BLOGGER TEMPLATES - TWITTER BACKGROUNDS »

Τρίτη, 17 Αυγούστου 2010

Palazzo Dei Priori




                                                     14o Κεφάλαιο
                                                    Βάλς Στο Χιόνι



Bellas POV

Άνοιξα τα μάτια μου και το μόνο που μπορούσα να δω από την στάση μου ήταν λευκό. Παράδεισος. Ο πόνος στην πλάτη μου εξακολουθούσε να υπάρχει και στο χέρι μου πλέον εμφανιζόταν ένας ολόκληρος κύκλος. Ένας πολύς οξύς πόνος προερχόταν από εκείνο το σημείο. Είναι λογικό ακόμα και στην μετά θάνατον ζωή να πονάω; Και τότε κατάλαβα. Δεν είχα πεθάνει. Ήμουν ζωντανή μα πως; Ο Τζέικομπ είχε χτυπήσει και η Βικτώρια με σκότωσε.

Το χιόνι συνέχιζε να πέφτει πυκνό πάνω μου. Ανασηκώθηκα. Ήμουν πάνω σε δυο κουβέρτες στο χιόνι. Φορούσα καινούργια καθαρά ζεστά ρούχα που δεν ήταν ήταν βουτηγμένα στο αίμα. Κοίταξα τριγύρω στο ξέφωτο. Ο Τζέικομπ δεν ήταν πουθενά και μια μεγάλη φωτιά έκαιγε στο κέντρο. Κάτι σαν δυο σώματα καιγόταν στην φωτιά μαζί με ξύλα. Προφανώς η Βικτώρια και ο Ράιλι. Άρα η Βικτώρια ήταν νεκρή. Μα πώς;

Και τότε είδα σε ένα βράχο να κάθεται μια μορφή που δεν περίμενα να ξαναδώ στον κόσμο και να μου χαμογελάει. Η αναπνοή μου σταμάτησε, είδα τα μάτια του. Ήταν πολύ σκούρα από την δίψα. Τα μαλλιά του ήταν πανέμορφα όπως τα θυμόμουν η μάλλον ακόμα καλύτερα. Το σώμα του ήταν γυμνασμένο και απλά υπέροχο. Τα ρούχα του ήταν καθαρά. Σίγουρα οι αναμνήσεις μου τον είχαν αδικήσει. Ήταν ακόμα καλύτερος. Η μορφή που στεκόταν μπροστά μου ήταν ο Έντουαρντ. Τελικά ήμουν σίγουρα νεκρή.

«Εντουάρντ; Είμαστε στον παράδεισο;»

«Όχι Μπέλλα είμαστε ακόμα στην γη.»

Σηκώθηκε και έτρεξε και με αγκάλιασε. Η φωνή του ήταν το καλύτερο πράγμα που είχα ακούσει εδώ και μήνες. Η αγκαλιά του αν και παγωμένη ήταν το μέρος που ήθελα πιο πολύ στον κόσμο να ήμουν. Μύρισα το μεθυστικό άρωμα του. Ήμασταν σίγουρα στον παράδεισο. Άρχισα να τον σφίγγω, σαν να πιστεύω ότι θα τον χάσω πάλι. Αλλά όχι τώρα θα είμαστε για πάντα μαζί.

«Μπέλλα άκουσε με-» Με έπιασε απαλά από τα μάγουλα.« Δεν πέθανα ποτέ. Οι Βολτούρι μας παγίδευσαν. Θα σου τα εξηγήσω όλα.

«Τί;» Δεν ήταν αλήθεια. Τον είχα δει να καίγεται είχε πεθάνει.

«Μπέλλα σε παρακαλώ συγχώρεσε με που έφυγα έτσι. Συγγνώμη ήταν ότι πιο δύσκολο και χαζό έχω κάνει όσο ζω και ως βρικόλακας και ως άνθρωπος. Σε παρακαλώ.»

Με άφησε και απομακρύνθηκε. Αμέσως έτρεξα και ξανά χώθηκα στην αγκαλιά του.

«Εντουάρντ σε έχω ήδη συγχωρέσει. Από το πρώτο δευτερόλεπτο που έφυγες από κοντά μου. Πως γίνετε και είσαι ζωντανός. Νόμιζα ότι ήσουν νεκρός. Μην το ξανακάνεις ποτέ αυτό. Μην φύγεις από κοντά μου ούτε λεπτό ξανά.»

