BLOGGER TEMPLATES - TWITTER BACKGROUNDS »

Παρασκευή, 2 Ιουλίου 2010

Palazzo dei priori



                                                         5ο  Κεφάλαιο
                                                  Πραγματικός  Έρωτας



Bellas POV
Σηκώθηκα από την τραπεζαρία και άρχισα να τρέχω στους διάδρομους. Δεν έπρεπε να είχα αφήσει τον Μάικ να το κάνει αυτό . Όχι δεν τον βλέπω έτσι. Δεν πρέπει να είναι μαζί μου. Δεν ήθελα όμως και να τον πληγώσω. Ήμουν αρκετά πληγωμένη και στενοχωρημένη για να πληγώσω και κάποιον άλλο. Έτρεξα στο παρκινγκ και ανεζήτησα με το βλέμμα μου το κόκκινο φορτηγάκι μου. Μετά θυμήθηκα πως με είχε φέρει η Άλις με το επίσης κόκκινο τζιπ του Έμμετ . Το αναζήτησα αρχικά με το βλέμμα μου αλλά δεν το βρήκα.

 Ξανά έλεγξα άλλη μια φορά το παρκινγκ το αμάξι όμως δεν ήταν πουθενά. Προχώρησα ανάμεσα στα αυτοκίνητα και προσπαθούσα να θυμηθώ που το είχε παρκάρει. Μα ναι διπλά στην ανατολική είσοδο του κτηρίου τέσσερα. Ακολούθησα τις ταμπέλες μέχρι εκεί. Όταν έφτασα αντίκρισα μια κενή θέση παρκινγκ. Μα που είχε πάει; αναρωτήθηκα. Ξαφνικά από πίσω μου άκουσα κορναρίσματα έστρεψα ολόκληρο τον κορμό μου και είδα το αυτοκίνητο του Μάικ. Ένα κόκκινο παλιό και κατασκουριασμένο Alpha-Romeo .

«Μπέλλα ,θέλεις να σε πετάξω κάπου; Χαμογελούσε όλο του το πρόσωπο έλαμπε. Έβρισα άλλη μια φορά τον εαυτό μου που τον είχα αφήσει να με φιλήσει και μπήκα μέσα. Δεν θα πήγαινα στο σπίτι των Κάλλεν θα μάθαινα αργότερα γιατί η Άλις είχε εξαφανιστεί και με είχε παρατήσει μονή στο σχολειό Τώρα ήθελα να δω τον Τζέικ.»

«Εεε που θέλεις να σε πάω;» ρώτησε ο Μάικ

«Στον καταυλισμό.» Είπα εγώ αφηρημένα.

«Των Κουλαγιούτ;» Τα πρόσωπο του χλόμιασε. «Ε Μπέλλα δεν ξέρω αν εκείνος ο ινδιάνος φίλος σου θα χαρεί να με δει.»

Και τότε θυμήθηκα όταν είχα πάει σινεμά με τον Μάικ και τον Τζέικ. Εκείνη την αξέχαστη νύχτα όταν ο Έντουαρντ ήταν ακόμα ζωντανός . Ο Τζέικ είχε μαλώσει άγρια με τον Μάικ. Αλλά αυτό δεν μετράει τότε ο Τζέικομπ μεταμορφωνόταν ακόμα και θύμωνε εύκολα. Δεν νομίζω να είχε πρόβλημα.

«Μάικ μην ανησυχείς. Αν δεν μπορείς να με πας δεν πειράζει θα περιμένω την Άλις θα γυρίσει κάποια στιγμή.»

Ο Μάικ όμως είχε ήδη ξεκινήσει ήθελε να περάσει όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο με έμενα . Από την αρχή όμως κατάλαβα ότι καλυτέρα να πήγαινα με τα πόδια. Θα έφτανα πιο γρήγορα. Ο Μάικ οδηγούσε υπερβολικά αργά σε σχέση με τους βρικόλακες αλλά και όλους τους ανθρώπους του κόσμου. Το αυτοκίνητο έβγαζε ένα παράξενο γουργουρητό και κάθε τόσο η μηχανή έσβηνε. Αφού οδήγαγε ένα τέταρτο για να βγούμε από το παρκινγκ μπήκε στον αυτοκινητόδρομο . Την διαδρομή την περιέγραφα εγώ. Κάποια στιγμή όταν είχαμε πλησιάσει αρκετά μετά από μια ώρα οδήγηση, φτάσαμε στον χωματόδρομο που οδηγούσε στο σπίτι του Τζέικομπ.

