BLOGGER TEMPLATES - TWITTER BACKGROUNDS »

Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

Κυκλάμινα Στο Χιόνι


                                                    Μέρος δεύτερο
                                          Ο κήπος με τα βατόμουρα.


Edwards POV
Το χέρι μου κύλησε πάνω στο μαονένιο γραφείο του Καρλάιλ. Τα λόγια του αντηχούσαν ακόμα στον αέρα. Δεν θα άφηνα έτσι την μητέρα μου. Έσφιξα τα δόντια μου και τον κοίταξα ξανά στα χρυσαφένια του μάτια.

«Πρέπει να έρθετε να την δείτε.» επανέλαβα αποφασιστικά.

«Κύριε Μέισεν σας εξήγησα ότι η Ιουλιέτα που έστειλα είναι πολύ καλή. Αν συμβαίνει κάτι θα σας ειδοποιήσει. Σήμερα τουλάχιστον δεν έχω χρόνο να επισκεφτώ την μητέρα σας.»

«Ωραία τότε αύριο. Το συντομότερων δυνατόν.» παρακάλεσα σχεδόν ικετευτικά.

«Θα σας ενημερώσω μήπως περάσω αύριο.» είπε τελικά. Ξεκίνησα να προσπαθήσω να τον αναγκάσω να περάσει τώρα αλλά ήταν αμείλικτος.

«Ευχαριστώ πολύ.» είπα χρησιμοποιώντας όσο πιο ζεστό τόνο μπορούσα. Φόρεσα το παλτό μου και βγήκα από το δωμάτιο. Προσπέρασα γρήγορα του διαδρόμους με το μυαλό μου κενό. Δεν ήξερα τι να σκεφτώ πλέον.

Αν όντως ήταν μια χαρά; Αν δεν είχε την ισπανική γρίπη και ήταν απλά μια εμμονή που μου είχε κολλήσει; Το κρύο με κατάκλεισε μόλις βγήκα από το κτήριο. Οι δρόμοι ήταν έρημοι και χιόνι έπεφτε πυκνό καλύπτοντας τα πάντα.

Ανέβηκα πάνω στο άλογο και το χτύπησα για να ξεκινήσει. Άρχιζε να καλπάζει στο χιόνι. Τα πράγματα ήταν πολύ μπερδεμένα τις τελευταίες μέρες. Τόσο που πια δεν ήξερα τι να κάνω. Το μόνο που μπορούσα να επαναλάβω συνεχώς μέσα μου ήταν ότι δεν έπρεπε να μείνω άπραγος. Αυτό ήταν εύκολο αρκεί να ήξερα τι έπρεπε να γίνει.

Σκέφτηκα ξανά την νοσοκόμα που είχε στείλει ο δόκτωρ Καρλάιλ. Δεν μπορούσα με τίποτα να καταλάβω γιατί το πρόσωπο της έλαμπε τόσο έντονα όταν με είδε. Ήταν σαν να ζωντάνεψα κάτι μέσα της. Κάποιο συναίσθημα. Έδιωξα με θυμό τις σκέψεις από το μυαλό μου. Δεν είχα καμιά όρεξη να ασχοληθώ με μια απλή κοπέλα που θα αναγκαζόμουν να βλέπω κάποιες μέρες μέχρι η μητέρα μου να γίνει καλά. Ή μήπως είχα;

Δεν ξέρω γιατί αλλά ένιωσα όμορφα μόλις την σκέφτηκα. Εντάξει ήταν πολύ όμορφη αυτό ήταν γεγονός. Αλλά έτρεχε κάτι παραπάνω;

Έσφιξα τα μάτια μου και σταμάτησα το άλογο. Το χιόνι που έπεφτε τώρα μανιωδώς άρχισε γρήγορα να βρέχει τα ρούχα μου. Δεν κουνήθηκα όμως χιλιοστό. Δεν έπρεπε με τίποτα τώρα να ασχοληθώ με αυτά. Έτσι θα χάσω τον πόλεμο. Αν δεν επικεντρωθώ στην υγεία της μητέρας μου. Δεν τρέχει τίποτα με αυτήν την κοπέλα. Απλά το γεγονός ότι με κοιτούσε με τόση…

Δεν μπορούσα να ολοκληρώσω την πρόταση. Δεν είχα ιδέα τι είδους συναίσθημα ήταν αυτό στα μάτια της. Και μόνο η ιδέα ότι ίσως να με αγαπούσε με έκανε να την σκέφτομαι όμορφα. Δεν ήταν όμως τίποτε άλλο. Ήταν απλά το γεγονός ότι ίσως να έτρεφε συναισθήματα για μένα. Μόνο αυτό επανέλαβα στον εαυτό μου πολλές φορές. Το χιόνι είχε κάτσει πάνω στους ώμους μου. Είχα παγώσει.

