BLOGGER TEMPLATES - TWITTER BACKGROUNDS »

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2011

Sound of the Waves




Την Δευτέρα 25 Ιουλίου κλείνω δύο χρόνια στο forum Βella & Edward. Αυτή η ιστορία είναι για όλους τους φίλους που έκανα μέσω διαδικτύου τα τελευταία δύο χρόνια. Γιώτα, Αλεξία, Ερμιόνη, Έμιλυ, Γιώργο, Σάντρα, Maρίνα,Mπέλλα –και σίγουρα πολλοί ακόμη που ξεχνάω- αυτό είναι για σας. Δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι θα έκανα τόσους πολλούς φίλους μέσω ενός μέσου όπως το διαδίκτυο.


                                             Μέρος Πρώτο
                                      Ψάχνοντας Για Κοχύλια

Βellas POV

Η γεύση αρμύρας πλημμύριζε ήδη το στόμα μου. Ο αέρας χτυπούσε με μανία τα μαλλιά στο πρόσωπο μου. Μύριζε καλοκαίρι. Κοίταξα την Άλις που καθόταν στην θέση του οδηγού δίπλα μου οδηγώντας το κόκκινο κάμπριο camaro της. Ήταν σαν να οδηγούσε αντίκα παρά αυτοκίνητο.

Καλοκαίρι για μένα σήμαινε τα ίδια πράγματα. Από όταν θυμάμαι τον εαυτό μου περνούσα όλα τα καλοκαίρια μου με την οικογένεια μου στην μικρή επαρχιώτικη κωμόπολη της Φλόριντας στην οποία βρισκόταν το εξοχικό μας σπίτι. Καλοκαίρι για μένα ήταν τα νυχτερινά μπάνια στην θάλασσα, οι βόλτες στην παραλία το απόγευμα και οι μοναδικοί φίλοι που είχαμε σε αυτό το μικρό έρημο μέρος, οι Kάλεν.

Φέτος όμως όλα είχαν αλλάξει. Έμενα σε όλη μου την ζωή με την οικογένεια μου στο μικρό διαμέρισμα μας στο Αρκάνσας. Τον τελευταίο όμως χρόνο έμενα μόνη –δηλαδή με την συγκάτοικο και καλύτερη μου φίλη Άλις- σε ένα διαμέρισμα στο Μπρούκλιν.

Η τεράστια αυτή αλλαγή έγινε όταν πέρασα στο πανεπιστήμιο. Φέτος όμως μέχρι και το καλοκαίρι μου θα ήταν διαφορετικό. Και μάλιστα όχι απλώς διαφορετικό αλλά όπως λέει συνέχεια η Άλις από τα Χριστούγεννα που το σχεδιάζουμε σουπερδιαφορετικό. Φέτος τα Χριστούγεννα ο πατέρας μου έκανε δώρο στον αδερφό μου και στην μητέρα μου τρία εισιτήρια για μια κρουαζιέρα στην Μεσόγειο. Ταξίδι που πάντα ονειρευόντουσαν.

Αυτό σήμαινε ότι για πρώτη φόρα στα χρονικά θα συνέβαινε το κοσμοϊστορικό γεγονός να πάω μόνη μου διακοπές! Δηλαδή όχι μόνη μου αλλά με την Άλις.

«Στρίψε!» φώναξα και ένιωσα τα πλευρά μου να συνθλίβονται στην πόρτα του αυτοκινήτου καθώς η Άλις έστριψε απότομα κατευθυνόμενη προς την μικρή κωμόπολη που ήταν το εξοχικό μου.

Το καλοκαίρι αυτό λοιπόν θα ήταν σουπερδιαφορετικό. Προσπάθησα να διακρίνω στο βάθος του δρόμου πίσω από τα μπιχλιμπίδια που είχε κρεμάσει η Άλις στον καθρέφτη τους ξερούς φοίνικες που πλαισίωναν την ακτή στην οποία βρισκόταν και το εξοχικό μου.

Άρχισα να διακρίνω την λευκή μπογιά που στόλιζε την πρόσοψη του διώροφου σπιτιού που θα περνούσαμε το καλοκαίρι. Είχε ξεφλουδίσει σε πάρα πολλά σημεία από την αρμύρα και φαινόταν ξεκάθαρα το σκούρο χρώμα του ξύλου. Άκουσα τα φρένα να σκληρίζουν καθώς το αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά στο σπίτι.

Το αλμυρό ωκεάνιο αεράκι που φυσούσε χτύπησε το πρόσωπο μου. Το σπίτι βρισκόταν λίγο πιο έξω από την πόλη –περίπου δέκα λεπτά με τον παλιό σκαραβαίο του πατέρα μου- ακριβώς δίπλα στην ακτή. Η ακτή αποτελούσε και το βασικότερο κομμάτι της πόλης.

Η πόλη ουσιαστικά αποτελούταν από ένα δρόμο κατά μήκος της ακτής που πλαισιωνόταν με μια χούφτα σπίτια που μετά βίας κατοικούνταν. Ανάμεσα στους ελάχιστους μόνιμους κάτοικους άνηκαν και οι Κάλεν.

Η ακτή από την άλλη ήταν μια τεράστια έκταση άμμου που διακοπτόταν από μερικούς βράχους, το σπιτάκι του ναυαγοσώστη, μερικούς ξερούς φοίνικες και μερικά μαγαζάκια που πουλούσαν σουβενίρ.