Εκεί ήταν που το αμάξι άρχισε να πηγαίνει ακόμα πιο αργά .Τότε ο Μάικ άπλωσε το χέρι του και έσφιξε το δικό μου. Εγώ αμέσως αποτραβήχτηκα με κοίταξε λυπημένος . Ένιωσα τεραστία αμηχανία και του ξαναέπιασα το χέρι. Αμέσως έλαμψε. Τελικά μετά από ένα τέταρτο στον χωματόδρομο- διαδρομή που με το φορτηγάκι την κάνω σε δυο λεπτά- φτάσαμε έξω από το κόκκινο σπίτι του Τζέικ. Εγώ κατέβηκα από το αμάξι και ο Μάικ έστριψε και έφυγε πάλι πίσω στον χωματόδρομο. Περίμενα δέκα λεπτά μέχρι να εξαφανιστεί εντελώς για να χτυπήσω την πόρτα στον Τζέικ αλλά μόλις πέρασαν πέντε λεπτά και δεν είχε καν προχωρήσει 100 μετρά βγήκε από την πόρτα ο Τζέικομπ. Έτρεξα και τον αγκάλιασα.

«Συγγνώμη που την προηγούμενη φορά έφυγες έτσι Τζέικ. Εγώ έφταιγα συγγνώμη.»

«Δεν πειράζει Μπέλλα καταλαβαίνω είναι ακόμα νωρίς για σένα. Με φίλησε απαλά στο μάγουλο . Και τότε άρχισαν όλα. Ο Μάικ που είδε τον Τζέικ από τον καθρέφτη του αυτοκίνητου του κατέβηκε απότομα και χτύπησε δυνατά την πόρτα. Ένας εκκωφαντικός θόρυβος ήχησε στην αυλή. Έκλεισα τα αυτιά μου.

«Γιατί την αγγίζεις;»

Ο Τζέικομπ με άφησε και εξαγριωμένος έχωσε μια μπούνια στην μύτη του Μάικ . Αίμα άρχισε να τρέχει και ο Μάικ έπεσε κάτω. Εγώ γαντζώθηκα πάνω στον Τζέικομπ που ήταν έτοιμος να χώσει και άλλη μπούνια στον Μάικ.

«Τζέικομπ μη.» φώναξα εγώ αλλά ο Τζέικ έχωσε άλλη μια μπούνια στο μάτι του Μάικ.

Στράφηκε προς τα έμενα.

«Τι θέλει αυτό εδώ;»

«Τζέικ με έφερε εδώ.»

«Και τι ανακατεύετε; Τι τον ενδιαφέρει αν εγώ σε φιλάω;»

«Τζέικ να με προστατέψει ήθελε. Ο Μάικ σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να φωνάζει στον Τζέικομπ.»

«Σταματήστε και οι δύο!» είπα εγώ τόσο δυνατά που λαιμός μου βράχνιασε. Μπήκα μες στο σπίτι του Τζέικομπ και κοπάνησα δυνατά την πόρτα πίσω μου. Μέσα δεν ήταν κάνεις. Ο Μπίλι είχε πάει μάλλον μαζί με τον Τσάρλι για ψάρεμα. Πίσω μου μπήκε και ο Τζέικ.

«Έφυγε» είπε. «Συγγνώμη Μπέλλα δεν ήξερα πως είναι φίλος σου.»

«Δεν πειράζει Τζέικ..είπα και τον αγκάλιασα. Ζεστασιά κυρίευσε σε όλο μου το σώμα. Με χάιδεψε απαλά στα μαλλιά. Μετά κοίταξε τα ρούχα μου.