Χτύπησα με δύναμη τα χαλινάρια. Το άλογο χλιμίντρισε και σηκώθηκε στα δυο πόδια. Αμέσως ξαναχτύπησε το έδαφος και άρχισε να τρέχει. Ένα στρώμα χιονιού σηκώθηκε στον αέρα. Οι σκέψεις μου συνέχιζαν να γεμίζουν με την εικόνα των ματιών της και το πως έλαμπαν καθώς με αποχαιρετούσε. Επικεντρώθηκα ξανά στην μητέρα μου. Δεν είχε όμως νόημα δεν ήξερα τι μπορεί να είχε.

Σταμάτησα να σκέφτομαι οτιδήποτε. Όλες μου οι σκέψεις οδηγούσαν σε αδιέξοδο. τόσο για την μητέρα μου όσο και για την Ιουλιέτα. Προσπάθησα να αδειάσω εντελώς το μυαλό μου. Τα κατάφερα μετά από λίγο. Ο ήχος του χιονιού καθώς έπεφτε προς το έδαφος με γαλήνευε.

Το σπίτι άρχισε να διακρίνεται έπειτα από λίγο. Χτύπησα μια φορά με τα χαλινάρια για να κόψει το άλογο ταχύτητα. Σταμάτησε έξω από το φράχτη. Κατέβηκα και έπιασα το λουρί το. Περπάτησα πάνω στο πυκνό χιόνι. Κάθε μου βήμα βούλιαζε μέσα του. Είχα παγώσει ολόκληρος. Έβαλα γρήγορα το άλογο στον αχυρώνα και μπήκα μέσα στο σπίτι. Ζεστασιά με κατέκλυσε. Το τζάκι έκαιγε στο καθιστικό. Η Έλενα που με άκουσε καθώς έμπαινα ήρθε και πήρε το παλτό μου. Ήταν μούσκεμα όπως και τα ρούχα μου.

«Να σας βοηθήσω;» πρότεινε και άρχισε να ξεκουμπώνει τα κουμπιά του πουκαμίσου μου. Το έβγαλε εντελώς από πάνω μου. Το μεσοφόρι μου ήταν μούσκεμα και είχε κολλήσει πάνω στην επιδερμίδα μου. Οι κοιλιακοί μου διαγράφονταν μέσα από το ύφασμα. Ένιωσα άβολα καθώς έβγαζε το ρούχο και αποκάλυψε το στήθος μου γυμνό. Το άγγιγμα της ήταν ζεστό. Αμηχανία με κατέκλεισε αμέσως.

«Εντάξει σε ευχαριστώ.» είπα και αποτραβήχτηκα πίσω «θα βγάλω τα υπόλοιπα πάνω και θα στα φέρω μετά κάτω να τα στεγνώσεις.»

Έκανα να ανεβώ την σκάλα όσο πιο γρήγορα μπορούσα μήπως και καταφέρω να σπάσω την αμηχανία στο δωμάτιο όταν θυμήθηκα ότι δεν είχα ρωτήσει για την μητέρα μου.

«Η μητέρα μου;» είπα με απορία.

«Είναι πάνω με την Ιουλιέτα. Ξεκουράζεται.» είπε καθώς παράλληλα δίπλωνε το πουκάμισο μου και το γιλέκο.

«Σε ευχαριστώ.» είπα αγνοώντας το όνομα της Ιουλιέτας. Δεν ξέρω πραγματικά τι με είχε πιάσει. Όλο αυτό το συναίσθημα που εξέπεμψε προς το μέρος μου με είχε καταβάλει άσχημα. Δεν ήξερα τι ήταν ακριβώς και πως έπρεπε πως να αντιδράσω. Όχι τώρα. Δεν μπορούσα τώρα. Είχα να σκεφτώ την μητέρα μου. Και αυτή η γυναίκα απλά μπέρδευε τα πράγματα. Δεν μπορούσα να καταλάβω πως. Δεν έκανε τίποτα.