Η Άλις πήδηξε από το αμάξι χωρίς να ανοίξει την πόρτα και με το που ακούμπησε τα πόδια της στην άσφαλτο άρχισε να παραπονιέται για το σορτσάκι της που καταστράφηκε.

Την αγριοκοίταξα αλλά το βλέμμα της ήδη είχε χαθεί στα κύματα που χτυπούσαν την ακτή. Άνοιξα την πόρτα και βγήκα από το αυτοκίνητο. Άνοιξα το πορτμπαγκάζ με δυσκολία εξαιτίας της σκουριάς και έβγαλα τα δύο σακβουαγιάζ που είχαμε φέρει μαζί μας. Το δικό μου έμοιαζε παράταιρο μπροστά στο ολοκαίνουργιο της Άλις.

Έπιασα την φθαρμένη λαβή παραπατώντας από το βάρος. Η Άλις άρπαξε το σακβουαγιάζ της και έτρεξε προς την είσοδο. Έβγαλε το ασημένιο παλιό κλειδί κάτω από το χαλάκι της πόρτας και το έβαλε στην κλειδαριά.

Η πόρτα άνοιξε με ένα τρίξιμο. Την ακολούθησα μέσα στο σκονισμένο σκοτεινό χολ. Η μυρωδιά κλεισούρας πλημύριζε τα ρουθούνια μου. Άφησα κάτω το σακβουγίαζ βήχοντας από το σύννεφο σκόνης που σηκώθηκε στον αέρα.

Έτρεξα προς ένα παράθυρο ανοίγοντας με δυσκολία τα κακό-βαμμένα παραθυρόφυλλα. Περισσότερη σκόνη πλημύρισε τον αέρα αυτή την φόρα όμως με μερικές αχτίδες φωτός.

«Θα περάσουμε τέλεια!» τσίριξε η Άλις και άνοιξε και το άλλο παράθυρο.

Χαμογέλασα και κοίταξα τριγύρω το μικρό καθιστικό που ήταν ενιαίο με μια μικροσκοπική κουζίνα. Μια ξύλινη στενή σκάλα οδηγούσε στο πάνω πάτωμα που βρίσκονταν οι κρεβατοκάμαρες.

«Πάω στην πόλη να αγοράσω εμφιαλωμένο νερό και τίποτα φαγώσιμο θέλεις κάτι;» ρώτησα την Άλις που είχε αρπάξει μια σκούπα και είχε κρυφτεί πίσω από ένα σύννεφο σκόνης καθαρίζοντας το πάτωμα.

«Όχι.» απάντησε πετώντας μου τα κλειδιά. Το κόκκινο μπρελόκ τoυ αγαπημένου της συγκροτήματος στο όποιο ήταν κρεμασμένα μου τρυπούσε τα δάχτυλα.

Μπήκα στο αυτοκίνητο της βάζοντας παράλληλα τα κλειδιά στην μίζα. Τι τα ήθελε τόσα μπιχλιμπίδια μουρμούρισα καθώς προσπαθούσα να ξεμπλέξω το χέρι μου από αυτά που κάλυπταν το χειρόφρενο.

Πάτησα το γκάζι και κατευθύνθηκα προς την πόλη. Όλα γύρω μου ήταν γνώριμα. Ο φούρνος των Σταρκγούεδερ, τα μαγαζιά με σουβενίρ, τα μικρά διώροφα σπίτια. Σταμάτησα έξω από το μπακάλικο.

Μπήκα μέσα ακούγοντας το κουδουνάκι που ήταν κρεμασμένο στην πόρτα να ηχεί στα αυτιά μου. Ένας τουρίστας κρατώντας μια σανίδα του σερφινγκ με έσπρωξε για να μπει μέσα στο μαγαζί. Φορούσε ένα μαγιό με λουλούδια τύπου χαβανέζικο και ένα μπλε μπλουζάκι που ήταν μούσκεμα και αναδείκνυε τους κοιλιακούς του.

Ο κύριος Μπένετ που είχε το μαγαζί μου έγνεψε.

«Μπέλλα, χαίρομαι που σε βλέπω. Ήρθες με την Ρενέ και τον Τσάρλι; Που είναι ο Σεθ;» ρώτησε σηκώνοντας τα παχιά λευκά του φρύδια και κοιτώντας ερευνητικά πίσω μου.

«Και εγώ χαίρομαι κύριε Μπένετ.» του χαμογέλασα και έκανα στο πλάι για να δει ότι ο μικρός μου αδερφός δεν κρυβόταν πίσω μου. Σταμάτησε να προσπαθεί να τον εντοπίσει και με κοίταξε στα μάτια.

«Φέτος ήρθα μόνη μου εδώ. Θυμάστε που σας έλεγα πέρσι, ότι θα μετακόμιζα στο Μπρούκλιν, να μείνω μόνη μου, τώρα που μπήκα στο πανεπιστήμιο;» είπα τόσο αργά λες και μιλούσα σε τετράχρονο.

Τον είδα να μορφάζει προσπαθώντας να θυμηθεί. Συνέχισα σκεφτόμενη ότι δεν θα έβγαινε πουθενά αυτό και θα κατέληγα να του εξηγώ τι λέω με τις ώρες.

«Η υπόλοιπη οικογένεια μου πήγαν κρουαζιέρα και εγώ ήρθα εδώ μόνη με μια φίλη μου.»