«Μπέλλα τι φόρας;»

«Ε η Άλις.» είπα εγώ σαν να απολογούμαι . Πήγα στον καναπέ του Τζέικομπ και έβγαλα τις άβολες γόβες στιλέτο που είχε δώσει η Άλις. Αυτή η κοπέλα. Ο Τζέικ ήρθε και χώθηκε διπλά μου με σήκωσε και με έχωσε στην αγκαλιά του ένιωσα υπερβολική ζεστή.

«Μπέλλα, ξέρεις προστεθήκαν και καινούργια μελή στην φυλή »

Ήταν φανερό ότι ήθελε να συζητήσουμε κάτι να περάσει η ώρα.

«Ναι; »είπα εγώ βάζοντας ψεύτικο ενδιαφέρον στην χρεία μου.

«Ναι ήρθαν και τα δυο παιδιά του Χάρι ο Σεθ και η Λία. »

Θυμήθηκα τον Χάρι . Ο θάνατος του πρέπει να στενοχώρησε πολύ την οικογένεια του . Όπως και ο θάνατος του Έντουαρντ. Δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια μου.

«Μπέλλα τι έπαθες ; »είπε ο Τζέικομπ ανήσυχος.

«Ε τίποτα »είπα εγώ και γρήγορα σκούπισα με την υπέροχη μπλούζα μου τα δάκρυα μου καταστρέφοντας την. Η Άλις θα θύμωνε αλλά ίσως και να χαιρόταν που πέταξα στα σκουπίδια ουσιαστικά τόσα χρήματα.

«Η Λία; Είναι γυναίκα;» Προσπάθησα να επανέλθω στην προηγουμένη κουβέντα.

«Ναι είναι παράξενο ποτέ δεν είχαμε κάποια γυναίκα στην φυλή ξέρεις θα κανονίσουμε μια συνάντηση να μας γνωρίσεις καλυτέρα την άλλη εβδομάδα. Θα μιλήσουμε για παλιούς θρύλους και τέτοια ξέρω ότι είναι βαρετά αλλά θα σου κάνει καλό να βγεις λίγο από το σπίτι λοιπόν τι λες;»

«Ε ναι Τζέικομπ σίγουρα δεν έχω πρόβλημα » έκλεισα τα μάτια μου και αποκοιμήθηκα στην αγκαλιά του.

Έβλεπα έναν ανατριχιαστικό εφιάλτη. Είχα γυρίσει από το σπίτι του Τζέικομπ και έφτασα στο σπίτι των Κάλλεν. Αντίκρισα ένα φλεγόμενο σπίτι και τους Βολτούρι να καινέ τα πτώματα των Κάλλεν στην αυλή. Πλησίασα και η Τζέιν άρχισε να γελά. Με έδειξε με το δάχτυλο και με κοίταξε στα μάτια. Πόνος, είπε και άρχισα να σφαδάζω στον πόνο.

Γαντζώθηκα από το έδαφος και με όση δύναμη μου είχε απομείνει κατευθύνθηκα μέσα στο φλεγόμενο σπίτι. Πήγα στο δωμάτιο του Έντουαρντ. Ξάπλωσα στο κρεβάτι και άρχισα να κλαίω. Οι φλόγες τώρα έγλυφαν το κρεβάτι. Με είχαν περικυκλώσει από παντού. Η ζεστή ήταν αφόρητη. Είχα ιδρώσει.

Ξύπνησα ουρλιάζοντας στην αγκαλιά του Τζέικομπ. Εκείνος με κοίταξε και με φίλησε στο μάγουλο. Ακριβώς δίπλα στα χείλη μου. Η άκρη των χειλιών του άγγιξε τα δικά μου.

«Μπέλλα ήταν ένας εφιάλτης ηρέμησε. Σσς» είπε και με κοίταξε στα μάτια . Ήμουν πραγματικά ιδρωμένη από την ζεστή του κορμιού του. Είχε βγάλει την κόκκινη μπλούζα που φορούσε πριν και φορούσε τώρα μόνο ένα πολύ κοντό σορτς που έφτανε αρκετά πάνω από το γόνατο.