Αλλά μόνο και μόνο η ζωντάνια και η λάμψη που υπήρχε στα μάτια της καθώς μου μιλούσε ήταν αρκετή. Ίσως να ήταν τυχαίο. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι με αναστατώσει τόσο. Δεν είχε συμβεί τίποτα. Γιατί ένιωθα τόσο περίεργα;

Ανέβηκα γρήγορα την σκάλα και μπήκα μέσα στο δωμάτιο μου. Έβγαλα εντελώς τα βρεμένα ρούχα. Άνοιξα την ντουλάπα και έβγαλα από μέσα ένα καινούργιο καθαρό κουστούμι. Το φόρεσα και κάθισα στην άκρη του κρεβατιού. Έκρυψα με τα χέρια μου το πρόσωπο μου προσπαθώντας να σκεφτώ καθαρά. Κάτι πάνω σε αυτήν την γυναίκα με είχε αποπροσανατολίσει εντελώς. Η μητέρα μου δεν ήταν καλά. Αυτό μετρούσε. Προείχε εκείνη. Έπρεπε να την ξανακάνω καλά. Αυτός δεν ήταν ο στόχος μου σήμερα το πρωί;

Τι είχε συμβεί ξαφνικά και τον είχα χάσει; Βγήκα από το δωμάτιο με το μυαλό μου καθαρό. Είχα ξαναβρεί τον στόχο μου. Να κάνω τα πάντα ώστε η μητέρα μου να είναι ξανά υγιείς. Κατέβηκα γρήγορα την σκάλα και αντίκρισα στο πλατύσκαλο την Iουλιέτα. Δίπλα της καθόταν η μητέρα μου. Ένιωσα το λαιμό μου να καίγεται και με κατέκλυσε βήχας.

Γύρισαν και οι δυο προς το μέρος μου. Ωραία . έσφιξα σε γροθιά τα χέρια μου και πήγα προς το σαλόνι. Χαμογέλασα και κάθισα σε μια πολυθρόνα.

«Καλησπέρα.» είπα κρύβοντας με επιδεξιότητα την αμηχανία μου «δεν είχα την ευκαιρία να συστηθώ την σήμερα το πρωί.» είπα κοιτώντας την Ιουλιέτα. Ξεροκατάπια και πριν κατακλειστώ ξανά από την αναποφασιστικότητα άρθρωσα το όνομα μου. «Έντουαρντ.»

Το βλέμμα της είχε εκείνη ακριβώς την λάμψη. Ήταν ακόμα όμως ρηχό όπως και την προηγούμενη φορά. Μόνο που αυτήν την φορά η λάμψη του ήταν μεγαλύτερη. Με το ζόρι κρατήθηκα να μην την ρωτήσω ευθέως αν τρέχει κάτι. Ήταν η μητέρα μου μπροστά όμως. Μόνο αυτό με λογίκεψε. Τις είδα να κάθονται στον καναπέ κοντά στην πολυθρόνα που είχα καθίσει και εγώ.

«Λοιπόν;» είπα με την αμηχανία να διαπνέει αυτή τη φορά την φωνή μου. Η Ιουλιέτα απάντησε με έναν τόνο που δεν περίμενα να ακούσω στην φωνή της. Το πρόσωπο της έλαμπε αλλά δεν υπήρξε ενθουσιασμός στον τόνο της. Ίσα ίσα η φωνή της ήταν σταθερή και συγκρατημένη.

«Κύριε Μέισεν φοβάμαι ότι η μητέρα σας ίσως πάσχει από την ισπανική γρίπη.» το τελευταίο δευτερόλεπτο η φωνή της έσπασε και ένιωσα ένα παράξενο συναίσθημα να με κατακλείνει. Τα λόγια της σε συνδυασμό με τον παράξενο τόνο που υπήρχε στην φωνή της καθώς πρόφερε την τελευταία λέξη στην φράση της με έκαναν να παγώσω ολόκληρος. Ένιωσα ένα ρίγος να διαπερνάει όλο μου το σώμα. Η ανάσα μου κόπηκε και ένα παράξενο συναίσθημα φώλιασε στο στήθος μου.

Οποιαδήποτε αμφιβολία σχετικά με το αν είναι καλά είχε γκρεμιστεί. Δεν το άντεχα αυτό, τώρα, μόλις ένα μήνα μετά από όταν ο πατέρας μου έφυγε. Και σε συνδυασμό είχε έρθει αυτή η γυναίκα και είχε βαλθεί να με τρελάνει.

«Είναι σίγουρο;» είπα κοιτώντας στα μάτια την μητέρα μου. Η απάντηση ήρθε από την μεριά της Ιουλιέτας. Ο τόνος που πλημμύριζε την φωνή έκανε κάθε ίχνος ζέστης να φύγει από το δωμάτιο. Δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί αλλά ήταν σαν να μιλούσε σε κάποιον που ήξερε χρόνια και αγαπούσε υπερβολικά πολύ. Δεν μπορούσα να αντιμετωπίσω αυτό το συναίσθημα τουλάχιστον τώρα. Με τόσα πράγματα να με περιμένουν και το μικρό κουτί της Πανδώρας να περιμένει υπομονετικά μέσα στο μυαλό μου να ανοίξει, ο έρωτας ήταν το τελευταίο που ήθελα τώρα.