«Ποτέ Μπέλλα. Θα σου τα εξηγήσω όλα. Συγγνώμη πίστευα ότι αυτοκτόνησες επειδή σε άφησα. Δεν θα συγχωρέσω ποτέ τον εαυτό μου.»

Δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στα μάτια μου και για πρώτη φορά μετά από παρά πολύ καιρό ήταν δάκρυα χαράς. Το πιο ωραίο συναίσθημα στον κόσμο. Άρχισα να τον σφίγγω και χώθηκα εντελώς μες στην αγκαλιά του. Δεν ήθελα να τον αφήσω. Φοβόμουν ότι όπως φυσάς την άνοιξη τους λευκούς κλέφτες και τους παρασέρνει ο άνεμος έτσι και εγώ αν άφηνα τον Έντουαρντ θα παρασυρόταν από τον άνεμο. Θα έσβηνε.

«Τι έγινε;»

«Μην φοβάσαι είναι όλοι καλά. Κερδίσαμε την μάχη. Σκοτώσαμε και τον τελευταίο νεογέννητο. Ο Τζέικομπ είναι και αυτός καλά. Ο Καρλάιλ τον πήγε στο ιατρείο. Εσένα φοβόταν να σε μετακινήσει. Καλύτερα να σηκωνόσουν μόνη σου. Είσαι καλά πονάς κάπου;»

«Πονάω αρκετά στην πλάτη και στο χέρι μου. Αλλά νομίζω μπορώ να σηκωθώ. Είμαι καλά. Τι έγινε όμως πως με έσωσες;»

«Οι Βολτούρι, θα σου εξηγήσω πως, με κρατούσαν στην Βολτέρα χωρίς να ξέρω ότι είσαι ζωντανή μόλις το έμαθα απελευθερώθηκα και ήρθα αμέσως εδώ. Όταν έφτασα είδα εσένα να βρίσκεσαι στο χιόνι και η Βικτώρια σου ρουφούσε το αίμα.» Έκλεισε για ένα δευτερόλεπτο τα μάτια του σαν να μην άντεξε την ανάμνηση. «Αμέσως την σκότωσα και ρούφηξα όλο το δηλητήριο. Ακριβώς όπως έκανα με τον Τζέιμς. Ο Καρλάιλ ήρθε αμέσως και προσπάθησε να γιατρέψει ότι μπορούσε σου έδωσε ακόμα και μορφίνη. Έχασες αρκετό αίμα. Αλλά δεν μπορούσε να σε μετακινήσει καθώς ήσουν αναίσθητη. Φοβόταν ότι το πρόβλημα θα μεγάλωνε. Θα σε κουβαλήσω εγώ τώρα που συνήλθες σπίτι να γιατρέψει ο Καρλάιλ ότι μπορεί.

«Έντουαρντ δεν θέλω να πάω ακόμα σπίτι. Θέλω να κάνω ακόμα ένα πράγμα.»

Τον κοίταξα στα μάτια και αμέσως το έπιασα σφιχτά από τον λαιμό και τον φίλησα. Τα χείλη μου ακούμπησαν τα δικά του και άρχισαν να κινούνται μαζί σε ένα ατέλειωτο φιλί γεμάτο πάθος. Ήταν σαν να τον φιλούσα για πρώτη φορά ξανά. Ότι αποζητούσα πιο πολύ από όλα το είχα. Η μεθυστική μυρωδιά του κατέκλυσε ολόκληρο το σώμα μου.

Σφίχτηκα πιο πολύ πάνω του και συνέχισα να τον φιλάω αχόρταγα. Δεν σταματούσε, ανταπέδιδε κάθε κίνηση των χειλιών μου. Σταμάτησα και τον κοίταξα στα μάτια. Ακούμπησα ξανά τα χείλη μου στα δικά του και τον φίλησα απαλά για μια ακόμη φορά. Τα δόντια μου δάγκωσαν το κάτω χείλος του. Η γλώσσα μου χάιδεψε τα δυο του χείλη τρυφερά και για μια τελευταία φορά τα χείλη μας ενώθηκαν με πάθος. Σταμάτησα και τον κοίταξα.

«Σε αγαπώ όσο τίποτα άλλο. Τα μάτια του με κοιτούσαν με αγάπη. Ότι ήθελα το είχα.»

«Εντουάρντ. Μου χαρίζεις ένα χορό;»

«Μπέλλα τώρα στο χιόνι; Μα είσαι χτυπημένη και σιχαίνεσαι τον χορό.»

«Όχι μαζί σου.»