«Ε Τζέικομπ πρέπει να φύγω.» Κοίταξα το ρολόι. Είχα αργήσει. Είχαμε σχολάσει πριν δυο ώρες. κοιμόμουν σχεδόν τέσσερις ώρες τώρα. «Μπορείς να με πετάξεις στο σπίτι των Κάλλεν;»

«Ε Μπέλλα δεν ξέρω θα περάσω τα όρια . Θέλεις να σε πάω σπίτι σου και να σε πετάξει ο Τσάρλι;»

«Εντάξει.» Θα πήγαινα σπίτι και μετά με το φορτηγάκι μου θα πήγαινα στο σπίτι των Κάλλεν. Σηκώθηκα και ακολούθησα τον Τζέικ. Με πήγε σπίτι με το Volkswagen του που επιτέλους είχε φτιάξει. θυμάμαι μάζευε ανταλλακτικά για να το φτιάξει από όταν τον γνώρισα. Πρέπει να είχα κλάψει πολύ στον ύπνο μου γιατί τα μάτια μου ήταν κόκκινα. Με άφησε στην αυλή. Εγώ τον χαιρέτησα και του έδωσα ένα πεταχτό φιλί στο στόμα. Τα ζεστά χείλη του, η μυρωδιά του με κυρίευαν. Τον άφησα και μπήκα τρέχοντας στο σπίτι. Τον αγαπούσα; Δεν ήξερα πραγματικά ήμουν πολύ μπερδεμένη σίγουρα δεν ήταν όπως ο Έντουαρντ αλλά ένιωθα συναισθήματα για τον Τζέικ;

Ο Τσάρλι δεν ήταν σπίτι. Ανέβηκα στο δωμάτιο μου και έβγαλα τα άβολα αλλά πανάκριβα ρούχα που φορούσα όλη μέρα. Έκανα ένα ντους και ντύθηκα με την ξεφτισμένη φόρμα μου .Κατέβηκα στο χολ. Χτύπησε το τηλέφωνο.

«Μπέλλα; Που είσαι; Υποθέσαμε ότι κάποιος θα σε έφερνε. Συγγνώμη που σε παράτησα έτσι αλλά ήταν επείγων. Ήρθε εδώ ο Ελέαζαρ.»

«Άλις; Ε συγγνώμη έρχομαι ήμουν στον Τζέικομπ και αποκοιμήθηκα. Είμαι σπίτι μου έρχομαι αμέσως. Τι έγινε με τον Ελέαζαρ; Ποιος είναι αυτός;»

«Ο πατέρας στην οικογένεια της Τάνιας Μπέλλα. τους επισκέφτηκε ο Άρο.»

«Τι τους ήθελε;»

«Δεν μπορώ να σου πω από το τηλέφωνο. Θα σου πω στο σπίτι. Βιάσου. Έχει να κάνει με τον-είπε το όνομα με μια φανερή δυσκολία -Έντουαρντ.»

«Γιατί τους επισκέφτηκε τόσο νωρίς; Με τον Έντουαρντ; Άλις;» Είχε ήδη κλείσει το τηλέφωνο.

Μπήκα στο φορτηγάκι και πάτησα τέρμα το γκάζι. Ήθελα να φτάσω όσο πιο γρήγορα γίνετε. Το φορτηγάκι μου άρχισε να διαμαρτύρεται. Φοβήθηκα μην καταντήσει σαν το αμάξι του Μάικ για αυτό άφησα λίγο το γκάζι αλλά εξακολουθούσα να πηγαίνω γρήγορα. Έφτασα έξω από το σπίτι. Δυο αυτοκίνητα ήταν παρκαρισμένα στην είσοδο. Δεν ήταν κανένα των Κάλλεν. θα ήταν μάλλον του Ελέαζαρ της Τάνιας . Ποσά μελή είχε αυτή η οικογένεια;

Ένα αυτοκίνητο όμως ήθελα να δω πιο πολύ από όλα. Το ασημένιο Volvo του Έντουαρντ. Άρχισα πάλι να δακρύζω. Σκούπισα τα μάτια μου και βγήκα από το αυτοκίνητο .Χτύπησα την πόρτα και μου άνοιξε η Άλις.

