BLOGGER TEMPLATES - TWITTER BACKGROUNDS »

Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2010

Στοχεύοντας Τα Αστέρια



                                                              


                                                 4ο κεφάλαιο
                                                    Σκοτάδι

Alices POV
Ο θόρυβος που έκανε το τραίνο καθώς έβγαινε από τον σιδηροδρομικό σταθμό δεν μπορούσε να διώξει τα τελευταία λόγια που θα άκουγα από τα χείλη του πατέρα μου. Αντηχούσαν ακόμα στα αυτιά μου. Πλανιόνταν στο αέρα μπερδεύοντας με ακόμα πιο πολύ.

Έβαλα την κόκκινη φθαρμένη βαλίτσα μου κάτω από το κάθισμα και κάθισα στην θέση μου. Έσκυψα και έκλεισα την πόρτα του βαγονιού μου. Το τραίνο διέσχιζε μια αχανείς έκταση από χωράφια. Ο ήχος που έκαναν οι ροδές καθώς περνούσαν πάνω από τις ράγες με ανακούφιζε. Καπνός παρασύρθηκε από τον αέρα και κάλυψε το οπτικό μου πεδίο αναγκάζοντας με να κοιτάξω μέσα στο βαγόνι. Άκουσα την πόρτα του βαγονιού να ανοίγει. Μπήκε μέσα ένα κύριος που φορούσε κουστούμι και κρατούσε έναν δερμάτινο χαρτοφύλακα. Κάθισε απέναντι μου.

Κοίταξα ξανά έξω αγνοώντας τον. Τα χωράφια συνεχίζονταν οπού έφτανε το μάτι. Προσπάθησα να ησυχάσω από τον ήχο του τραίνου και να δω πιο καθαρά ότι είχε συμβεί τις τελευταίες μέρες. Ένα ήταν σίγουρο τώρα. Δεν θα αντίκριζα ξανά τους γονείς μου. Η μητέρα μου πιστεύει ότι είμαι νεκρή. Άλλα ίσως αυτό να είναι καλύτερο. Θα ήταν ήδη πολύ δύσκολο για εκείνη να είμαι κάπου στην γη και να μην μπορεί να με δει. Τώρα τουλάχιστον θα πιστεύει ότι είμαι σε κάποιο καλύτερο μέρος.

Εκεί που πήγαινα δεν ήξερα τι να περιμένω. Δεν είχε νόημα να ανησυχώ ούτε να φοβάμαι. Έκλεισα σφιχτά τα ματιά μου για να αποτρέψω ένα δάκρυ να κυλήσει στο μάγουλο μου. Ξάπλωσα ανθυπατικά στην θέση μου και άφησα τον ήχο του τραίνου να με νανουρίσει. Σε δευτερόλεπτα είχα αποκοιμηθεί. Τα όνειρα μου τάραζε συνεχώς το ίδιο πράγμα.

Ήμουν ξαπλωμένη μέσα στα σκοτάδια σε ένα στενό πέτρινο διάδρομο. Δεν μπορούσα να πιαστώ από κάπου και να σηκωθώ. Η πτώση μου είχε κόψει την ανάσα. Άρχισα να ουρλιάζω σαν τρελή μέσα στα σκοτάδια. Μια φωνή με ξύπνησε.

«Εεε μικρή συγγνώμη είσαι καλά;» με ρωτούσε ο κύριος που καθόταν νωρίτερα απέναντι μου. Τώρα είχε σκύψει ανήσυχος από πάνω μου. Κρύος ιδρώτας έλουζε όλο μου το κορμί.

«Άρχισες ξαφνικά να ουρλιάζεις στον ύπνο σου.» συνέχισε. Ανασηκώθηκα και σφούγγισα το πρόσωπο μου.

«Ήταν ένα άσχημο όνειρο.» αποκρίθηκα κοιτώντας έξω από το παράθυρο το κατάλευκο από το χιόνι βουνό που διασχίζαμε τώρα.