Χαμογέλασε χαρούμενος που μπορούσε ξανά να μπει στην συζήτηση. Το κουδουνάκι που ήταν κρεμασμένο πάνω από την παλιά φθαρμένη ξύλινη πόρτα χτύπησε δηλώνοντας πως κάποιος μπήκε. Πήγα προς το παλιό ψυγείο για τα αναψυκτικά στο βάθος του μαγαζιού χωρίς να δώσω σημασία σε όποιον μπήκε στο μαγαζί.

Πήρα ένα πακέτο με μπουκάλια τους ενός λίτρου εμφιαλωμένο νερό και προσπάθησα να το σηκώσω μέχρι το ταμείο. Ήταν υπερβολικά βαρύ.

«Άσε με να σε βοηθήσω.» άκουσα μια γνώριμη φωνή να λέει. Δύο χέρια πέρασαν κάτω από τα μπράτσα μου και πήραν το πακέτο με τα νερά. Έσκυψα στα τέσσερα και πέρασα κάτω από τα δύο χέρια γιατί είχα παγιδευτεί όπως στεκόμουν ανάμεσα σε δύο στιβαρά μπράτσα και στο πακέτο με τα μπουκάλια.

Γύρισα να κοιτάξω αυτόν που με είχε απαλλάξει από όλο αυτό το βάρος καθώς ήμουν ακόμη σκυμμένη στο πάτωμα. Σηκώθηκα όρθια με ένα χαζό χαμόγελο στα χείλη μου.

Καστανόχαλκα μακριά μαλλιά πιασμένα σε μια αλογοουρά. Ένα ζευγάρι καταπράσινα μάτια. Χλωμό δέρμα παρότι τον θυμάμαι πάντα με ένα μαγιό να λιάζεται στον ήλιο. Κόκκινα σαρκώδη χείλια. Ο Έντουαρντ Κάλεν.

Οι Κάλεν ήταν οι μόνοι φίλοι μας σε αυτό το μέρος. Και ανήκαν στους ελάχιστους μόνιμους κατοίκους. Ο Έντουαρντ ήταν ο μεγαλύτερος τους γιος. Ήταν ακριβώς στην ηλικία μου. Παρόλα αυτά ποτέ δεν έκανα ιδιαίτερη παρέα μαζί του. Προτιμούσα να κάνω παρέα με τον Μαξ τον μικρότερο στην οικογένεια που ήταν μόλις δεκαπέντε.

Καμιά φορά έκανα παρέα και με τον Έμετ ή τον Τζάσπερ και σπάνια με την Ρόζαλι. Η Ρόζαλι ήταν μόλις ένα χρόνο μικρότερη από τον Έντουαρντ. Τον τελευταίο χρόνο μετακόμισαν. Η Ρόζαλι νοίκιασε ένα διαμέρισμα στο Μανχάταν και ο Έντουαρντ ένα στο Μπρούκλιν δύο τετράγωνα μακριά από το σπίτι μου.

Η Ρόζαλι σπουδάζει κάτι που έχει να κάνει με την γραφιστική και ο Έντουαρντ σπουδάζει στο ίδιο πανεπιστήμιο με έμενα ψυχιατρική. Επειδή έχει αλλά μαθήματα τον βλέπω πολύ σπάνια.

Ίσως πάλι να έφταιγε και το γεγονός ότι μετακόμισαν πολύ κοντά μου τα μόνα αδέρφια από τους Κάλεν με τους οποίους δεν κάνω παρέα. Με εκνεύριζε ο σαρκαστικός τους τόνος και το γεγονός ότι είναι πάντα απομακρυσμένοι από τους υπόλοιπους λες και βρίσκονται στον δικό τους κόσμο.

Οι υπόλοιποι Κάλεν από ότι ξέρω μένουν ακόμη στην παλιά μονοκατοικία τους εδώ.

Κοίταξα ξανά τον Έντουαρντ. Χαμογελούσε.

«Μπέλλα τι κάνεις εδώ;» ρώτησε γελώντας.

«Ε διακοπές;» τον ρώτησα με φυσική απορία χωρίς να καταλαβαίνω τι εννοεί.

«Ήρθες με την οικογένεια σου;» ρώτησε προσπαθώντας ανεπιτυχώς να κάνει το ύφος του λίγο πιο σοβαρό. Τι τον είχε πιάσει; Αφού δεν κάναμε ποτέ παρέα. Τόσο πολύ είχε χαρεί που με έβλεπε;

Εξήγησα για πολλοστή φορά ότι ήρθα μόνη μου με την Άλις. Γιατί όλοι ήταν βέβαιοι ότι ήρθα με την οικογένεια μου αναρωτήθηκα εκνευρισμένη νιώθοντας προβλέψιμη.

«Εγώ θα έπρεπε να σε ρωτήσω τι κάνεις εδώ. Νόμιζα πως μετακόμισες στο Μπρούκλιν.»

«Δε μπορώ να περάσω το καλοκαίρι με την οικογένεια μου δηλαδή;» Ακολούθησε ένα λεπτό αμήχανης σιωπής την οποία έσπασε ο Έντουαρντ.

«Θέλετε να έρθετε απόψε για μπάνιο στην παραλία με την Άλις; Δηλαδή εάν δεν έχετε κάτι καλύτερο να κάνετε.»