Αμέσως με πήρε αγκαλιά και με έβαλε να πατήσω στην πάνω μεριά των πελμάτων του. Τα χέρια του τυλίχτηκαν απαλά γύρω μου και εγώ τον έπιασα από την μέση. Δεν με ένοιαζε να χορέψω απλά ήθελα να μείνω στην αγκαλιά του όσο το δυνατόν περισσότερο. Να απολαύσω την κάθε στιγμή. Αρχίσαμε να στροβιλιζόμαστε χορεύοντας βαλς στο χιόνι. Νιφάδες χιονιού στροβιλίζονταν γύρω μας σαν να χόρευαν μαζί μας. Κάποιες καθόταν στα μαλλιά μου και στα ρούχα μου σαν να υφαίνουν ένα πέπλο στα μαλλιά μου και ένα υπέροχο φόρεμα γύρω μου. Τον έσφιξα πάνω μου και απλά ευχόμουν να μην φύγω ποτέ από εκεί. Δάκρυα χαράς έτρεχαν στα μάτια μου. Τον φίλησα πάλι απαλά στα χείλη. Σταμάτησε τον χορό και με πήρε αγκαλιά.

«Συγγνώμη κυρία μου. Πρέπει να φύγουμε. Ο Καρλαίλ θα μου βάλει τις φωνές. Πρέπει να σιγουρευτούμε ότι είσαι καλά.» Με πήρε αγκαλιά και άρχισε να τρέχει.



***

Όταν φτάσαμε έξω από το σπίτι κατευθυνθήκαμε προς την πόρτα και την χτύπησε. Αμέσως η πόρτα άνοιξε και ήρθε η Έσμε. Ο Έντουαρντ με άφησε κάτω και ο Καρλάιλ με πήρε αγκαλιά. Τα πρόσωπα και των δυο έλαμπαν από ευτυχία. Πώς όχι άλλωστε. Είχαν ξανά τον Έντουαρντ. Με μια φευγαλέα ματιά στο σαλόνι είδα την Ρόζαλι να τρέχει να τον αγκαλιάσει.

«Ο Τζέικομπ;» ρώτησα την Έσμε.

«Ξεκουράζεται στο σπίτι του Μπίλι. Αύριο μπορείς να τον επισκεφτείς.

Έτρεμα για την ώρα γιατί πια είχα κάνει την απόφαση μου. Ήξερα ακριβώς με ποιον ήθελα να είμαι. Ο Τζέικομπ ήταν απλός φίλος μου. Δεν ήξερα αν μπορούσα πραγματικά να τον δω διαφορετικά. Μπήκαμε μέσα σε ένα δωμάτιο που υπήρχε ένα φορείο και διάφορα ιατρικά εργαλεία. Η Έσμε με ξάπλωσε απαλά. Μου έδωσε να πιο ένα πικρό πράσινο ζουμί. Με το ζόρι κατέβασα και την τελευταία γουλιά και αμέσως ο Καρλάιλ μου έκανε μια ένεση μορφίνης.

Άρχισε να εξετάζει τα τραύματα στα χέρια και τα πόδια μου δίνοντας λίγο περισσότερη σημασία στο δάγκωμα της Βικτώριας. Μου έμπηξε έναν ορό στο χέρι και μια βελόνα που μου παρείχε αίμα. Η Έσμε μου έβαλε ένα θερμόμετρο στο στόμα. Ο Καρλάιλ με πολύ λεπτές κινήσεις με γύρισε μπρούμυτα για να εξετάσει την πλάτη μου. Όταν με ακούμπησε ένας οξύς πόνος διέτρεξε όλο μου το κορμί. Μετά από λίγο με γύρισε ξανά ανάσκελα.

«Θα γίνεις καλά.» είπε ο Καρλάιλ κοιτώντας το θερμόμετρο. «Η πλάτη σου απλώς τραντάχτηκε για αυτό μπορούσες να περπατήσεις. Πρέπει να κοιμηθείς μερικές ώρες.

«Μα θέλω να μάθω πως ο Έντουαρντ-»

«Θα τα πει όλα μόλις ξυπνήσεις. Είμαι σίγουρη ότι δεν θα βγάλει λέξη μέχρι να ξυπνήσεις,» είπε η Έσμε.

Εκείνη την στιγμή ο Έντουαρντ μπήκε στο δωμάτιο και ο Καρλάιλ άρχισε να του ψιθυρίζει. Ήρθε δίπλα μου και κάθισε σε μια καρέκλα. Με φίλησε απαλά στο μέτωπο και μου έπιασε το χέρι.