Ήταν πράγματι ένα άσχημο όνειρο. Το χειρότερο που είχα δει ποτέ ίσως. Και ένιωθα ότι ήταν τόσο κοντά. Ότι σύντομα θα συνέβαινε στην πραγματικότητα. Με τα δάχτυλα μου ανακάτεψα τα μαλλιά μου για να σκεφτώ πιο καθαρά. Αλλά δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα γιατί η θολούρα του ονείρου που μόλις είχα δει ανακάτευε ακόμα το μυαλό μου.

Κοίταξα ξανά έξω από το παράθυρο. Μέσα στο μυαλό μου φώναζα τα τελευταία λόγια του πατέρα μου. «Άλις στόχευε τα αστέρια.» Η εικόνα του πατέρα μου να λέει αυτά τα λόγια ξεθόλωσε κάπως το μυαλό μου.

Ο άντρας που καθόταν απέναντι μου άφησε το χαρτί που διάβαζε και προσπάθησε να μου πιάσει κουβέντα. Χάρηκα κάπως. Έτσι θα ξεχνούσα λίγο τι με περίμενε.

«Λοιπόν πας Νέα Υόρκη;»

Η λέξη με το ζόρι βγήκε από τα δόντια μου.

«Ναι.» απάντησα κοιτώντας τον για πρώτη φορά στα ματιά. Ήταν γαλανά. Άλλα ήταν τα πιο ιδιαίτερα γαλάζια ματιά που είχα δει. Είχαν έναν μπλε τόνο στο κέντρο σαν μια θάλασσα που γύρω από την κόρα άφριζε.

«Δεν είσαι λίγο μικρή για αυτό; Εννοώ να πας μόνη σου στην Νέα Υόρκη;» ακουγόταν αμήχανος.

«Δεν πάω με στέλνουν.» είπα παγερά διακόπτοντας εδώ την κουβέντα. Κοίταξα ξανά έξω. Ρούφηξα με όλο μου το μυαλό κάθε τοπίο που έβλεπα. Διασχίζαμε τώρα τους πρόποδες του χιονισμένου βουνού που ανεβαίναμε προηγούμενος. Απορρόφησα κάθε μικρό λουλούδι που είδα. Κάθε μικρό πτηνό . Κάθε μικρό ζώο. Με αυτό τον τρόπο γέμιζα αναμνήσεις που ίσως να μην είχα την ευκαιρία να ζήσω ξανά από την στιγμή που θα διέσχιζα την πόρτα του ασύλου που με περίμενε στην Νέα Υόρκη.

Το υπόλοιπο του ταξιδίου το πέρασα κοιμισμένη μέσα στην κάπα μου. Ο άνδρας με τα γαλανά ματιά που ποτέ δεν έμαθα το όνομα του ,ούτε εκείνος το δικό μου, δεν με ενόχλησε ξανά. Μόνο μια φορά όταν είδε ότι σε καμιά στάση δεν κατέβαινα μου πρόσφερε ένα κομμάτι πίτα.

Όταν το τραίνο σταμάτησε στον τελευταίο σταθμό στην Νέα Υόρκη κατέβηκα από το τραίνο με ανάμεικτα συναισθήματα. Κυρίως φόβου συνδυασμένο με ένα παράξενο αίσθημα γαληνής. Διέσχισα την αποβάθρα κρατώντας την κόκκινη βαλίτσα μου στο χέρι και φορώντας την κάπα που. Έκανε αρκετό κρύο για αυτό την έσφιξα σφιχτά πάνω μου. Πριν χωθώ μέσα στο πλήθος κοίταξα για μια τελευταία φορά τον άνδρα με τα γαλανά ματιά να στέκετε όρθιος στην αποβάθρα κρατώντας τον χαρτοφύλακα του και να με κοιτάζει. Αμέσως γύρισα και χώθηκα στο πλήθος.

Στην αρχή δεν πήγαινα κάπου συγκεκριμένα απλά τριγυρνούσα στριμωγμένη μέσα στο πλήθος χωρίς να μπορώ να πάρω ανάσα όταν άκουσα έναν άντρα δίπλα σε μια μαύρη αμαξά να φωνάζει το όνομα μου.

