορεί να φύγει όπως ο πατέρας μου. Ακόμα και να έχει την ισπανική γρίπη θα κάνω τα πάντα για να της αποδείξω ότι όλα θα πάνε καλά.

Αύριο το πρωί δεν θα φύγω μαζί με την επόμενη στρατιά. Θα μείνω εδώ να φροντίσω την μητέρα μου μέχρι να σιγουρευτώ ότι όλα θα πάνε καλά. Και με την γλυκιά γεύση των σκέψεων μου, ακριβώς όπως είναι η γεύση ενός φλιτζανιού με τσάι και γάλα, αποκοιμήθηκα στην πολυθρόνα.

Η φωτιά του τζακιού ζέστανε τα όνειρα μου.

Ονειρεύτηκα ότι καθόμουν με την οικογένεια μου στο τραπέζι στην αυλή κάτω από δυο κατακόκκινες ανθισμένες πασχαλιές. Χαμόγελα σχηματίζονταν στα χείλη όλων και τρώγαμε ευτυχισμένοι όλοι μαζί.

***

Η αντανάκλαση του φωτός του ηλίου πάνω στο χιόνι μπήκε μέσα στο δωμάτιο ξυπνώντας με. Πονούσα παντού επειδή είχα κοιμηθεί σε πολύ άβολη στάση πάνω στην πολυθρόνα. Σηκώθηκα και τεντώθηκα. Διέσχισα το δωμάτιο και πήγα στο μπάνιο. Άνοιξα την βρύση πάνω από το μαρμάρινο νιπτήρα και έβρεξα το πρόσωπο μου.

Κοίταξα την αντανάκλαση μου στον καθρέπτη. Τα μάτια μου ήταν πρησμένα και το δέρμα μου χλωμό. Έκλεισα την βρύση. Ο ήχος του σκουριασμένου μετάλλου καθώς έκλεινα την βρύση αντήχησε σε όλο το δωμάτιο. Βγήκα από το μπάνιο ευχόμενος ο γιατρός που θα ερχόταν να δει την μητέρα μου να μας ενημέρωνε ότι έχει μόνο μια εποχιακή γρίπη. Πήγα στην τραπεζαρία όπου βρήκα την Ρόουζ με τη Έλενα να στρώνουν το τραπέζι. Είχαν σερβίρει ήδη τα πορσελάνινα πιάτα.

Κοίταξα την ώρα από το χρυσό ρολόι που έβγαλα από την τσέπη μου. Ήταν σχεδόν δέκα. Η μητέρα μου δεν φαινόταν πουθενά στο δωμάτιο.

«Καλημέρα κύριε Μέισεν.» είπε η Έλενα μόλις με είδε με ευδιάθετη φωνή.

«Που είναι η μητέρα μου;» ρώτησα ανέκφραστος τόσο στο πρόσωπο τόσο και στην φωνή.

«Δεν έχει κατέβει ακόμη.» είπε η Ρόουζ που εκείνη την στιγμή σέρβιρε ένα στρογγυλό ψωμάκι δίπλα στο πιάτο μου.

«Είναι καλά;» ρώτησα χωρίς να μπορώ να κρύψω την ανησυχία μου αυτήν την φορά. Κάθισα στο τραπέζι και πήρα στο χέρι μου το ψωμάκι. Ήταν καυτό. Το έκοψα στην μέση και παρακολούθησα τον ατμό να βγαίνει από μέσα του περιμένοντας μια απάντηση.

«Κύριε Μέισεν.» άρχισε να λέει αργά η Έλενα «είναι λίγο άρρωστη.»

Το ψωμάκι μου έπεσε από τα χέρια και κύλησε πάνω στο τραπέζι.

«Ενημέρωσες τον γιατρό να έρθει να την κοιτάξει;» ρώτησα κοιτώντας τα μάτια της Έλενας.

«Μάλιστα απλά ο δόκτωρ Καρλάιλ έχει ένα ποιο σημαντικό περιστατικό και θα έρθει η νοσοκόμα του.» Κοίταξα και τις δυο με σαστισμένο βλέμμα. Μια νοσοκόμα δεν μπορεί να γιατρέψει την μητέρα μου. Για αυτό δεν έμεινα πίσω να κάνω τα πάντα ώστε να γίνει καλά;

«Δεν υπάρχει άλλος διαθέσιμος γιατρός;»

«Λυπάμαι κύριε Μέισεν.» είπε η Ρόουζ κουνώντας αρνητικά το κεφάλι.

«Ωραία λοιπόν.» είπα και πήρα ξανά το ψωμάκι στα χέρια μου. Έπιασα ένα μαχαίρι και έκοψα μια λεπτή λωρίδα βούτυρο την απλώς στο ψωμάκι και συνέχισα.