Το συναίσθημα που έβγαζε η Ιουλιέτα προς τα μένα έκανε απειλητικά την κλειδαριά στο μικρό αυτό κουτί στο μυαλό μου να τρίζει. Αν άνοιγε θα έβλεπα όλη μου την ζωή να καταρρέει.

«Τίποτα δεν είναι σίγουρο Έντουαρντ.» είπε το όνομα μου με μια δόση ντροπής. Συνέχισε πριν προλάβω να την διακόψω. «Να σε λέω με το μικρό σου;» ρώτησε λες και ήταν βέβαιη για την απάντηση παρόλα αυτά περίμενα να γνέψω θετικά. Μόλις δέχτηκα με μια κάποια αμφιβολία και κυρίως επειδή είδα το βλέμμα της μητέρας μου να συμφωνεί η Ιουλιέτα άρχισε παλιά να μιλά. «Αν όμως τελικά έχει την γρίπη μπορούμε μόνο να ελπίζουμε.»

Ήταν το τελειωτικό χτύπημα. Τα λόγια της, ο τόνος της, όλο αυτό το βάρος που έπρεπε ξαφνικά μέσα σε δυο μέρες να σηκώσω με πλάκωσε. Η μητέρα μου πέθαινε σχεδόν, ακολούθησε αυτό που έπαθε ο πατέρας μου και έμεινα πίσω να την βοηθήσω όλα όμως περιπλέχτηκαν τόσο που το μόνο που κάνω είναι να μην την βοηθάω. Δεν ήξερα πραγματικά τι να κάνω. Ήμουν σίγουρος πως η Ιουλιέτα ένιωθε κάτι για μένα.

Εγώ όμως δεν ήξερα αν ένιωθα κάτι για εκείνη. Ούτε την γνώριζα καλά καλά. Ούτε με γνώριζε. Μήπως ήταν όλα στο μυαλό μου;

«Ελίζαμπεθ πας λίγο μέσα να μιλήσω με την Ιουλιέτα;» χρησιμοποίησα το μικρό της όνομα για να την πείσω ευκολότερα. Έδεινα μια επισημότητα σε αυτό οπότε θα καταλάβαινε. Την είδα να σηκώνεται και να κατευθύνετε προς τον διάδρομο για τα μέσα δωμάτια.

Το φως της φωτιάς έπεφτε πάνω στα χαρακτηριστική της Ιουλιέτας αμβλύνοντας τα. Κάνοντας τα ομορφότερα.

«Λοιπόν;» μια απλή λέξη που περίκλειε τόσα πολλά και την έκανε να καταλάβει τα πάντα. Ο τόνος μου ήταν ουδέτερος και όμως μόνο αυτή η λέξη έφτανε για να ακούσω την απάντηση που περίμενα. Είδα το βλέμμα της να αλλάζει δείχνοντας ότι κατάλαβε της όμως ήταν αυτή που δεν περίμενα.

«Τι εννοείς;» η φωνή της ήταν εντελώς ουδέτερη. Φαίνεται πως είχε και εκείνη χάρισμα να μεταμορφώνει την φωνή της ανάλογα με αυτό που ήθελε. Πριν απαντήσω έκλεισα για ένα δευτερόλεπτο τα μάτια. Ήταν σαν να τα έκλεισα για έναν αιώνα. Μέσα σε λίγο ξεκαθάρισα όσα ήξερα και όσα δεν γνώριζα.

Η μητέρα μου πιθανότητα έχει την ισπανική γρίπη. Θα πάλευα για αυτό μέχρι τέλους. Δεν θα την άφηνα να ακολουθήσει ούτε στο ελάχιστον τον δρόμο του πατέρα μου.

Το δεύτερο που ήξερα χρειάστηκε περισσότερη ώρα για να ξεκαθαριστεί. Το επάγγελμα του πατέρα μου. Η μητέρα μου ήθελε να το ακολουθήσω. Προς το παρών όμως μπορούσα να το βάλω στην άκρη να ασχοληθώ μόνο με την μητέρα μου και έπειτα να επιλέξω αν θα το ακολουθήσω η αν θα πάω να κάνω αυτό που θέλω.

Ωραία όλα ήταν τόσο ξεκάθαρα όμως το τρίτο και τελευταίο ήταν αυτό που κατάστρεφε τα άλλα δυο. Η Ιουλιέτα. Δεν ήξερα πραγματικά τι συνέβαινε. Αρχικά ήμουν πεπεισμένος πως είναι ερωτευμένη μαζί μου. Τώρα όμως δεν είμαι σίγουρος ούτε για αυτό. Όταν άρχισα σήμερα μετά την επίσκεψη μου στον δόκτωρ Καρλάιλ να τρέφω ένα παράξενο συναίσθημα για αυτήν το εξήγησα στο γεγονός ότι είναι αντίκτυπο των συναισθημάτων που ένιωθε εκείνη για μένα. Πως εγώ δεν νιώθω τίποτε. Ούτε για αυτό ήμουν όμως σίγουρος πλέον.