«Μπράντον.» ρωτούσε συνεχώς κοιτώντας γύρω γύρω. Πήγα προς το μέρος του.

«Είσαι η Μέρυ Άλις Μπράντον;» με ρώτησε κοιτώντας πότε εμένα και πότε τα παπούτσια του.

«Ναι.» απάντησα χωρίς να είμαι σίγουρη τι έπρεπε να απαντήσω.

«Καλώς όρισες στην Νέα Υόρκη λοιπόν.» είπε και με βοήθησε να μπω στην άμαξα. Μου έδωσε την βαλίτσα μου και κάθισε στην θέση του οδηγού. Ακολούθησε ο ήχος μαστιγώματος και τα άλογα άρχισαν να καλπάζουν στον δρόμο. Δεν ήξερα τι περίμενα να δω από την Νέα Υόρκη. Δεν είχα ακούσει ποτέ περιγραφές για το πώς είναι. Δεν γνώρισα ποτέ κάποιον που να είναι από την Νέα Υόρκη ή να έχει πάει σε αυτήν.

Οπότε μόλις αντίκρισα την πόλη σοκαρίστηκα. Ήταν ότι πιο διαφορετικό είχα δει μέχρι στιγμής στην ζωή μου. Οι δρόμοι ήταν τεράστιοι και χιλιάδες άμαξες και κόσμος τους διέσχιζε. Είδα και κάτι που δεν μπορούσα το περιγράψω. Σαν άμαξα χωρίς άλογα έμοιαζε περισσότερο. Πέρασε πολύ γρήγορα και δεν μπόρεσα να το παρατηρήσω. Το πιο εντυπωσιακό όπως ήταν τα κτήρια. Τα περισσότερα ήταν φτιαγμένα από κόκκινο τούβλο ή ασβεστόλιθο και ήταν πολύ ψηλά. Δεν έβλεπες σχεδόν καθόλου σπίτια ή επαύλεις. Μόνο τεράστια κτήρια. Κοιτούσα συνεχώς τριγύρω μην μπορώντας να χορτάσω αυτό που έβλεπα. Ήξερα όμως πως ήταν μονό προσωρινό. Σε λίγο θα βρισκόμουν κλεισμένη μέσα σε ένα άσυλο.

Ήδη οι γονείς μου μού έλειπαν και ιδιαίτερα η μητέρα μου που πότε δεν αποχαιρέτησα. Δεν θα την έβλεπα ποτέ ξανά. Έσφιξα κλειστά τα μάτια μου και άφησα ένα δάκρυ να κυλήσει στο μάγουλο μου. Άνοιξα τα μάτια μου και κοίταξα έξω. Δεν κοιτούσα πλέον τα ψηλά κτήρια παρά μονό τον ουρανό. Κάτι μου έλεγε ότι δεν θα τον ξαναέβλεπα για πολύ καιρό.

Η άμαξα σταμάτησε έξω από έναν τεράστιο κτήριο. Ήταν όλο κατασκευασμένο από κόκκινο τούβλο και με έμοιαζε με κάστρο μέσα από τα παραμύθια. Είχε δώδεκα πύργους που ενωνόταν με τοίχους δίχως καθόλου παράθυρα. Μια τεραστία λιθόστρωτη αυλή το τριγύριζε και ψηλά τείχη από το ίδιο τούβλο που είχε φτιαχτεί το κτήριο περιτριγύριζαν όλο το χώρο.

Ο οδηγός μου άνοιξε την πόρτα και με βοήθησε να κατεβώ. Προχώρησα κρατώντας την βαλίτσα μου προς την τεραστία μεταλλική πόρτα που περίμενε ανοιχτή. Μια κυρία με γκρίζα μαλλιά πιασμένα σε κότσο περίμενε.