«Πότε την περιμένουμε;»

«Κύριε Μέισεν διακρίνω μια ανησυχία ; Είναι απλά μια γρίπη.» είπε η Έλενα κουνώντας το κεφάλι πότε αριστερά και πότε δεξιά. Έκανα πως δεν άκουσα δείχνοντας της ότι δεν ήταν δουλειά της και επανέλαβα την ερώτηση μου.

«Πότε την περιμένουμε;» τόνισα επίτηδες το πότε. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν; Δεν έβλεπαν ότι ξαναζώ τις τελευταίες ώρες του πατέρα μου;

Αν όμως έχουν δίκιο; Αν είναι μια απλή γρίπη;

Τον ειρμό μου διέκοψε η Ρόουζ που απάντησε στην ερώτηση.

«Από λεπτό σε λεπτό.» έκανε να συμπληρώσει κάτι αλλά το μετάνιωσε και άφησε το πρώτο γράμμα της φράσης της να αιωρείται στην αέρα.

«Υπάρχει κάτι ακόμα;» ρώτησα χωρίς να ξέρω τι να περιμένω για απάντηση.

«Όχι απλώς.» είπε και κατέβασε το κεφάλι. «μην ανησυχείτε όλα θα πάνε καλά.»

Ο τόνος που χρησιμοποίησε στα λόγια της με έκανε να καταλάβω πως προφανώς ήξερε τους φόβους μου. Κατάπια γρήγορα το πρωινό κοιτώντας συνεχώς έξω από το μεγάλο παράθυρο στην κουζίνα μην τυχόν και δω στο δρόμο έξω από το σπίτι κάποια άμαξα να πλησιάζει. Τίποτα όμως.

Μόλις τελείωσα κατέβηκα στο σαλόνι περιμένοντας να δω την μητέρα μου εκεί άλλα αντ’ αυτού συνάντησα έναν άδειο χορό. Το υπηρετικό προσωπικό έκανε κάποιες δουλειές έξω η πάνω και το σπίτι φαινόταν σχεδόν άδειο. Κάθισα σε μια πολυθρόνα κοντά στο τζάκι και με ένα σίδερο άρχισα να ανακατεύω τις στάχτες από την χθεσινή φωτιά.

Η ώρα περνούσε και το σπίτι παρέμενε άδειο. Καμιά άμαξα δεν είχε πλησιάσει το σπίτι και η μητέρα μου δεν είχε φανεί. Άρχισα να ανησυχώ. Όχι μόνο επειδή δεν είχα ιδέα το συνέβαινε αλλά επειδή κατάλαβα πόσο άδειο είναι το σπίτι χωρίς τον πατέρα , τόσο καιρό αφότου έφυγε.

Στάχτη σηκώθηκε στον αέρα. Την εισέπνευσα και άρχισα να βήχω. Ένιωσα τον λαιμό μου πρησμένο. Σηκώθηκα και αποφάσισα να πάω πάνω να δω τι συμβαίνει. Ανέβηκα γρήγορα την φιδογυριστή τεράστια ξύλινη σκάλα και κατευθύνθηκα προς την πόρτα της μητέρας μου.

Χτύπησα απαλά αλλά δεν έλαβα καμιά απάντηση. Περίμενα λίγο ξαναχτυπώντας αλλά εισέβαλα μόνο νεκρική σιγή.

Έπιασα το κρύο πόμολο και άνοιξα την πόρτα. Μπήκα μέσα στο δωμάτιο. Το πρώτο που κοίταξα ήταν το κρεβάτι. Ήταν στρωμένο. Οι κουρτίνα στα παράθυρα είχε τραβηχτεί και φως έμπαινε διάχυτο στο δωμάτιο.

Κοίταξα ένα γύρω και αντίκρισα την μητέρα μου να κάθεται στην καρέκλα μπροστά από τον καθρέπτη κοιτώντας τον εαυτό της και χτενίζοντας τα μαλλιά της.

«Μητέρα;» ρώτησα κοιτώντας την.

«Καλημέρα Έντουαρντ.» είπε και σχεδόν αμέσως την κατέκλυσε κρίση βήχα.

«Είσαι καλά;» ρώτησα φανερά σαστισμένος. Την περίμενα ξαπλωμένη στο κρεβάτι και βαριά άρρωστη.

«Μια χαρ..» την φράση της διέκοψε ο βήχας που επέστρεψε στο λαιμό της.

«Απλά λίγο ζαλισμένη.» συνέχισε με βραχνιασμένη φωνή.