Ένιωθα ότι ίσως ο έρωτας να είχε έρθει την χειρότερη στιγμή για να ανακατέψει τα άλλα προβλήματα και να δημιουργήσει ένα γόρδιο δεσμό. Ο μόνος τρόπος που είχα να λύσω όλο αυτό το μπέρδεμα ήταν περάσω στην αντεπίθεση. Απάντησα στη ερώτημα της εντελώς ευθέως κρατώντας στην φωνή μου εντελώς ανέκφραστη και μιλώντας ψιθυριστά.

«Ο τρόπος που με κοιτάς το πως μιλάς.» έκανα μια μικρή παύση για να σχηματίσω την πρόταση στο μυαλό μου.

«Είναι περίεργος. Νιώθω ένα συναίσθημα που αντλώ από εσένα να αντανακλάται πάνω μου.» είπα ακριβώς ότι πίστευα ξεκάθαρα.

«Νομίζω πως κάνετε λάθος. Δεν συμπεριφέρομαι κάπως διαφορετικά σε εσάς από ότι σε οποιονδήποτε άλλον.»

Ήταν το τελειωτικό χτύπημα. Η απάντηση της δεν μπορούσε να με καταστρέψει περισσότερο. Μήπως ήταν μόνο μια ιδέα που είχα; Μήπως νόμιζα ότι πραγματικά ότι με είχε ερωτευτεί επειδή την είχα εγώ ερωτευθεί;

Χρειαζόμουν επειγόντως οξυγόνο. Η ζωή μου είχε περιπλεχτεί τόσο.

«Μάλλον θα κάνω λάθος.» είπα παγερά «μπορείς να κοιτάξεις λίγο την μητέρα μου; Θα κάνω μια βόλτα και θα επιστρέψω αργότερα.» Πριν ολοκληρώσω την τελευταία λέξη μου βήχας κατάκλεισε όσα έλεγα. Ένιωσα τον λαιμό μου να γδέρνετε και έναν αφόρητο πόνο ανάμεσα στα μάτια. Ζαλιζόμουν.

Άνοιξα την πόρτα του σπιτιού αρπάζοντας μια κάπα. Την φόρεσα και βγήκα στο τσουχτερό κρύο. Το πυκνό χιόνι που έπεφτε νωρίτερα με μανία είχε γίνει τώρα ένα παγερό αεράκι. Κάποιες μικρές χιονιάδες έπεφταν ακόμη αλλά η κακοκαιρία είχε κοπάσει. Προσπάθησα να αντιμετωπίσω τα συναισθήματα μου.

Αποκλείεται να την είχα ερωτευτεί. Ένιωθα ακόμη να κενό στην καρδιά μου και το συναίσθημα που ένιωθα αν ένιωθα τελικά κάτι για αυτήν την κοπέλα δεν κάλυπτε αυτό το κενό. Έλεγε ψέματα. Δεν μπορώ να εξηγήσω διαφορετικά την συμπεριφορά της. Ήταν ξεκάθαρο πως ένιωθε κάτι για μένα.

Δεν ήταν αυτό ο ερώτημα μέχρι και πριν λίγο. Αυτό το είχα σίγουρο. Το ερώτημα ήταν αν ένιωθα εγώ κάτι για αυτήν. Και τώρα δέκα λεπτά αργότερα το σίγουρο είναι ότι νιώθω κάτι για αυτήν και δεν ξέρω τι νιώθει εκείνη για μένα. Η μήπως ούτε αυτό ήταν σίγουρο;

Ήθελα να ουρλιάξω και να αποτινάξω από πάνω μου όλο αυτό που είχε δημιουργηθεί τις τελευταίες δυο μέρες. Με τον θάνατο του πατέρα μου πήρα μόνο μια ελάχιστη γεύση σχετικά με το τι θα επακολουθούσε. Δεν μπορούσα να καταλάβω πως έγινε όλο αυτό το μπέρδεμα. Μήπως ήταν απλά όλο στο μυαλό μου; Είχα πάρει μια απόφαση. Θα τα ξεχνούσα όλα αυτά και θα ασχολιόμουν μόνο με την υγεία της μητέρας μου.