Χαμογέλασα και έγνεψα καταφατικά. Ήθελα πολύ να δω τον Μαξ και τους Κάλεν. Μου είχαν λείψει. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί ο Έντουαρντ φερόταν τόσο φιλικά. Τόσο πολύ άλλαξα;

Κατευθύνθηκα προς το ταμείο.

***

Έπιασα ψηλά τα μαλλιά μου και χάζεψα για λίγο στον καθρέφτη το τιρκούαζ και φούξια μαγιό μου. Κατέβηκα την σκάλα προς το σαλόνι που με περίμενε η Άλις φορώντας το πιο μοδάτο μαγιό που είχα δει ποτέ. Γιατί εγώ να μην βρίσκω τόσο υπέροχα μαγιό;

Σε κάθε μου βήμα τα σκαλιά έτριζαν. Φορούσα ένα ζευγάρι μωβ σαγιονάρες. Όλα αυτά τα χρώματα δεν μου ταίριαζαν καθόλου. Ήταν υπερβολικά κοριτσίστικα. Αλλά τι περίμενα πηγαίνοντας για ψώνια με την Άλις;

«Έτοιμη;» με ρώτησε φορώντας ένα βραχιόλι φτιαγμένο από κατάλευκα βότσαλα στο χέρι της. Εάν μόδα ήταν να φοράς ένα υπερβολικά βαρύ βραχιόλι ακόμη και όταν πήγαινες στην θάλασσα θα έμενα σε όλη μου την ζωή ντεμοντέ.

Βγήκαμε από το σπίτι και αφήσα την Άλις να με προσπεράσει. Ο ήλιος έδυε και ο ουρανός είχε γεμίσει υπέροχα χρώματα. Κλείδωσα την πόρτα πετώντας το κλειδί κάτω από το χαλάκι.

Ακολουθήσαμε την περίμετρο του σπιτιού και βγήκαμε στην πίσω αυλή. Έβλεπε κατευθείαν στην παραλία. Πάτησα τα πόδια μου στην παχιά άμμο. Οι σαγιονάρες μου βυθιστήκαν μέχρι την σόλα.

Τις έβγαλα και η Άλις ακολούθησε τις κινήσεις μου. Δεν μπορούσε να κάνει και διαφορετικά μιας και με το ζόρι περπατούσε στην άσφαλτο με το περίεργο σχέδιο που είχαν, πόσο μάλλον στην άμμο. Αρχίσαμε να τρέχουμε στην καυτή άμμο. Ο Έντουαρντ θα μας συναντούσε με τον Μαξ και τον Τζάσπερ στο μοναδικό beach bar στην άλλη άκρη της ακτής.

Τα πόδια μου βυθίζονταν όλο και πιο πολύ στην άμμο καθώς τρέχαμε στην απέραντη παραλία. Στο δεξί μου χέρι ήταν η πόλη, μερικά λευκά σπίτι όλα μονοκατοικίες και διάσπαρτα μερικά μαγαζιά που πουλούσαν σουβενίρ, και στο αριστερό μου χέρι ήταν ο απέραντος ωκεανός.

Τα κύματα έσκαγαν στην ακτή. Η θάλασσα ήταν λεία. Δεν φυσούσε ούτε ένα μικρό αεράκι. Η επιφάνεια της είχε πάρει πορτοκαλί και μωβ χρώματα από το ηλιοβασίλεμα. Πήγα πιο κοντά στο νερό έτσι ώστε τα πόδια μου να βρέχονται από τα κύματα.

Καθώς τα πόδια μου χτυπούσαν στα κύματα που έσκαγαν στην ακτή καθώς τρέχαμε νερά πετάγονταν δεξιά και αριστερά.

«Εάν καταστραφεί το παρεό μου θα σε σκοτώσω.» φώναζε η Άλις γελώντας πιο πίσω. «Ξέρεις πόσο κοστίζει;»

Γύρισα καθώς ακόμη έτρεχα και την κοίταξα. Τα νερά πετάγονταν γύρω της καθώς τα πόδια της έτρεχαν πάνω στα κύματα. Από μακριά άρχισε να φαίνεται ο Μαξ με τον Έντουαρντ και τον Τζάσπερ.

Η παραλία ήταν έρημη. Τίποτα δεν διέκοπτε την απέραντη αμμουδιά εκτός από μερικές πέτρες και ξύλα. Ούτε ομπρέλες ούτε άνθρωποι. Πότε δεν ερχόταν κανένας εδώ για διακοπές. Πήγαιναν όλοι στην τουριστική πλευρά της Φλόριντας με τα θέρετρα και τις απέραντες αμμουδιές.

Ο Μαξ είχε απλώσει κάτω μια πετσέτα και είχε ξαπλώσει κρατώντας ένα φθαρμένο αντίτυπο του κώδικα Ντα Βίντσι. Ο Τζάσπερ καθόταν δίπλα του πάνω στην δική του πετσέτα. Ο Έντουαρντ ήταν ξαπλωμένος πιο κει πάνω στην άμμο. Το κύμα του έγλυφε τα πόδια. Φορούσε ένα κοντό γαλάζιο μαγιό που αναδείκνυε το γυμνασμένο του σώμα.

Πότε δεν είχα προσέξει τον Έντουαρντ ιδιαίτερα για να δω ότι είχε τόσο γυμνασμένο σώμα. Δεν τον αντιπαθούσα ακριβώς απλά ποτέ δεν κάναμε παρέα. Ίσως γιατί δεν ήταν, μαζί με την Ρόζαλι, όσο κοινωνικοί ήταν και οι υπόλοιποι Κάλεν.