«Μπέλλα!» Με αγκάλιασε και με έπιασε από το χέρι. Μέσα στο σαλόνι τους ήταν 4 άνθρωποι που δεν γνώριζα. Ο Καρλάιλ μόλις με είδε σταμάτησε να μιλάει με έναν από αυτούς και μου τους σύστησε δείχνοντας έναν -έναν τα τέσσερα άτομα που ήταν στο σαλόνι.

«Ο Ελέαζαρ, η σύντροφος του η Κάρμεν, η Τάνια και η Κέιτ. Δυστυχώς η Αϊρίνα δεν ήρθε. Είναι το πέμπτο μέλος στην οικογένεια τους.»

«Χάρηκα,είπα με αμηχανία. Λοιπόν; Τι έγινε τι τους ήθελε ο Άρο; » στράφηκα ξανά στον Καρλάιλ.

«Μπέλλα άρχισε να μιλάει ο Ελέαζαρ λυπόμαστε πολύ για τον Έντουαρντ.

«Δεν πειράζει »είπα εγώ και κάθισα στον καναπέ. Δεν είχα αλλά δάκρυα τα μάτια μου είχαν στερέψει.

«Ο Άρο μας επισκέφτηκε χθες το απόγευμα συμφώνα με όσα μας είπε η Άλις δυο ώρες αφότου είδε το όραμα.» είπε η Κάρμεν.

Κοίταξα την Τάνια ήταν πολύ στενοχωρημένη για τον Έντουαρντ. Κάποτε θυμήθηκα μια ιστορία που μου είχε πει ο Έντουαρντ ήταν μαζί του ήταν ζευγάρι.

Ο Καρλάιλ συνέχισε αυτό που έλεγε η Κάρμεν.

«Τους ζήτησε λοιπόν να πάνε για μια εβδομάδα στην Βολτέρα να μην πουν τίποτε σε κανέναν και ειδικά σε εμάς και μόλις γυρίσουν να μην μας ξαναμιλήσουν ποτέ.»

Κοίταξα τον Καρλάιλ μπερδεμένη. Δεν καταλάβαινα γιατί να κάνουν κάτι τέτοιο. Τι σχέση είχε με τον Έντουαρντ που είπε η Άλις στο τηλέφωνο;

«Δεν καταλαβαίνω Καρλάιλ.»

«Καρλάιλ μήπως είναι καλυτέρα να μην της εξηγήσουμε δεν είναι σίγουρο καλύτερα μην πληγωθεί άδικα παραπάνω από ότι είναι» είπε ανήσυχη η Άλις.

«Είναι καλυτέρα να ξέρει δεν νομίζεις;»

«Λοιπόν;» Είπα εγώ ανυπόμονα. «Γιατί τους ζήτησαν κάτι τέτοιο;»

«Κοιτά Μπέλλα οι Βολτούρι από πάντα δεν μας συμπαθούσαν για αυτό που είμαστε τα φρικιά στον κόσμο των βρικολάκων η χορτοφαγία θεωρείτε παράξενη λοιπόν αν δεν ήταν φίλοι μου δεν είχα ζήσει τόσο καιρό μαζί τους θα έβρισκαν μια δικαιολογία να μας σκοτώσουν και εμάς και την οικογένεια του Ελέαζαρ. Λοιπόν φαίνετε ότι πια δεν τους ενδιαφέρει η φιλιά μου μαζί τους για αυτό ψάχνουν μια δικαιολογία να μας σκοτώσουν.»

Η Άλις τον διέκοψε και συνέχισε.

«Προφανώς βρήκαν μια δικαιολογία πρώτα για τον Έντουαρντ αυτό ήταν εύκολο μας είπαν ότι εκείνος ήθελε να πεθάνει επειδή ήσουν νεκρή και έτσι τον σκότωσαν.»

«Τώρα συνέχισε ο Καρλάιλ βρήκαν και δικαιολογία για την οικογένεια του Ελέαζαρ τους ζήτησαν να μην μας πουν τίποτε προφανώς γιατί ήταν σίγουροι ότι ο Ελέαζαρ θα ερχόταν θα μας τα έλεγε όλα μετά θα πήγαινε στην Βολτέρα θα τον σκότωναν μαζί και όλη την οικογένεια του και εμείς θα νομίζαμε ότι κράτησαν την υπόσχεση τους και δεν μας μιλάνε πια ενώ εκείνοι θα ήταν νεκροί.»