Ήταν χάλια. Σιγουρεύτηκα από μέσα μου. Απλώς είχα ξεχάσει να υπολογίσω το γεγονός ότι ήταν η πιο δυναμική γυναίκα που ήξερα. Δεν θα άφηνε τον γιο της να την φροντίσει πόσο μάλλον να δείχνει χάλια μπροστά στο υπηρετικό προσωπικό.

«Έμαθα ότι κάλεσες κάποιον να με δει;» είπε και πολύ δυσκολία κατάφερε να μην ξεσπάσει ξανά σε βήχα.

«Ναι κάλεσα τον δόκτωρ Καρλάιλ τον γιατρό που παρακολουθούσε και τον πατέρα αλλά δεν μπορούσε ένα έρθει και θα έρθει η νοσοκόμα του.»

Την είδα να κατσουφιάζει. Δεν καταδεχόταν την βοήθεια κανενός.

«Αλλά ακόμα δεν έχει έρθει.» συνέχισα. Την είδα να σηκώνεται. Τα μαλλιά της ήταν πιασμένα ψηλά σε κότσο και φορούσε ένα υπέροχο μπλε φόρεμα.

«Θα κατέβω σε λίγο για πρωινό.» είπε κάνοντας ολοφάνερο ότι ήθελε να φύγω. Βγήκα από το δωμάτιο φανερά εκνευρισμένος. Προς το παρών ότι έκανα για να μην την χάσω είχε στεφτεί από απόλυτη ανεπιτυχία.

Κατέβηκα την σκάλα και πήγα στο σαλόνι. Κάθισα στην πολυθρόνα αλλά σύντομα σηκώθηκα και άρχισα να βηματίζω πάνω κάτω στο δωμάτιο. Ένιωθα ηττημένος από την μοίρα. Είχε ακριβώς τα ίδια συμπτώματα με τον πατέρα. Είδα τους εφιάλτες μου να ζωντανεύουν μπροστά μου ξανά και ξανά.

Και αν όντως είχε την ισπανική γρίπη; Είχα πάρει την απόφαση μου. Θα πήγαινα ο ίδιος στην πόλη να βρω τον δόκτωρ Καρλάιλ και να τον πείσω να έρθει να την κοιτάξει ο ίδιος. Δεν μπορούσα να ζήσω ξανά όλα αυτά που είχα περάσει με τον πατέρα μου. Ανέβηκα στο δωμάτιο μου και άλλαξα γρήγορα βάζοντας ένα μαύρο λινό γιλέκο, ένα ταιριαστό παντελόνι και ένα λευκό πουκάμισο.

Έδεσα σχετικά αδέξια το παπιγιόν μου και κατέβηκα στο σαλόνι. Ευτυχώς δεν συνάντησα κανέναν στην διαδρομή. Από την τραπεζαρία άκουσα την φωνή της Έλενας να μιλάει με την μητέρα μου. Ο βήχας της αντήχησε σε όλο τον χώρο θυμίζοντας βασανιστικά για μένα τον βήχα του πατέρα μου. Ξεκρέμασα την κάπα μού από τον διάδρομο και την έριξα πάνω από το γιλέκο μου. Άνοιξα την πόρτα και βγήκα στο κατάλευκο από το χιόνι κήπο.

Τσουχτερός αέρας φυσούσε και ένιωσα μικρές κρυστάλλινες χιονονιφάδες να προσγειώνονται πάνω μου. Διέσχισα γρήγορα τον κήπο αποφασισμένος πλέον ότι θα πολεμούσα. Όχι όμως στον πόλεμο αλλά με την ισπανική γρίπη. Θα έκανα ξανά την μητέρα μου ασφαλή.

Κατευθύνθηκα προς τον αχυρώνα και μπήκα μέσα. Η μυρωδιά του σανού και των αλόγων πλημμύριζε τον αέρα. Έλυσα ένα μαύρο άλογο και στάθηκα δίπλα του. Ανέβασα την μαύρη μπότα μου στον ασημένιο αναβατήρα και με ευκολία καβαλίκεψα το άλογο. Χτύπησα με τα χαλινάρια τον λαιμό του και αμέσως ξεκίνησε.

Βγήκε στην αυλή με γοργό καλπασμό όταν είδα μια άμαξα να στέκεται έξω από την καγκελόπορτα. Την έσερναν δυο λευκά άλογα. Σταμάτησα το δικό μου και χάιδεψα απαλά με τα δάχτυλα μου το εκρού χρώμα της χαίτης του. Η πόρτα της άμαξας άνοιξε και μια νεαρή κοπέλα – κοντά στην ηλικία μου- βγήκε έξω.