Άνοιξα ξανά την πόρτα και μπήκα μέσα στο σπίτι. Η ζεστασιά του με κατάκλεισε. Ένιωσα όμορφα. Χτένισα με το βλέμμα μου το χώρο καθώς κρέμαγα την κάπα μου. Είδα την μητέρα μου να κάθεται στον καναπέ. Δεν υπήρχε ίχνος άλλης παρουσίας στο δωμάτιο. Πήγα και κάθισα δίπλα της.

«Η Ιουλιέτα;» η ερώτηση σκαλίστηκε αυθαίρετα στον λαιμό μου.

«Είναι πάνω ετοιμάζει το δωμάτιο της.» σταμάτησε λίγο καθώς βήχας ανέβηκε στον λαιμό της. Ένιωσα την ζαλάδα μου να αυξάνετε καθώς συνέχισε την φράση της. «Θα μείνει εδώ λίγο καιρό έως ότου γίνω καλά. Θα φέρει κάποιος τα ρούχα της αργότερα.» στην τελευταία φράση η φωνή της ήταν τόσο βραχνή που με το ζόρι κατάλαβα τι είπε. Έπιασα το χέρι της. Ήταν παγωμένο. Της ανέβαινε πυρετός. Χειροτέρευε λεπτό το λεπτό.

«Μητέρα φοβάμαι ότι θα φύγεις όπως ο πατέρας και θα με αφήσεις εδώ.» είπα για πρώτη φορά τις σκέψεις μου τόσο ανοιχτά και με βοήθησε να ξεμπερδέψω κάποια πράγματα. Αν έφευγε θα χανόμουν. Δεν θα μπορούσα να σηκώσω το βάρος των ευθυνών.

Άφησε το χέρι μου και με κοίταξε στα μάτια. Έπιασε με το ένα της χέρι απλά το πηγούνι μου. Έπειτα ξανακατέβασε το χέρι της κοντά στο άλλο.

«Έντουαρντ είσαι χλωμός.» είπε και κοίταξε τα μάτια μου. Τα πράσινα μάτια της αντικατόπτρισαν τα δικά μου. «Δεν θέλω να ανησυχείς για μένα. Θα γίνω καλά. Ο πατέρας σου ήταν χειρότερα εγώ είμαι μια χαρά. Γιατί νομίζεις ότι άφησα την Ιουλιέτα να μείνει από την πρώτη στιγμή δεν την ήθελα. Μπορώ μια χαρά και μόνη μου. Την άφησα μόνο για να μην στεναχωριέσαι.»

Σάστισα. Είχε καταλάβει ότι ίσως να ένιωθα κάτι για την Ιουλιέτα. Επεξεργάστηκα λίγο τα λόγια της στο μυαλό μου και συνειδητοποίησα ότι απλώς εννοούσε ότι την είχε αφήσει εδώ για να μην ανησυχώ για εκείνην. Και αυτό έπρεπε να κάνω. Να ανησυχώ για εκείνη. Όχι να ασχολούμαι με προβλήματα που ίσως να μην υπήρχαν καν.

Συνέχισε να μιλάει επαναφέροντας ένα πρόβλημα που είχα αφήσει στην άκρη.

«Υποσχέθηκα στον Ευστάθιο ότι θα περάσεις σήμερα να μιλήσετε μήπως αρχίσεις και δουλεύεις στην θέση του πατέρα σου Έντουαρντ. Πρέπει κάτι να κάνεις κάτι. Είναι ένας μήνας από όταν έφυγε και ακόμη δεν έχεις βρει δουλειά.»

Τα λόγια της ήταν αποφασισμένα. Ο Ευστάθιος ήταν ο καλύτερος φίλος του πατέρα μου καθώς ζούσε. Δούλευαν μαζί. Αυτή η συνάντηση που έπρεπε να κάνω μαζί του μου θύμισε την σκέψη που έκανα μόλις χθες το απόγευμα. Πρέπει να αναλάβω τις ευθύνες μου. Πόσο μακρινό έμοιαζε αυτό πλέον. Είχαν τόσα ακολουθήσει.

Η μητέρα μου αρρώστησε και εγώ άρχισα να ερωτεύομαι κάποια που ούτε ξέρω, νομίζοντας ότι εκείνη είναι ερωτευμένη μαζί μου. Και μόλις χθες το απόγευμα νόμιζα ότι το μόνο μου πρόβλημα ήταν ένα θα πάω στον πόλεμο ή αν θα μείνω να φροντίσω την μητέρα μου. Τώρα ήταν που ήθελα πιο πολύ να πάω από κάθε άλλη φορά.

Έπρεπε να συναντήσω τον Ευστάθιο. Το όνομα του, η εικόνα του, όλα αυτά που κουβαλούσε μαζί του μου έφεραν στην μνήμη εκτός από τις ευθύνες μου και το τελευταίο δευτερόλεπτο που αντίκρισα τον πατέρα μου. Η ανάμνηση κύλησε σαν νερό στο μυαλό μου.