«Δεν καταλαβαίνω» είπα μπερδεμένη.

«Ο Καρλάιλ προσπαθεί να σου πει ότι ψάχνουν τρόπο να μας σκοτώσουν όλους ξεκινώντας από τον Έντουαρντ συνεχίζοντας με εμάς και τέλος με τους υπόλοιπους Κάλλεν ακόμα και εσένα » εξήγησε ο Ελέαζαρ.

«Δηλαδή ο -σταμάτησα λίγο την φωνή μου -Έντουαρντ δεν ήθελε να πεθάνει; Δεν πέθανε από τις τύψεις που εγώ έπεσα από εκείνον τον βράχο επειδή με μισεί;

«Μπέλλα τι είναι αυτά που λες; Τι εννοείς ότι σε μισεί;» είπε η Άλις διακόπτοντας το θέμα.

«Άλις μου το είπε όταν έφυγε με μισεί.»

«Μπέλλα είσαι τόσο αφελής δεν σε μισεί το είπε ψέματα γιατί πίστευε ότι θα το έκανε ευκολότερο για σένα τον πίστεψες; Πέθανε επειδή δεν άντεχε να είναι σε ένα κόσμο χωρίς εσένα ή τουλάχιστον έτσι νομίζαμε μέχρι τώρα.

«Δηλαδή με αγαπούσε; Δεν καταλαβαίνω Άλις είμαι πολύ μπερδεμένη για να τα ξεκαθαρίσουμε οι Βολτούρι θέλουν να μας σκοτώσουν εμείς νομίζαμε ότι ο Έντουαρντ –συμφώνα με όσα λες- πέθανε επειδή δεν άντεχε να ζει χωρίς έμενα τώρα όμως ξέρουμε ότι δεν πέθανε γα αυτό άρα αποκαλύπτετε ότι πραγματικά με μισούσε ότι δεν είναι αυτό που λέτε αλλά ότι οι Βολτούρι τον πήγαν στην Βολτέρα τον σκότωσαν και μας είπαν αυτή την δικαιολογία; Δάκρυα άρχισαν να τρέχουν ποτάμι από τα μάτια μου.

«Μπέλλα όχι πραγματικά σε αγαπούσε»

Γιατί να την πιστέψω; έλεγε ψέματα νομίζοντας ότι θα το κάνει πιο εύκολο. Πήγα στην κουζίνα η Άλις έτρεξε από πίσω μου και μπήκε μπροστά στα μαχαίρια.

«Ω όχι δεν έχω σκοπό να κάνω κάτι τέτοιο είπα εγώ.» κάθισα στο τραπέζι.

«Μπέλλα αλήθεια σε αγαπούσε μην γίνεσαι χαζή τώρα ειδικά που κινδυνεύουμε σε παρακαλώ»

Και τότε τα ταίριαξα όλα στο μυαλό μου. Για αυτό η Ρόζαλι είχε πει στο τηλέφωνο «ο αδελφός μου πέθανε από ένα λάθος» ο Έντουαρντ πραγματικά με αγαπούσε .

Αλλά τώρα όλοι κινδυνεύαμε και είχα ένα προαίσθημα ότι αυτό δεν ήταν τίποτε σε σχέση με τον κίνδυνο που ερχόταν.

2 σχόλια:

Marina είπε...

Πω πω. Αυτο το τελευταιο ειδικα. Η συνηδητοποιηση των γεγονοτων απο την Μπέλλα...δειχνει σε ποσο τρελο κοσμο ζουν. Και μπορω να πω οτι μου αρεσε και η σκηνη τζεικ-μαικ. Το ευχαριστηθηκα μπορεις να πεις. Κριμα που ο Μαικ δεν ειναι αρκετα δυνατος για να χτυπησει τον Τζεικ. Αν συνεβαινε κατι τετοιο θα ημουν πανευτυχης.....χαχαχαχα

gerry είπε...

Σε ευχαριστω παρα πολυ Μαρινα για τα καλα λογια...και εγω ευχαριστηθηκα τον καυγα...ευχαριστω παντως..χαιρομαι που σου αρεσε...