Με το που με είδε ο Μαξ πετάχτηκε όρθιος γουρλώνοντας τα μάτια. Πέταξε το βιβλίο του στην πετσέτα και έτρεξε στην αγκαλιά μου. Ήταν όπως τον θυμόμουν. Τα μαλλιά του είχαν ένα καστανό πολύ ανοιχτό χρώμα και του αγκάλιαζαν το πρόσωπο. Κάποιες τούφες έπεφταν πάνω στο μέτωπο του.

Τα μαλλιά του δεν ήταν τόσο μακριά όσο του Έντουαρντ ή του Τζάσπερ αλλά παρέμεναν μακριά. Φορούσε όπως πάντα τα μαύρα γυαλιά μυωπίας. Παρότι ήταν ο μικρότερος από τους Κάλεν ήταν ο μοναδικός με τον οποίο έκανα τόση πολύ παρέα.

«Μπέλλα!» φώναξε και γλίστρησε στην αγκαλιά μου. Απομακρύνθηκε κοιτώντας με με ενθουσιασμό. «Ο Έντουαρντ δεν μου είπε ότι θα ερχόσουν. Νόμιζα πως περιμέναμε κάποιους φίλους.»

«Δηλαδή εγώ πλέον δεν αποτελώ φίλη για σένα;» τον ρώτησα γελώντας.

Η Άλις καθόταν δίπλα στον Τζάσπερ και του μιλούσε. Ήταν όπως πάντα πολύ κοινωνική. Υπήρχε κάτι στο οποίο να μην ήταν καλή;

Ο Μαξ έτρεξε προς το νερό και βούτηξε κάνοντας μια βαθιά βουτιά. Πήγα να τρέξω προς το μέρος του χαμογελώντας στον Τζάσπερ. Μου έγνεψε. Πέταξα τις σαγιονάρες μου δίπλα στο βιβλίο του Μαξ όταν μια φωνή με διέκοψε.

«Δεν θα με χαιρετήσεις;» ο Έντουαρντ στεκόταν μπροστά μου χαμογελώντας. Τι τον είχε πιάσει; Ίσως απλά να ήθελε να με γνωρίσει. Ίσως να είχα αλλάξει και να με πρόσεχε για πρώτη φορά.

Του χαμογέλασα προσπαθώντας να αγνοήσω την αλλαγή στην συμπεριφορά του και έτρεξα προς το νερό. Βούτηξα μέχρι τον βυθό και αναδύθηκα στην επιφάνεια ανάμεσα σε ένα σύννεφο από μπουρμπουλήθρες.

Ο Μαξ γελούσε. Κοίταξα στην ακτή την Άλις. Ο Τζάσπερ ερχόταν προς το νερό. Τον κοιτούσε σχεδόν μαγνητισμένη. Γιατί όλοι έπρεπε να είναι τόσο διαφορετικοί αυτό το καλοκαίρι; Η Άλις πότε δεν κοιτούσε κάποιον με αυτόν τον τρόπο. Έκανε σχέσεις και φλέρταρε με πολλά αγόρια. Μου είχε δηλώσει κιόλας ότι αυτό το καλοκαίρι θα κατάφερνε να κάνει σχέση με κάποιον. Αλλά τον Τζάσπερ μόλις τον γνώρισε.

Τον κοιτούσε λες και τον ήξερε από πάντα. Έκανα άλλη μια βουτιά προσπαθώντας να αναγκάσω το δροσερό νερό να με κάνει να συνέλθω. Τι με είχε πιάσει και ήμουν τόσο καχύποπτη; Όλα ήταν φυσιολογικά. Θα έπρεπε να διασκεδάζω αντί να γκρινιάζω για τον Έντουαρντ που είχε αποφασίσει να είναι φιλικός μαζί μου στα ξαφνικά, ή για την Άλις που απλώς ήταν ο εαυτός της φλερτάροντας με ένα όμορφο αγόρι.

«Άλις έλα μέσα!» την φώναξα, χαμογελώντας, και με το χέρι μου έριξα μερικά νερά στον αέρα δήθεν ότι προσπαθούσα να την πετύχω.

Ο Τζάσπερ γύρισε και την άρπαξε σαν αρνί. Η Άλις γελούσε και τον χτυπούσε με τα χέρια της.

«Άφησε με!» φώναζε γελώντας. Είχαν ήδη γίνει φίλοι; Την πέταξε μέσα στο νερό. Βγήκε στην επιφάνεια με τα μαλλιά της να στάζουν χαμογελώντας.

Ο Τζάσπερ είχε κάνει ένα μεγάλο μακροβούτι και είχε βρεθεί από κάτω της. Την ανέβασε στους ώμους του. Έκανε ένα νόημα στον Έντουαρντ ο όποιος αμέσως βούτηξε στο νερό και βρέθηκε από κάτω μου.

Με ανέβασε στους ώμους του και φώναζε παράλληλα με τον Τζάσπερ να παίξουμε κοκορομαχίες. Ήταν γελοίο. Είχα να παίξω αυτό το παιχνίδι από όταν ήμουν παιδί. Μόνο πεντάχρονα προσπαθούσαν να ρίξουν τους φίλους τους από τους ώμους του αντιπάλου καθώς ήταν και οι ίδιοι πάνω σε ώμους άλλων φίλων τους.