«Η Άλις Μέρυ Μπράντον;» με ρώτησε κοιτώντας ένα χαρτί. Δεν απάντησα. Μόνο έγνεψα καταφατικά και αμέσως ξεκίνησε. Την ακολούθησα κοιτώντας γύρω μου τον χώρο. Δεν φαινόταν κανένα παιδί οπού και αν κοιτούσες. Διασχίσαμε την αυλή με γοργό βήμα. Δεν μιλούσα καθόλου και κρατούσα συνεχώς την αναπνοή μου για να αποτρέψω τον εαυτό μου από το να δακρύσει. Ανεβήκαμε τα σκαλιά που οδηγούσαν σε μια μεγάλη ξύλινη πόρτα που περίμενε ανοιχτή. Την διασχίσαμε σύντομα και βρεθήκαμε σε ένα μεγάλο δωμάτιο. Στον χώρο υπήρχε ένα ξύλινο γραφείο, δυο καρέκλες και ένα χαλί. Το δωμάτιο φωτιζόταν από κάποια λιγοστά κεριά που με το ζόρι έριχναν το φως τους στο χώρο. Δεν υπήρχε πουθενά παράθυρο.

«Εμένα με λένε Hebrew» είπε η γυναικά με τα γκρίζα μαλλιά αναγκάζοντας με να την κοιτάξω ξανά. Η φωνή της ήταν παγερή. Διασχίσαμε το δωμάτιο και βρέθηκα σε ένα στενό διάδρομο φτιαγμένο όλο από πέτρα. Κάποια παράθυρα έριχναν το φως τους φωτίζοντας τον. Αρχίσαμε να το διασχίζουμε.

Περπατούσαμε αρκετή ώρα χωρίς να μιλάμε. Όλη αυτήν την ώρα δεν είδαμε ψυχή . Ήταν σαν να μην υπήρχε κανείς άλλος στο άσυλο. Ένα παγερό συναίσθημα κατέκλυσε όλο μου το κορμί.

Στρίψαμε σε ένα ακόμα διάδρομο αυτήν την φορά όμως δεν υπήρχε ούτε παράθυρο ούτε κερί να τον φωτίζει. Χώθηκα μέσα στο σκοτάδι ψηλαφίζοντας συνεχεία με το ένα μου χέρι τον τοίχο στα δεξιά μου. Με αυτόν τον τρόπο δεν θα χανόμουν. Άρχισα να κάνω μικρά βήματα γιατί όση ώρα και αν πέρασε τα ματιά μου δεν συνήθισαν στο απολυτό σκοτάδι άρα υπήρχε κίνδυνος να σκοντάψω. Το χέρι μου όλη την ώρα που περπατούσαμε συνάντησε μονό λείο πέτρινο τοίχο. Ούτε μια εσοχή ,ένα παράθυρο ή πόρτα.

Μετά από αρκετή ώρα περπάτημα το χέρι μου συνάντησε ένα ξύλινο αντικείμενο. . Ψηλάφισα προσέχτηκα και πράγματι εκεί υπήρχε μια πόρτα. Συνέχισα να περπατώ στα σκοτάδια ψηλαφιστά πάντα και ακούγοντας σταθερά την αναπνοή της κυρίας Hebrew στο αριστερό αυτί μου.

Συνειδητοποίησα πως από εκείνο το σημείο και μετά κάθε δέκα μέτρα υπήρχε και μια ξύλινη πόρτα. Δεν υπήρχε όμως πουθενά πόμολο. Στην επόμενη που συνάντησα ψηλάφισα πιο προσέχτηκα. Τίποτα. Τέντωσα όλο μου το κορμί προς τα πάνω και τότε έπιασα ένα κρύο μεταλλικό λουκέτο. Η πόρτα όταν αμπαρωμένη. Ότι και αν ήταν πίσω από αυτή δεν μπορούσε να βγει έξω. Αφουγκράστηκα με το αυτί μου πάνω στην πόρτα άλλα εισέβαλα μόνοι νεκρική σιγή.

Πάγωσα για ένα λεπτό στην θέση μου. Ένα ρίγος διαπέρασε όλο μου το κορμί. Συνέχισα να προχώρα και είδα ότι όλες οι πόρτες όταν κλειδωμένες με λουκέτο. Επιτάχυνα το βήμα μου γιατί η αναπνοή της κυρίας Hebrew δεν ακουγόταν πλέον δίπλα μου. Καθώς έτρεχα με κατέκλυσε απίστευτος φόβος. Δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα ματιά μου και ήθελα να φωνάξω γεμάτη μανία. Τότε γλίστρησα και έπεσα στο κρύο πέτρινο δάπεδο. Η πτώση μου έκοψε την ανάσα. Το όνειρο που είχα δει στο τραίνο βγήκε αληθινό. Και τότε κατάλαβα πως ότι είχα δει μέχρι στιγμής θα συνέβαινε.

