BLOGGER TEMPLATES - TWITTER BACKGROUNDS »

Σάββατο, 17 Ιουλίου 2010

Palazzo Dei Priori


                                                   
                                                    9ο Κεφάλαιο
                                                 Αρχή Του Τέλους


Bellas POV
Το άπλετο φως που μπήκε από την τζαμαρία στο δωμάτιο του Έντουαρντ έπεσε στα μάτια μου ξυπνώντας με. Κοίταξα τριγύρω και μετά κοίταξα το ρολόι στον καρπό μου. Εφτά και μισή. Η Άλις προφανώς δεν θα είχε έρθει να με ξυπνήσει επειδή χθες βράδυ ξενυχτήσαμε. Θα με άφηνε να κοιμηθώ ως αργά. Ειδικά τώρα που η μάχη όλο πλησίαζε και ίσως να μην κοιμόμουν για πολλές ώρες.

Εντωμεταξύ με το όραμα της Άλις και την Τζέιν που πήγαινε στην Αυστραλία κάνεις δεν είχε βγάλει καμία άκρη. Ίσως να ήταν άσχετο. Ίσως να είχε σχέση με το ότι οι Βολτούρι μάλλον ήθελαν να μας σκοτώσουν. Το γεγονός όμως ότι η Άλις δεν μπορούσε να δει τίποτα που να αφορούσε τους Βολτούρι ήταν ένα ακόμα στοιχείο που έκανε τον Καρλάιλ να ανησυχεί. Κατέβηκα στην κουζίνα. Ήταν άδεια όπως και όλοι οι χώροι του σπιτιού που συνάντησα μέχρι να φτάσω εκεί. Πέρασα την πόρτα που οδηγεί στην τραπεζαρία. Το τραπέζι ήταν γεμάτο φαγητά. Στο τραπέζι καθόταν η Τάνια.

«Καλημέρα Μπέλλα.»

«Τάνια; Καλημέρα, που είναι όλοι;»

«Υποθέτω στα δωμάτια τους ίσως.»

«Και όλα αυτά ποιος τα έφτιαξε;» Έδειξα με το χέρι μου τις βάφλες ,τις κρέπες, τα toast καθώς και όλα τα φαγητά που απλώνονταν στο τραπέζι.

«Η Άλις με έμενα νωρίτερα. Είδε ότι θα ξυπνούσες και τα έφτιαξε τώρα για να είναι ζεστά.»

Κάθε μέρα έβλεπε πότε θα ξυπνούσα για αυτό ήταν το φαγητό πάντα ζεστό; Έκατσα στο τραπέζι και σερβιρίστηκα μια τηγανίτα. Η Τάνια για να με βοηθήσει έφερε προς το μέρος το μπουκαλάκι με το σιρόπι σοκολάτας και έριξε λίγο πάνω από τις τηγανητές.

«Τάνια;» έψαξα γρήγορα ένα θέμα να κουβεντιάσουμε όσο έτρωγα «Στην οικογένεια των Κάλλεν έχουν κάποιοι κάποια σπάνια χαρίσματα όπως η Άλις και ο Τζάσπερ.»

«Ναι ξέρω Μπέλλα.»

«Μα φυσικά και ξέρεις. Εσείς έχετε κάποιον στην οικογένεια σας, που να έχει χάρισμα;»

«Ναι έχει ο Ελέαζαρ και η Κέιτ. Ξέρεις νομίζω είναι πάρα πολλά αυτά που έχει κάποιος αν είναι βρικόλακας που ένα παραπάνω χάρισμα ίσως να έχει μεγαλύτερο αντίτιμο οπότε δεν με νοιάζει τόσο.»

«Τι αντίτιμο έχει να είναι κάποιος βρικόλακας Τάνια;» Ο τόνος μου ήταν σαρκαστικός.

«Ότι μετά θα πάει στην κόλαση. Η αθανασία έχει αντίτιμο.

Στο μυαλό μου ήρθε το πορτρέτο του Dorian Grey που διάβαζα. Ζήτησε αθανασία πουλώντας την ψυχή του στο διάβολο. Αν και οι βρικόλακες είναι αθάνατοι αλλά η ψυχή τους έχει πουληθεί στο διάβολο; Ανατρίχιασα και άλλαξα θέμα.

«Ο Ελέαζαρ τι χάρισμα έχει ;»

«Δεν σου έχουν πει την ιστορία; Ο Ελέαζαρ παλιά ήταν μαζί με τους Βολτούρι. Το χάρισμα του χρησίμευε πολύ στον Άρο. Μπορεί για αυτό κιόλας να μας ήθελε στην Βολτέρα. Δεν ξέρουμε.»