«Θα γίνεις καλά.»

«Τώρα που είσαι εσύ εδώ σίγουρα.»

Ακόμα αδυνατούσα να πιστέψω ότι ήταν ξανά εδώ και ότι με αγαπούσε. Η Άλις μου το είχε πει βέβαια αλλά ακόμα κρατούσα τους ενδοιασμούς μου. Ο Καρλάιλ μου έδωσε κάτι να πιω και αμέσως ένιωσα τα βλέφαρα μου να βαραίνουν. Το τελευταίο που είδα ήταν την Έσμε και τον Καρλάιλ να βγαίνουν από το δωμάτιο...



***

Όταν ξύπνησα έξω είχε βραδιάσει. Ο Έντουαρντ ήταν ακόμα δίπλα μου. Ήταν αληθινός. Μου κράταγε το χέρι. Ο Καρλάιλ έμπαινε εκείνη την στιγμή στο δωμάτιο κρατώντας ένα ποτήρι πορτοκαλάδα. Μου το έδωσε και το ήπια μέχρι κάτω. Εντωμεταξύ μου αφαίρεσε του ορούς και μου έκανε μια ένεση. Βγήκε από το δωμάτιο και την ίδια στιγμή μπήκε η Άλις κρατώντας μια αλλαξιά καινούργια ρούχα. Χαμογέλασε σε εμένα και τον Έντουαρντ.

«Έντουαρντ πρέπει να βγεις έξω τώρα.»

Με κοίταξε και του έγνεψα καταφατικά. Κοίταξε την Άλις δήθεν με μίσος και βγήκε από το δωμάτιο. Η Άλις χαμογέλασε και με βοήθησε να σηκωθώ.

«Άλις μια χαρά είναι αυτά τα ρούχα που φοράω ήδη.»

«Μπέλλα δεν σημαίνει ότι επειδή είσαι χτυπημένη πρέπει να είσαι και άσχημη.»

Με έγδυσε και μου φόρεσε ένα λευκό φούτερ μια μαύρη φόρμα και αθλητικά παπούτσια nike. Μου έπιασε τα μαλλιά σε κοτσίδα και με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω.

«Ήθελα να σου βάλω κάτι πιο καλό αλλά ο Έντουαρντ είπε πως μια φόρμα θα σου άρεσε καλύτερα.»

Μια φόρμα; σκέφτηκα κοιτώντας τα ρούχα μου. Το φούτερ είχε ένα πολύπλοκο σχέδιο με παγέτα η φόρμα ήταν στολισμένη με στράς και τα παπούτσια ήταν αυτά που είχα δει όταν είχαμε πάει για ψώνια με την Άλις και μου άρεσαν αλλά ήταν πανάκριβα. Με ένα ψαλίδι έκοψε μια ταμπέλα που κρεμόταν από το φούτερ και είδα φευγαλέα την τιμ. Τριακόσια δολάρια. Υπέροχα, σκέφτηκα αλλά σηκώθηκα και απλώς είπα.

«Ευχαριστώ που με σκέφτηκες Άλις.» Με έπιασε από το χέρι και με βοήθησε να κατέβω στο σαλόνι αν και δεν πονούσα πουθενά και μπορούσα μια χαρά και μόνη μου. Στο σαλόνι κάθονταν όλοι οι Κάλλεν. Η Ρόζαλι ήταν όρθια και μιλούσε γεμάτη ευτυχία για μένα και για διάφορα περιστατικά που έγιναν όσο ο Έντουαρντ έλειπε. Η Έσμε καθόταν σε μια πολυθρόνα στην αγκαλιά του Καρλάιλ και ο Τζάσπερ μόλις μας είδε πήρε την Άλις και κάθισαν μαζί στον καναπέ.

Ο Έντουαρντ καθόταν σε μια μαξιλάρα στο τζάκι δίπλα στην πολυθρόνα του Έμετ. Μόλις μπήκα στο δωμάτιο έτρεξε και με αγκάλιασε. Κάθισα στην πολυθρόνα που είχαν αφήσει ελεύθερη για μένα δίπλα σε αυτή της Τάνιας και τον καναπέ που κάθονταν ο Ελέαζαρ η Κάρμεν η Κέιτ και η Αϊρίνα. Μια φωτιά στο τζάκι ζέσταινε το δωμάτιο. Ο Έντουαρντ κάθισε ξανά στην μαξιλάρα δίπλα στο τζάκι.