Ίσως και όχι σκέφτηκα γελώντας καθώς η Άλις με μια επιδέξια κίνηση με πέταξε από τους ώμους του Έντουαρντ μέσα στο νερό. Έπρεπε να ηρεμήσω και να διασκεδάσω. Ίσως απλά σήμερα να μην ήταν η μέρα μου. Προσπάθησα να αποδώσω το γεγονός ότι όλα μου φαίνονταν περίεργα επειδή ήμουν άκεφη.

***

Ήμουν με βρεγμένα μαλλιά ξαπλωμένη στο κρεβάτι κοιτώντας το ταβάνι. Η Άλις κάτω στην κουζίνα μαγείρευε κάτι που θα μύριζε υπέροχα εάν είχα όρεξη για φαγητό. Είχαμε μόλις γυρίσει από την παραλία. Αφού είχα κάνει ένα δροσερό ντους είχα ξαπλώσει σε αυτή την στάση, δεν έχω ιδέα για πόση ώρα.

Τι με είχε πιάσει και ένιωθα έτσι; Δεν είχα κέφι για τίποτα; Προφανώς απλά έφταιγε η μέρα. Εντάξει με τον Έντουαρντ δεν κάναμε ποτέ πολύ παρέα όχι γιατί τον αντιπαθούσα απλά προφανώς επειδή δεν είχε τύχει.

Ήταν πάντα τόσο απόμακρος. Το γεγονός ότι τώρα με έκανε ξαφνικά παρέα και προσπαθούσε τόσο πολύ να γίνουμε φίλοι δεν σήμαινε απαραίτητα κάτι. Απλά είχε αλλάξει η συμπεριφορά του.

Επίσης, το ότι η Άλις κοιτούσε έτσι τον Τζάσπερ, δεν σήμαινε απαραίτητα κάτι. Ίσως απλά να της άρεσε. Να τον φλέρταρε λίγο περισσότερο από ότι συνήθως. Αυτό το καλοκαίρι θα ήταν τέλειο. Ένιωσα ήδη την διάθεση μου να φτιάχνει.

Έφταιγε μάλλον το ταξίδι και το ότι δεν είχα φάει τίποτα όλη μέρα. Πετάχτηκα όρθια κα φόρεσα τις αγαπημένες μου πιτζάμες. Κατέβηκα την σκάλα πηδώντας δύο-δύο τα σκαλιά.

«Αυτό που φτιάχνεις μυρίζει υπέροχα» είπα κουνώντας το χέρι μου πάνω από την κατσαρόλα για να πλημμυρίσει η μυρωδιά του φαγητού την μύτη μου. «Δεν έχω φάει τίποτα όλη μέρα.»

«Στο είπα ότι ήταν τέλεια ιδέα να αγοράσουμε εκείνα τα μύδια από το μαγαζί του κύριου Μπένετ. Μια μακαρονάδα με θαλασσινά είναι ότι πρέπει μετά από μια κουραστική μέρα. » είπε η Άλις χωρίς να πάρει το βλέμμα της από την κατσαρόλα.

***

Οι υπόλοιπες μέρες μέχρι και τα γενέθλια μου πέρασαν όσο γρήγορα αποτραβιέται το κύμα από την ακτή στην άμπωτη. Πάντοτε τα γενέθλια μου στο τέλος του Ιουλίου σηματοδοτούσαν το τέλος της πρώτης εβδομάδας διακοπών.

Η πρώτη αυτή εβδομάδα φέτος κύλησε πανέμορφα. Περνούσαμε όλη την μέρα στην θάλασσα χαζεύοντας τα κύματα. Συνήθως ήμουν με την Άλις και τον Μαξ. Ο Έντουαρντ δεν φάνηκε καθόλου. Ο Μαξ κατέβαινε στην παραλία με τον Τζάσπερ ο οποίος ερχόταν όλο και πιο κοντά στην Άλις.

Την παραμονή των γενεθλίων μου πέρασα όλο το απόγευμα με τον Μαξ στο τέλος της ακτής εκεί όπου η άμμος άρχιζε να αντικαθίσταται από βράχια. Το κύμα έσκαγε πάνω τους και μας δρόσιζε με μεγάλες σταγόνες.

Αποφασίσαμε να ψάξουμε για κοχύλια στην άμμο όσο η Άλις ήταν σπίτι με τον Τζάσπερ. Προσπαθούσα να αγνοήσω το γεγονός ότι έκαναν τόση παρέα. Η Άλις μιλούσε για αυτόν λες και ήταν ερωτευμένη μαζί του. Λες και δεν ήταν απλώς μια καλοκαιρινή σχέση. Ο Τζάσπερ θα μετακόμιζε το φθινόπωρο στο Μπρούκλιν σε ένα διαμέρισμα πολύ κοντά σε εκείνο του Έντουαρντ τώρα που πέρασε στο πανεπιστήμιο.

Παρόλα αυτά δεν είχε σημασία το γεγονός ότι η Άλις είχε την δυνατότητα να συνεχίσει την σχέση μαζί του. Ήταν αδύνατον να ερωτευτεί κάποιον που δεν γνώριζε. Οι σκέψεις μου διακόπηκαν από την φωνή του Μαξ.

«Μπέλλα θέλω να σε ρωτήσω κάτι που σκέφτομαι όλη την εβδομάδα.» Γύρισε και με κοίταξε καθώς καθάριζε με τα δάχτυλα του ένα κοχύλι από την άμμο. Ο ήλιος έδυε πίσω μας χρωματίζοντας τα μάτια του με θερμά χρώματα. Συνέχισε αυτό που έλεγε μόλις του έγνεψα.