Ο ήχος του χώματος καθώς έπεφτε πάνω στο ξύλινο φέρετρο που είχε μέσα τον πατέρα μου αντηχούσε ακόμα στον αέρα. Ένιωσα τον ήχο αυτό σαν κάποιος να είχε πάρει ένα μαστίγιο και να βαρούσε την ψυχή μου. Έκλεισα τα μάτια μου και είδα ένα δάκρυ να κυλάει μέχρι το μάγουλο μου. Δεν ήθελα να βλέπω την μητέρα μου και τους λιγοστούς φίλους του πατέρα μου καταβεβλημένους να κοιτούν την νεκρή μορφή του.

Είδα τον Ευστάθιο να γονατίζει και να πιάνει μια χούφτα χώμα. Το χέρι του άνοιξε πάνω από το φέρετρο και είδα το χώμα να πέφτει και τελικά να χάνεται μέσα στην σκοτεινή τρύπα που θα αποτελούσε την τελευταία κατοικία του πατέρα μου.

Δεν μπορούσα να καταλάβω πως η γρίπη μου στέρησε ένα πρόσωπο που μπορούσα να στηριχτώ. Έσκυψα με την σειρά μου και βούλιαξα τα δερμάτινα γάντια μου στο αφράτο υγρό χώμα. Έσφιξα σφιχτά μια χούφτα χώμα και κατευθύνθηκα προς τον τάφο. Τα μάτια του με κοιτούσαν νεκρά. Δεν άντεχα να βλέπω την μορφή του. Άνοιξα το χέρι μου απελευθερώνοντας το χώμα πάνω του.

Ο Ευστάθιος ψιθύρισε μια ευχή. «Ας αναπαυθεί εν ειρήνη.»





Η ανάμνηση έφερε ένα νέο δάκρυ στα μάτια μου. Είδα το χέρι της μητέρας μου να το σκουπίζει. Έπρεπε να φανώ δυνατός.

«Μην στεναχωριέσαι Έντουαρντ. Σε καμιά περίπτωση δεν θα ακολουθήσω το δρόμο του. Στο υπόσχομαι.» ήταν σαν να είχε καταλάβει ακριβώς για πιο λόγο δάκρυσα.

«Λοιπόν θα πάω να συναντήσω τον Ευστάθιο.»

Ήξερα πως σε καμιά περίπτωση δεν θα ακολουθούσα το επάγγελμα του. Απλά ήθελα να κάνω το χατίρι της μητέρα μου. Ακόμη έπρεπε μέχρι να γίνει τελείως καλά να ασχοληθώ με κάτι.

Ανέβηκα στο δωμάτιο μου και ντύθηκα μηχανικά. Το μυαλό μου ήταν κενό από σκέψεις. Όσο μπορούσα να κρατήσω το μικρό εκείνο κουτάκι της Πανδώρας κλειστό στο κεφάλι μου όλα θα ήταν καλά. Δεν θα το άνοιγα ακόμα. Καθώς ντυνόμουν άκουσα βήματα στις σκάλες. Φόρεσα ένα ημίψηλο και βγήκα από το δωμάτιο. Δεν ήταν κανείς στο διάδρομο. Κατέβηκα στο επίσης άδειο καθιστικό. Άνοιξα την πόρτα και ξεκρέμασα ένα γκρι χνουδωτό παλτό. Με τύλιξε με την ζεστασιά του. Βγήκα έξω.

Ήλιος είχε βγει αν και υπήρχαν ακόμα κάποια μουντά σύννεφα στον ουρανό. Το κρύο συνέχιζε να παγώνει κάθε κύτταρο μου. Έκλεισα την πόρτα πίσω μου και βγήκα στο πυκνό χιόνι. Οι μπότες μου βούλιαζαν μέσα του. Σε κάποιο σημείο στην άκρη του λιθόστρωτου δρόμου που οδηγούσε στον αχυρώνα το χιόνι είχε λειώσει οπότε προτίμησα να περπατήσω σε εκείνη την πλευρά.

Τα περισσότερα δέντρα του κήπου μας είχαν ρίξει τα φύλλα τους αν και υπήρχαν ένα δυο φυτά που δεν είχαν εξαφανιστεί από το χιόνι. Τα περισσότερα ήταν δίπλα στον αχυρώνα. Ήταν πολλές μικρές βατομουριές. Δεν είχαν άνθη τα πυκνά όμως αγκαθωτά φύλα τους διακρινόταν ακόμα σπάζοντας λίγο την μουντάδα του χιονιού.