«Λοιπόν.» είπε ο Καρλάιλ.«Θα μας εξηγήσεις το σχέδιο του Άρο;»

«Λοιπόν ναι, μπορώ πια να καταλάβω όλο του το σχέδιο και να σας το εξηγήσω. Όλα άρχισαν όταν μέσα από μια παρεξήγηση νομίζαμε πως η Μπέλλα ήταν νεκρή. Η Ρόζαλι με πήρε τηλέφωνο και μου το είπε,δεν φταις εσύ Ρόζαλι-» την διέκοψε γιατί ήταν έτοιμη να μιλήσει.

«Λοιπόν αμέσως σκέφτηκα τους Βολτούρι. Χωρίς εσένα Μπέλλα δεν μπορούσα να είμαι σε αυτό τον κόσμο. Αφού τους επισκέφτηκα και έμεινα για δυο νύχτες στην Βολτέρα ξαναπήγα να δω τι αποφάσισαν. Ο Άρο είχε αποφασίσει να με σκοτώσει. Όταν ξαφνικά η Χάιντι ήρθε με μια νέα φουρνιά ανθρώπων. Ανάμεσα τους ήταν και ένας λυκάνθρωπος. Και τότε του ήρθε ένα ιδιοφυές σχέδιο να βάλει και άλλους στην φρουρά.

Αποφάσισε λοιπόν αμέσως ξέροντας ότι η Άλις δεν μπορεί να δει τίποτα με τους λυκάνθρωπους να το εκτελέσει. Έβαλε τον Άλεκ να με κάνει να χάσω τις αισθήσεις μου, αυτό είναι το χάρισμα του, και με παγίδευσε. Με ανάγκασε να είμαι στην φρουρά και να τρώω ανθρώπους. Ακόμα πήγε και βρήκε και άλλους λυκάνθρωπους για να είναι ασφαλής. Για αυτό πήγε η Τζέιν στην Αυστραλία Άλις, για να μαζέψει και άλλους λυκάνθρωπους.»

«Και μετά όταν η Μπέλλα και η Άλις ήρθαν εκεί; ρώτησε ο Καρλάιλ.»

«A ναι αυτό εγώ τότε δεν το ήξερα ότι είχατε έρθει πίστευα ότι η Μπέλλα ήταν νεκρή. Για αυτό αποφάσισα να μην κάνω τίποτα. Για να τιμωρήσω τον εαυτό μου. Εγώ φταίω. Τέλος πάντων όταν ήρθατε έτρεξε και πήρε έναν άνθρωπο έναν τυχαίο τουρίστα. Τον έκαψε και σας είπε ότι ήμουν εγώ. Τότε λοιπόν σκέφτηκε να παγιδέψει την Άλις και την Μπέλλα και αυτές στην φρουρά. Παραλίγο να σας πιάσει αλλά το σκάσατε. Τότε αποφάσισε να καλέσει τον Ελέαζαρ και να τον στείλει να δει τι χάρισμα θα είχες Μπέλλα αν γινόσουν βρικόλακας. Του είπε όμως να μην σας ξαναμιλήσει ποτέ αν δεχόταν. Γιατί, θα καταλάβετε παρακάτω. Ο Ελέαζαρ όμως αρνήθηκε χαλώντας λίγο το σχέδιο του Άρο αλλά δεν το έβαλε κάτω και στόχος του ήταν τελικά να προκαλέσει πόλεμο εναντίον σας να σκοτώσει όλους του Κάλλεν, εκτός από την Μπέλλα και την Άλις. Θα σε μεταμόρφωνε Μπέλλα και θα είχε στην φρουρά του δυο πολύ ξεχωριστά ταλέντα. Τρία βασικά μαζί με μένα. Για αυτό ο Ελέαζαρ σας είπε να μην μας ξαναμιλήσετε για να μην καταλάβετε ότι ετοιμάζει μάχη. Όταν θα το μαθαίνατε θα ήταν αργά.»

«Μα με αυτό τον τρόπο κινδύνευε ολόκληρη η κυριαρχία τους.» είπε η Εσμε.

«Έχουν ξανακάνει παρόμοια πράγματα στο παρελθόν και πάντα την βγάζουν καθαρή.» είπε ο Καρλάιλ.

«Τώρα όμως κινδυνεύουμε;» ρώτησα ανήσυχη.

«Όχι Μπέλλα αν κάνουν κίνηση τώρα που έμαθαν και άλλοι το σχέδιο του Άρο απειλούνται. Ίσα ίσα που τους έχουμε και στο χέρι.»

Έβγαλα έναν αναστεναγμό ανακούφισης.