«Και τι χάρισμα έχει λοιπόν ο Ελέαζαρ;»

«Μπορεί να διαβάσει σε έναν βρικόλακα τι χάρισμα έχει αυτός και αν έχει ένα. Ακόμα μπορεί να διακρίνει στους ανθρώπους τι χάρισμα θα έχουν αν γίνουν βρικόλακες.»

«Σε έμενα τι βλέπει;»

«Αυτό τον ρώτησα και εγώ την πρώτη μέρα που ήρθαμε εδώ αλλά είπε ότι δεν βλέπει τίποτα. Όπως και ο Έντουαρντ δεν μπορεί να διαβάσει την σκέψη σου και η Τζέιν δεν μπορεί να σου κάνει κακό έτσι και ο Ελέαζαρ δεν βλέπει τι χάρισμα θα έχεις. Ή μπορεί κιόλας να μην έχει καλλιεργηθεί ακόμα πολύ για αυτό να μην βλέπει το χάρισμα που σίγουρα θα έχεις.»

Αναστέναξα με λύπη.

«Και γιατί θα έχω σίγουρα κάποιο χάρισμα; Μπορεί και εγώ όπως εσύ να μην έχω χάρισμα.»

«Μπέλλα το θεωρείς λίγο ότι ένας βρικόλακας που μπορεί να διαβάσει την σκέψη σε εσένα δεν βλέπει τίποτα;»

«Ένας βρικόλακας που μπορούσε, την διόρθωσα.» Το κενό στο στήθος μου άρχισε να με πονάει αφόρητα εκείνη την στιγμή. Ήταν πιο μεγάλο από ποτέ.

Αμέσως κατέβασε το κεφάλι της με θλίψη.

«Μπέλλα; ξύπνησες.»

Η Άλις μπήκε στην τραπεζαρία.

«Καλημέρα Άλις.»

«Γιατί είσαι ακόμα με τις μπιτζάμες;»

Την κοίταξα. Ήταν πανέμορφη με τέλεια πεντακάθαρα ρούχα και με φρεσκολουσμένα μαλλιά.

«Πήγαινε να κάνεις καλύτερα ένα ντουζ έχουμε δουλειές σήμερα. Σε δυο μέρες θα είναι εδώ η Βικτώρια.»

Ακόμα δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι αύριο το βράδυ θα κοιμόμουν σε μια σκηνή με τον Τζέικομπ και περίπου πενήντα βρικόλακες μαζί με οκτώ λύκους θα πάλευαν για χάρη μου.

Ανέβηκα και έκανα ένα ντουζ με κρύο νερό ντύθηκα και ξανακατέβηκα στο σαλόνι. Η Άλις είχε καθίσει δίπλα στο Τζάσπερ στον καναπέ και η ΑΪρίνα καθόταν με την Ρόζαλι και την Τάνια και μιλούσαν. Στα χέρια της Άλις είδα ένα καφέ φάκελο.

«Μπέλλα σου απάντησαν από ένα πανεπιστήμιο.»

«Άλις αλήθεια τώρα, σε τι μου χρησιμεύει το πανεπιστήμιο αφού θα με μεταμορφώσεις;»

«Πρέπει κάτι να πούμε στον Τσάρλι. Και για να έχουμε αποδείξεις ότι μόλις σε μεταμορφώσω θα πάμε στην Αλάσκα. Και μετά θα δούμε τι θα κάνουμε.

***

Η υπόλοιπη μέρα μέχρι και το απόγευμα πέρασε πολύ γρήγορα. Κυρίως έβλεπα τηλεόραση και μιλούσα με την Άλις. Κατά το μεσημέρι κιόλας μιας και δεν είχα τι να κάνω βοήθησα την Έσμε στην κηπουρική στον κήπο. Όταν άρχισε να σουρουπώνει ντύθηκα και η Άλις με πήγε στα σύνορα. Θα πήγαινα στο Τζέικομπ που με είχε καλέσει σε αυτή την τελετή που θα έλεγαν οι παλιότεροι τους θρύλους στον Σέθ, την Λία και τον Κούιλ. Δεν ανυπομονούσα ιδιαίτερα ούτε για τους θρύλους ούτε για την νυχτερινή εκπαίδευση. Πιο πολύ τώρα την θέση της ανυπομονησίας είχε πάρει το άγχος για την μάχη που θα ακολουθούσε.

Μόλις κατέβηκα είδα την κόκκινη rabbit του Τζέικ να με περιμένει. Προφανώς επειδή είχα γκρινιάξει με την μηχανή ήθελε να με ευχαριστήσει σήμερα και ήρθε με το αυτοκίνητο. Μπήκα μέσα.

«Μπέλλα είσαι πολύ όμορφη σήμερα.» είπε και με χαιρέτησε με μια αγκαλιά.