«Φέτος που ο Έντουαρντ μετακόμισε τόσο κοντά σου.» Έκανε μια παύση σαν να μην του έβγαινε σωστά αυτό που ήθελε να πει. «Κάνατε καθόλου παρέα; Εννόω φέρεται φέτος λες και ήσαστε φίλοι.»

Τον κοίταξα.

«Μα με τον Έντουαρντ ήμασταν πάντα φίλοι» αποκρίθηκα.

«Ναι αλλά όχι όπως είσαι με έμενα ή τον Τζάσπερ - » συνέχισε πασχίζοντας να αρθρώσει τις λέξεις. Είχε καταλάβει και αυτός ότι ο Έντουαρντ φερόταν διαφορετικά.

«Όχι Μαξ δεν κάναμε ιδιαίτερη παρέα. Όχι ότι δεν ήθελα αλλά δεν προλάβαινα.»

Έσκυψα να πιάσω ένα πολύχρωμο κοχύλι. Το καθάρισα βιαστικά με τα δάχτυλα μου και το έβαλα στην τσέπη μου.

***

Την επόμενη μέρα ξύπνησα υπερβολικά νωρίς. Μου είχε μείνει συνήθεια από όταν ήμουν μικρή. Την μέρα των γενεθλίων μου ξυπνούσα πάντα από το χάραμα γιατί δεν άντεχα να περιμένω να λάβω τα δώρα μου.

Φέτος έχοντας λάβει ήδη όλα μου τα δώρα δεν είχα κάτι να περιμένω. Οι γονείς μου μού είχαν πάρει πριν φύγω ένα αυτοκίνητο smart. Ήταν ότι έπρεπε για να πηγαίνω στο πανεπιστήμιο με την Άλις. Αντίθετα με το αυτοκίνητο της Άλις το οποίο μας έσερνε όλη την χρονιά, τραβώντας όλα τα βλέμματα πάνω του, το smart ήταν εξαιρετικά διακριτικό.

Συν ότι επιτέλους θα βρίσκαμε να παρκάρουμε. Το αυτοκίνητο της Άλις θα έμενε μόνο για τις βόλτες. Η Άλις από την άλλη με είχε πάρει για ψώνια επιμένοντας να αγοράσω τόνους ρούχα για να μου τα κάνει δώρο. Ανάμεσα τους ήταν και εφτά μαγιό τα όποια είχα πάρει όλα μαζί μου.

Κατέβηκα τις σκάλες και πήγα στην κουζίνα. Έπιασα το κουτί του καφέ και άναψα την καφετιέρα. Κάθισα κρατώντας τυλίγοντας τις χούφτες μου γύρω από το φλιτζάνι του καφέ στην πίσω αυλή αγναντεύοντας τον ωκεανό.

Η Άλις κατέβηκε μετά από αρκετή ώρα. Έτρεξε κατά πάνω μου και με αγκάλιασε.

«Χρόνια πολλά!!» φώναξε με ενθουσιασμό.

Ετοιμαστήκαμε φορώντας τα μαγιό μας και βγήκαμε από το σπίτι. Η Άλις είχε συνεννοηθεί χτες βράδυ με τον Τζάσπερ για να συναντηθούμε στην ακτή.

Κάναμε το γύρω του σπιτιού και βρεθήκαμε στην παραλία. Τα πόδια μου βυθίστηκαν στην καυτή άμμο. Έτρεξα προς το νερό. Άρχισα να βηματίζω δίπλα στην ακτή καθώς το νερό δρόσιζε τα πόδια μου.

Πριν καν το καταλάβω ο Τζάσπερ, ο Μαξ, ο Έμετ και ο Έντουαρντ άρχισαν να φαίνονται από μακριά.

Η Άλις φλυαρούσε για το πόσο τέλεια θα ήταν η σημερινή μέρα, πόσο υπέροχα θα ήταν τα γενέθλια μου και το τι θα κάναμε για να γίνουν ακόμη καλύτερα.

«Χρόνια πολλά Μπέλλα!» φώναξε ο Μαξ και έπεσε στην αγκαλία μου αμέσως μόλις πλησιάσαμε κοντά τους.

Στα χέρια του κρατούσε ένα πακέτο. Ήταν τυλιγμένο με ένα χαρτί που προφανώς είχε ζωγραφίσει ο ίδιος.

«Σου πήρα αυτό.» είπε και μου έτεινε το πακέτο. «Ξέρω πως δεν είναι κάτι πολύ ιδιαίτερο αλλά ελπίζω να σου αρέσει.» Συμπλήρωσε.

«Δεν χρειαζόταν να μου πάρεις κάτι Μαξ.» του είπα ξετυλίγοντας την κορδέλα. Χάθηκε να μετακόμιζε αυτός στο Μπρούκλιν; Ευτυχώς είχα την Άλις.

Ξετύλιξα προσεχτικά το περιεχόμενο για να μην σκίσω το χαρτί. Το είχε σίγουρα φτιάξει αυτός. Κοίταξα το δώρο με ενθουσιασμό. Ήταν το νέο βιβλίο του αγαπημένου μου συγγραφέα. Το ξεφύλλισα και είδα ότι ο Μαξ είχε γεμίσει το λευκό περιθώριο με μερικά από τα υπέροχα σκίτσα του.