«Οπότε τώρα είμαστε απόλυτα ασφαλής; Η Βικτώρια σκοτώθηκε οι Βολτούρι δεν μπορούν να μας πειράξουν.»

«Ακριβώς Μπέλλα.» είπε ο Έντουαρντ και σηκώθηκε. Με πλησίασε και με φίλησε απαλά στα χείλη.

«Ήρθε η ώρα για ύπνο Μπέλλα.» τσίριξε η Άλις. Δεν θέλω αύριο να είσαι με μαύρους κύκλους για-» αμέσως σταμάτησε να μιλάει καταλαβαίνοντας την γκάφα που έκανε.

«Για τι Άλις; Γιατί δεν θέλεις να είμαι με μαύρους κύκλους;»

«Άλις ορίστε κατέστρεψες την έκπληξη.» είπε ο Έντουαρντ και κοίταξε την Άλις δήθεν θυμωμένος.

«Συγγνώμη.» είπε η Άλις και κοίταξε το πάτωμα παριστάνοντας την μετανιωμένη.

«Λοιπόν πια έκπληξη;» επέμεινα εγώ γεμάτη ανυπομονησία.

«Αν σου πούμε δεν θα είναι έκπληξη.» είπε ο Έντουαρντ και με πήρε αγκαλιά.

Καληνύχτισα τους Κάλλεν και την οικογένεια του Ελέαζαρ και πήγαμε πάνω.

«Έντουαρντ.» είπα και ξεροκατάπια.«Μένει ακόμα ένα πράγμα να κάνω αύριο πριν την έκπληξη.»

«Λοιπόν;»

«Να πρέπει να επισκεφτώ τον καταυλισμό.» Με κοίταξε για ένα λεπτό.

«Ωραία αλλά σε παρακαλώ μην μείνεις πολύ. Καταλαβαίνεις η Άλις δεν μπορεί να δει τίποτα όταν είσαι με τους λύκους και είναι και η έκπληξη-»

«Που ακόμα δεν μου είπες τι είναι.» τον κατηγόρησα περιπαιχτικά προσπαθώντας να αλλάξω θέμα. Δεν ήξερα πόσο χρόνο θα χρειαζόμουν για να εξηγήσω στον Τζέικ.

«Μα δεν θα είναι πλέον έκπληξη έτσι.»

Άνοιξε την πόρτα του δωματίου και μπήκαμε μέσα. Αμέσως με έβαλε να ξαπλώσω στο κρεβάτι. Τον κοίταξα και φόρεσα προσεχτικά τις φθαρμένες παλιές πιτζάμες μου. Ντράπηκα λίγο που δεν είχα κάτι καλύτερο να φορέσω. Ήταν η πρώτη νύχτα με τον Έντουαρντ ξανά. Όχι ότι περίμενα να κάνουμε τίποτα πριν μεταμορφωθώ. Και τότε θυμήθηκα δεν είχα πει τίποτα για την μεταμόρφωση.

«Έντουαρντ ξέχασα να σου πω.» κοίταξα για ένα λεπτό τις υπέροχες μπλε ριγέ πιτζάμες που φορούσε. Έδειχναν τέλειες πάνω του και συνέχισα. «Υποσχεθήκαμε στους Βολτούρι ως το τέλος του καλοκαιριού-»

«Ξέρω Μπέλλα. Και εγώ έναν όρο για αυτό αλλά αυτό είναι μέρος της αυριανής έκπληξης. Τώρα πρέπει να κοιμηθείς. Θέλεις αύριο να έχεις μαύρους κύκλους;»

Ξάπλωσα στο κρεβάτι και ήρθε δίπλα μου. Χώθηκα στην αγκαλιά του και κοίταξα τα μάτια του. Ήταν χρυσαφί πλέον που σημαίνει ότι όσο κοιμόμουν είχε πάει για κυνήγι μάλλον. Μέσα τους έβλεπα όλο τον ουρανό και όλα τα άστρα του κόσμου. Έβλεπα τον δικό μου κόσμο. Και σε αυτόν άνηκε και ο Έντουαρντ. Και τώρα τον είχα ξανά κοντά μου.

«Σ' αγαπώ.» ψιθύρισα. Άρχισε να μου τραγουδάει το κομμάτι μου. Το νανούρισμα μου. Νόμιζα ότι δεν θα το άκουγα ποτέ ξανά.

Αποκοιμήθηκα με την μελωδία να με νανουρίζει στην αγκαλιά του. Ήταν ξανά δικός μου.