Κρατούσε σφιχτά πάνω της το σμαράγδι πανωφόρι της. Τα καφέ μαλλιά της ήταν πιασμένα κάτω από ένα πράσινο καπέλο. Φορούσε ένα υπέροχο ανοιχτοπράσινο φόρεμα. Όλο της το παρουσιαστικό ταίριαζε με τα μεγάλα πράσινα μάτια της. Αντίθετα από το γεγονός ήταν μεγάλα ήταν ανέκφραστα και ρηχά.

Κατέβηκα από το άλογο και την πλησίασα.

«Καλημέρα.» είπα δείχνοντας παράλληλα την απορία μου για το ποια είναι. Το χνότο μου λόγου του κρύου φάνηκε στο αέρα.

«Καλημέρα.» είπε. Το πρόσωπο της έλαμπε ανεξήγητα καθώς μου μιλούσε.«είμαι η νοσοκόμα που έστειλε ο δόκτωρ Καρλάιλ» είπε τείνοντας το χέρι της προς το δικό μου.

«Ιουλιέτα.» συνέχισε απλώνοντας περισσότερο το χέρι της και περιμένοντας να συστηθώ. Διέκρινα ξανά έναν ανεξήγητο ενθουσιασμό στην φωνή της.

«Η μητέρα μου είναι μέσα » είπα παγερά αγνοώντας το χέρι της. Ήμουν ήδη απίστευτα ανήσυχος σχετικά με την υγεία της μητέρας μου για να ασχοληθώ μαζί της ειδικά αφότου άργησε.

Ανέβηκα ξανά στο άλογο και χτύπησα με τα χαλινάρια τον λαιμό του για να ξεκινήσει. Ο ήχος που έκαναν τα πέταλα πάνω στο πυκνό χιόνι καθώς έβγαινα έξω από το σπίτι κάλυψαν την φωνή της καθώς με αποχαιρετούσε.

7 σχόλια:

Sharpedon είπε...

Γεράσιμε είναι αρκετά μεγάλο,δεν έχω χρόνο να το διαβάσω όλο τώρα και δεν θα ήθελα να σου πω και καλά..."Είναι καταπληκτικό!" χωρίς να το έχω διαβάσει,το θεωρώ πολύ ανέντιμο αυτό.
Θα επιστρέψω λοιπόν αύριο-μεθαύριο, θα διαβάσω και αυτό και κάνα-δυο και θα σου αφήσω ένα τίμιο σχόλιο.
Μου αρέσει το πως έχεις σχεδιάσει το blog σου πάντως :)

ElenaG είπε...

A! εσύ χρειάζεσαι πολλή χρόνο!
Θα επανέλθω διαβάζοντας τα προηγούμενα!
Ίσως η μεγάλες ανάρτησης αποτρέπουν τους περισσοτερους...
βλέπεις όλοι τρέχουν!!

twilightFOREVER είπε...

Ευχαριστω πραγματικα πολυ...
Συμφωνω απολυτα ειναι ασχημο αυτο και τις περισσοτερες φορες απο οσα σχολια εχω λαβει που κανουν κατι τετοιο ειναι εμφανες...

Ελενη μου σε ευχαριστω και εσενα οποτε βρειτε χρονο προσπαθω και εγω να βρω λιγο χρονο να ριξω μια ματια...
Α και ανακαλυψα sharphedon οτι εχεις δυο ακομα ιστολογια..το ενα ειδικα θανατος στα greeklish ξερω πολλους που θα το εκτιμουσαν...

Τhnaks again XD

50fm είπε...

Γεράσιμε καλώς σε βρήκα!
Έχω πολύ διάβασμα μπροστά μου...θα επανέλθω...
Ως τότε, απέφυγε σε παρακαλώ τις δυσάρεστες σκέψεις σαν αυτές που μ άφησες στο μπλογκ μου.
Μια επίσκεψη στο Σείριο,στη διεύθυνση που σου άφησε στο μπλογκ μου δεν είναι καθόλου άσχημη ιδέα!

Είναι πολύ όμορφος ο χώρος σου!
ΜΠράβο!
Καλημέρα.

twilightFOREVER είπε...

Σε ευχαριστω πολυ το σχολιο του σειριου ηταν πραγματι πολυ ευχαριστο.Με εβαλε σε σκεψεις...

Ευχαριστω και παλι...

alexia είπε...

Πολύ καλό Γεράσιμε και αυτό! Λιγάκι μελαγχολικό αλλά ωραίο! θα επανέλθω για τα επόμενα δύο!

gerry είπε...

Ευχαριστω και παλι Αλεξια. Οντως ειναι μελαγχολικο ειδικα οταν μιλαει για μια αρρωστια που πηρε την μορφη πανδημιας χωριζοντας οικογενειες. Ανυπομονω για τα σχολια σου για τα επομενα δυο μερη. :)