Αποτύπωναν σίγουρα σκηνές από το βιβλίο. Κοίταξα την πρώτη σελίδα και είδα ότι ήταν υπογεγραμμένο. Πόσο καλά με ήξερε…

«Που κατάφερες να το βρεις αυτό;» τον ρώτησα και τον αγκάλιασα. Ήταν κάτι τόσο ιδιαίτερο. Το λάτρευα.

«Το αγόρασα από το e-bay και μετά το γέμισα με μερικά σκίτσα.» είπε χαρούμενος που μου άρεσε το δώρο του.

«Σε ευχαριστώ Μαξ είναι τέλειο.» του είπα και τον άφησα από την αγκαλιά μου. Ο Τζάσπερ και ο Έμετ μου είπαν χρόνια πολλά χαμογελώντας. Ο Έντουαρντ με κοίταξε και σηκώθηκε όρθιος.

«Χρόνια πολλά Μπέλλα.» μου είπε και συνέχισε πριν προλάβω να τον διακόψω για να του πω ευχαριστώ. «Ξέρω πως ποτέ δεν κάναμε πολύ παρέα αλλά τώρα που είμαστε και τόσο κοντά όλον τον χρόνο νομίζω πως μπορούμε να επανορθώσουμε.»

Μου έτεινε ένα πακέτο. Δεν έκανα μια κίνηση να το πάρω. Τον κοιτούσα αποσβολωμένη. Το πήρα και άνοιξα προσεχτικά το χαρτί. Ήταν ένα κολιέ από κοχύλια.

«Είναι υπέροχο σε ευχαριστώ. Δεν χρειαζόταν να ξοδευτείς.» του είπα και φόρεσα στον λαιμό μου το κολιέ. Ήταν όντως πανέμορφο.

Ο ήχος των κυμάτων που έσκαγαν στην ακτή πλημμύριζε τον χώρο. Μύριζε αρμύρα και το θαλασσινό αεράκι φυσούσε τα μαλλιά μου.

Μα δεν ξοδεύτηκα. Το έφτιαξα μόνος μου» έκανε μια παύση. «Ψάρεψα και τα κοχύλια» συμπλήρωσε.

«Σε ευχαριστώ.» ξαναείπα.

Ακολούθησε μια αμήχανη σιωπή την οποία έσπασε ο Έμετ.

«Το βράδυ είστε καλεσμένες στο σπίτι μας. Ο Καρλάιλ γκρινιάζει που είστε εδώ μια εβδομάδα και ακόμη δεν έχετε έρθει επίσκεψη.»

«Εντάξει » του είπα γελώντας.

Περάσαμε το υπόλοιπο της μέρας μέχρι το βράδυ στην παραλία. Το μεσημέρι φάγαμε αχινούς που ψάρεψε ο Τζάσπερ πίνοντας παγωμένη μπύρα. Η θάλασσα ήταν υπέροχη.

Ήταν σχεδόν σαν λίμνη και δεν χόρταινα να κάνω βουτιές στα τιρκουάζ νερά της. Η μέρα γινόταν όλο και καλύτερη.

8 σχόλια:

Γιώτα Παπαδημακοπούλου είπε...

Γερασιμάκο, για μια ακόμα φορά ένα υπέροχο κείμενο και πρέπει να σε ευχαριστήσουμε που το αφιερώνεις σε μας!
Η χαρά για την γνωριμία και την φιλία μας να ξέρεις ότι είναι ίδια, και αυτό νομίζω ότι ισχύει για όλους μας.
Μακάρι να είμαστε πάντα έτσι! :)

Γιώτα Παπαδημακοπούλου είπε...

Επίσης ξέχασα να σχολιάσω το ωραίο και ανανεωμένο, καλοκαιρινό φόντο! ;)

gerry είπε...

Γιώτουλα μου σε υπερευχαριστώ!!! Δεν θα χάσω την ευκαιρία να σου πω πόσο σε λατρεύω...
Αρχικά δεν σκόπευα να την βάλω αυτην την ιστορία αλλά ήταν τόσο διασκεδαστικό να την γράφω που δεν μπορούσα να αντισταθώ...Χαίρομαι που σου άρεσε :):)
Μακάρι να είμαστε πάντα έτσι!

Γιώτα Παπαδημακοπούλου είπε...

Θα είμαστε! Να είσαι σίγουρος γι' αυτό! :)
Κι εγώ σε λατρεύω και το ξέρεις!

alexia είπε...

Γερασιμάκο μου ευχαριστούμε πολύ για την αφιέρωση! Το διαβάζω και επανέρχομαι για σχολιασμό! Επιπλέον μου αρέσουν πάρα πολύ οι αλλαγούλες που έκανες!! μπράβο!!

ΥΓ. Και εμείς σε λατρεύουμε!!!!

alexia είπε...

Αν και άργησα λιγάκι να το δώ..
:(
μπράβο πολύ καλό Gerrako μου! Όπως πάντα βέβαια! και πολύ καλοκαιρινό!
ένας έρωτας γεννιέται!!
Περιμένω με ανυπομονησία το δεύτερο μέρος! Να με ενημερώσεις εντάξει?!?

kallioph είπε...

telio perimenw sunexia<3

gerry είπε...

Σε ευχαριστώ πάρα πάρα πολύ Καλλιόπη. :) Η συνέχεια θα ανέβει εντως της εβδομάδας.