Τον κοίταξα. Ήταν ημίγυμνος φορώντας μόνο ένα σορτς.

«Ευχαριστώ υποθέτω»

Γέλασε.

Άρχισε να οδηγεί και ενώ περίμενα να πάμε σπίτι του έστριψε στο Λα Πους. Πάρκαρε και μετά από λίγο περπάτημα είδα καπνό. Είχε στηθεί μια τεραστία φωτιά στην παραλία και γύρω της υπήρχαν κυκλικά κούτσουρα και κορμοί δέντρων. Κάθονταν σε αυτούς όλοι οι λυκάνθρωποι μαζί με την Έμιλυ, την Σου και τον Μπίλι. Κάποιοι συζήταγαν και από όσο μπόρεσαν να ακούσω μιλούσαν για την εκπαίδευση και στοιχημάτιζαν ποιος θα κερδίσει ποιον. Μας περίμεναν δυο κενές θέσεις. Μόλις κάτσαμε ο Μπίλι άρχισε να μιλάει με επίσημο τόνο και όλες οι συζητήσεις σταμάτησαν.

«Σήμερα θα καλωσορίσουμε τον Κούιλ, τον Σέθ και την πρώτη γυναίκα στην φυλή την Λία. Ακόμα θα καλωσορίσουμε την πρώτη ξένη που ακούει ποτέ ιστορία μας την Μπέλλα.»

Μου χαμογέλασε ελαφρώς .

«Κανονικά σήμερα θα έπρεπε να πω τον θρύλο που λέμε κάθε φορά στους νεοφερμένους, την ιστορία δηλαδή του πρώτου αρχηγού και της τρίτης συζύγου. Όμως σήμερα για να τιμήσουμε την Μπέλλα και έναν άνθρωπο που αγαπούσε πολύ και πρόσφατα έφυγε από την ζωή,αν και είναι βρικόλακας, θα μιλήσουμε λοιπόν για τον θάνατο. Και τι πίστευαν οι Κουίλετ για αυτόν. Ακόμα θα σας πω την ιστορία του Καχίρι και της γυναίκας που αγαπούσε.

Όλοι τον κοίταξαν με περιέργεια και κατάλαβα πως μάλλον δεν είχαν ξανακούσει αυτή την ιστορία. Η Έμιλυ είχε πάρει ένα τετράδιο και όση ώρα ο Μπίλι μιλούσε σημείωνε με ένα στυλό ότι έλεγε.

«Πίστευαν ότι όταν ένας άνθρωπος πέθαινε είτε ήταν γυναίκα, άντρας και παιδί το σώμα του παρέμενε στην γη. Η ψυχή του όμως έφευγε από το σώμα του και ζούσε σαν φάντασμα κοντά στο σώμα. Για αυτό για να φύγει λοιπόν η ψυχή βάζανε τα σώματα σε ξύλινα κανό και τα έριχναν στο ποτάμι. Η ψυχή έμενε κοντά στο σώμα και τελικά χανόταν για πάντα. Αν δεν πετούσαν το σώμα στο ποτάμι, η ψυχή του πεθαμένου θα παρέμενε ως φάντασμα για πάντα κοντά στο χωριό.»

Το μόνο που ακουγόταν ήταν το στυλό της Έμιλυ πάνω στο τετράδιο.

«Ο Καχίρι ήταν ένας πολύ ευτυχισμένος άνθρωπος που ζούσε σε αυτό το χωριό που υπήρχε κάποτε εδώ μαζί με την πανέμορφη γυναίκα του. Η γυναίκα του μια φορά είχε πάει στο δάσος μακριά από το χωριό. Πέρναγε τότε από την περιοχή ένας παγωμένος. ένας βρικόλακας. Την σκότωσε και της ήπιε το αίμα αφήνοντας το πτώμα της στο δάσος. Ο Καχίρι την αναζήτησε όταν είδε πως δεν ήταν σπίτι. Βρήκε το πτώμα της στο δάσος μαζί με τον καλύτερο του φίλο που αμέσως έτρεξε να του σταθεί.

Ο Καχίρι βαθειά θλιμμένος για να τιμήσει την γυναίκα του έκατσε και έφτιαξε ένα κανό που όμοιο του δεν είχε δει κάνεις. Ήταν πανέμορφο. Συγκεντρώθηκε λοιπόν όλο το χωριό και όταν ρίξανε το σώμα της στο ποτάμι, ο Καχίρι δεν άντεξε την θλίψη και αυτοκτόνησε πέφτοντας ο ίδιος μέσα στο ορμητικό ρεύμα. Η ψυχή του τότε έφυγε μέσα από το σώμα του και ακολούθησε το κανό που υπήρχε το σώμα της αγαπημένης του αναζητώντας την ψυχή της. Ακολούθησε το κανό μέσα σε καταρράχτες και παραποτάμους και όταν τελικά κατέληξε στην θάλασσα την είδε να κάθετε πάνω στο σώμα της αγαπημένης του. Ήταν τόσο μεγάλη η χαρά του που έτρεξε και την φίλησε.