Προσπάθησα να σηκωθώ δεν είχα όμως από που να πιαστώ. Έπεσα ανάμεσα στο κενό που υπήρχε σε δυο πόρτες. Ο τοίχος όταν πολύ λείος για να με βοηθήσει. Τα ματιά μου άρχισαν να τσούζουν από το κλάμα. Απελπίστηκα. Άρχισα να ουρλιάζω γεμάτη τρόμο το όνομα της κυρίας Hebrew.

Ένα δυνατό χέρι με έπιασε απότομα από το μπράτσο. Πόνος διαπέρασε εκείνο το σημείο. Πριν προλάβω να βρω την ισορροπία μου και να συνεχίσω να περπατώ στο κατασκότεινο διάδρομο ένα χέρι με χτύπησε δυνατά στο πρόσωπο. Όλα γύρω μου άρχισαν να στριφογυρίζουν και έπεσα αναίσθητη μέσα στα σκοτάδια.

Το μαύρο του σκοταδιού έγινε πιο ισχυρό πνίγοντας τα πάντα στον διάβα του. Πριν το κεφάλι μου χτυπήσει με δύναμη στο πέτρινο δάπεδο το όνομα της μητέρας μου βγήκε από τα χείλη μου.

4 σχόλια:

Marina είπε...

Πολύ συγκινητικο!!! Προς το τέλος η απελπισία της και η αγανάκτηση.... σου την μεταδιδει τοσο ωραια....

Αυτος ο μυστηριωδης αντρας ειναι νεαρος?? δηλαδη απο 20-34 ή απο 35 και πάνω??? *flush* Ωραια περιγραφη των ματιων του. Χρησιμοποιεις πολύ ωραια τα σχηματα λογου. Μπραβο βρι!!!

Γραφεις πολύ ωραια!!

gerry είπε...

Λοιπον μαρινακι μου καταρχας ενα τεραστιο ευχαριστω και πιο αναλυτικα(που λενε και στο καιρο.)

ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ....
καταρχας ειχα τεραστιο ανχος για αυτο το κεφαλαιο μπορει επειδη μου βγηκε μικρο μπορει επειδη χθες ηταν ατυχη μερα τι να πω.

Ο αντρας αυτος ειναι γυρω στα 28 εκει.Δεν ξερω με εντυπωσιασε τοσο που θα τον ξαναεμφανισω σε μια αργοτερη λιγο τραγικη σκηνη χμμ...

Και παλι ευχαριστω μαρινακι μου...*bighug*

Creep είπε...

...καλησπέρα.
Έχω μία ερώτηση. Γιατί έβαλες φίλτρο για να μπλοκάρεις ανήλικο κοινό; Εφόσον και συ είσαι κάτω των δεκαοκτώ, και δεν βρίσκω τίποτα χυδαίο, ποιός ο λόγος;
Καλό βράδυ. :)

gerry είπε...

Καλη ερωτηση λοιπον συντομα θα ανεβασω ενα φανφικ που θα εχει μια σκηνη λιγο πιο προκλητικη παροτι χρησιμοποιει πολυ ομρφο λεξιλογιο δεν ειναι χυδαια και γενικα δεν περιγραφει τιποτα το πολυ ιδιετερο(να φανταστεις ακομη και σαν εκθεση στο σχολειο θα περνουσε) υποχρεωνομαι απο το blogger να βαλω μια επισυμανση την εβαλα μνο για δοκιμη αφου η ιστρια δεν εχει ανεβει ακομα οποτε προς το παρων δεν ισχυει. Χαιρομαι που λειτουργει και το ειδες.Ελπιζω να σου ελυσα την απορια.Καλο μεσημερι ΧD