Είδα μια μορφή εκεί ανάμεσα στα βατόμουρα να κάθεται και να με κοιτάζει. Η Ιουλιέτα. Έστριψα και άρχισα να κατευθύνομαι εκεί έναντι του αχυρώνα. Το βλέμμα της έλαμπε με αυτόν τον ανεξήγητο τρόπο καθώς πλησίαζα. Το χαμήλωσε στο έδαφος και είδα την λάμψη να χάνεται. Υπήρχε μόνο όταν κοιτούσε στα μάτια μου.

«Ιουλιέτα;» είπα καθώς την πλησίαζα. Δεν απάντησε. Έφτασα σχεδόν δίπλα της. Το χνότο μου σχηματίστηκε στο αέρα από το κρύο. Δεν άρθρωσε ούτε λέξη. Έκανε ένα δισταχτικό βήμα μπροστά και έπειτα τα χείλη της ακούμπησαν απαλά τα δικά μου.

Κάθε άμυνα είχε σπάσει. Μου είχε πει ψέματα. Ήταν ερωτευμένη μαζί μου. Το ερώτημα επέστρεφε σε εμένα. Τι ένιωθα για αυτήν;

Ανταπέδωσα το φιλί. Τα χείλη της λαχταρούσαν τα δικά μου. Απομακρύνθηκα. Δεν την ήξερα καν δεν γινόταν να τρέφω τίποτα για αυτήν. Αν όμως γινόταν; Τα χείλη της παθιασμένα ενώθηκαν ξανά με τα δικά μου. Δεν μπορούσα να καταλάβω την συμπεριφορά της. Ένα μυστήριο που θα έμενε άλυτο.

Με τράβηξε από την μέση και έπεσε στο έδαφος ανάμεσα στα αγκαθωτά φύλλα των βατομουριών. Έπεσα δίπλα της. Το παγωμένο χιόνι πάγωνε το δέρμα μου. Τα χείλη της κόλλησαν πάνω μου. Διέγραψαν τον λαιμό μου. Τα χέρια της απαλά έβγαλαν το παλτό μου. Ένιωσα το κρύο να μου παγώνει κάθε αίσθηση, τα χείλη της όμως τις γέμιζαν ξανά με ζέστη.

Δεν ήξερα τι να κάνω. Δεν ήξερα πως ένιωθα. Το κενό στην καρδιά μου δεν είχε καλυφθεί με την παρουσία αυτής την κοπέλας. Τελικά ήξερα. Δεν ένιωθα τίποτα για αυτήν. Ήταν μόνο ο αντίκτυπος των συναισθημάτων της πάνω μου.

Αποτραβήχτηκα και φόρεσα το παλτό μου. Έκανα να ψελλίσω κάτι αλλά δεν έβρισκα τα λόγια. Το παγωμένο χιόνι είχε λιώσει κάτω από την θέρμη των κορμιών μας. Δεν κρύωνα πλέον. Σηκώθηκα σίγουρος ότι δεν ένιωθα τίποτα.

Αισθανόμουν ακόμα την θέρμη των χειλιών της στα δικά μου χείλη. Το μικρό κουτί της Πανδώρας μέσα στο μυαλό μου ,γεμάτο ευθύνες που με περίμεναν να της αναλάβω, είχε μόλις ανοίξει.

3 σχόλια:

Με λένε Νατάσσα είπε...

Φοβερό!
Μα πως σου ήρθε αυτή η ιδέα;
Να διασκευάσεις την ιστορία των αγπημένων μας ηρώων!
Το κείμενο σου μου άρεσε πολύ!
Γρήγορο, γεμάτο εικόνες κ συναισθήματα!
Θα ξαναπεράσω!

Καλό σου απόγευμα!

alexia είπε...

όσο πάει γίνεται και καλύτερο..με εντυπωσιάζει το γεγονός οτι εκφράζεσαι έτσι από τόσο μικρός! μου αρέσει πολύ η γραφή σου, και με εκπλήσει ευχάριστα η φαντασία σου! Α και φαντάζομαι οτι στο τρίτο μέρος δεν θα εξεληχθούν καλά τα πράγματα για Εντουαρντ -Ιουλιέτα παρόλα αυτά η σκηνή στο χιόνι έξω από τον αχυρώνα μου άρεσε πολύ!

gerry είπε...

Eυχαριστω πολυ πολυ Αλεξια μου. Οντως τα πραγματα δεν θα εξελιχθουν πολυ καλα αλλα το τραβαω λιγο παραπανω στην συνεχεια. Ευχαριστω ξανα για το χρονο που διεθεσες για μενα και για τα καλα σου λογια φυσικα. :)