Λέγεται μάλιστα πως όποιος έβλεπε εκείνη την ώρα την σκηνή θα έβλεπε έναν υπέροχο νεαρό και μια πανέμορφη κοπέλα να φιλιούνται σαν να ήταν ζωντανοί αληθινοί. Η θησεία του Καχίρι για την πραγματική του αγάπη έμεινε στην ιστορία των Κουίλετ.»

Όλοι τον κοίταξαν με ανοιχτό το στόμα. Εγώ είχα μείνει άφωνη από αυτή την φοβερή και συγκινητική ιστορία για την αληθινή αγάπη και το ερώτα. Κοίταξα τον Τζέικ και για μια στιγμή μου πέρασε από το μυαλό η αυτοκτονία ως η μόνη λύση για να ξαναδώ τον Έντουαρντ. Ο Τζέικομπ σηκώθηκε. Κάποιοι άρχισαν να συζητάνε πάλι. Συζητούσαν όμως την ιστορία και όχι για την εκπαίδευση. Ο Μπίλι σηκώθηκε και μαζί με την Έμιλυ και την Σου σηκώθηκε να πάνε πίσω στα σπίτια τους. Κοίταξε τον Σαμ και μίλησε.

«Καλύτερα να φύγετε είναι σχεδόν έντεκα.»

Ούτε που κατάλαβα πως πέρασε η ώρα. Μεταμορφώθηκαν όλοι σε λυκάνθρωπο και άρχισαν να τρέχουν. Ο Τζέικομπ με πήρε στα χέρια του και αρχίσαμε να τρέχουμε πίσω από τους άλλους. Ακολουθήσαμε την ίδια διαδρομή με χθες και σύντομα φτάσαμε στο χωράφι. Εκεί ήταν όλοι οι Κάλλεν μαζί με την οικογένεια του Ελέαζαρ αλλά δεν είχαν την ίδια παράταξη. Η Άλις μάλιστα μαζί με τον Τζάσπερ κρατούσαν διάφορα πράγματα. Τους πλησίασα και με ακολουθούσε και ο Τζέικ που σε αντίθεση με χθες που είχε πάρει την μορφή λύκου τώρα είχε ακόμα την ανθρώπινη μορφή του.

«Μπέλλα.» Η φωνή της Άλις ήταν πανικόβλητη. «Είδα ένα όραμα. Η Βικτώρια άλλαξε γνώμη και θα έρθει αύριο το πρωί. Είναι ήδη καθόδων. Δεν έχουμε καθόλου χρόνο.

Αμέσως πανικοβλήθηκα και ένιωσα την αδρεναλίνη να με κατακλύζει.

«Τι ; πώς;»

«Δεν έχουμε καθόλου χρόνο. Τζέικομπ πάρε αυτά.» του έδωσε τα πράγματα που κρατούσε. «Είναι σκηνή και ότι άλλο θα χρειαστείτε. Έχει και κονσέρβες σε περίπτωση που η Μπέλλα πεινάσει. Πάρε αυτό.» Του έδωσε ένα χάρτη και μια πυξίδα.

«Ακολούθησε την διαδρομή και θα φτάσεις σε ένα ξέφωτο. Στήσε εκεί την σκηνή και κοιμηθείτε μαζί. Εμείς θα κάνουμε ότι μπορούμε όλοι νύχτα για να είμαστε έτοιμοι αύριο το πρωί να πολεμήσουμε. Μην κουνηθείτε καθόλου από την περιοχή. Όταν τελειώσει θα το ξέρεις. Μόνο τότε θα έρθετε πίσω. Σε παρακαλώ Τζέικομπ κράτησε την ασφαλή στηριζόμαστε σε σένα. Ελπίζουμε η μυρωδιά σου να καλύψει την μυρωδιά της Μπέλλας και να μην σας μυρίσει η Βικτώρια έτσι και αλλιώς θα είναι απασχολημένη με την μάχη. Και το βασικότερο.» Τον κοίταξε στα μάτια. «Μην βγεις καθόλου από την πορεία. Η Βικτώρια θα σας μυρίσει.»

«Άλις θα τα πούμε.» την αγκάλιασα όσο πιο σφιχτά μπορούσα και άφησα δάκρυα να πέσουν από τα μάτια μου. Δεν έκλαιγα από στεναχώρια. Όχι . Έκλαιγα από φόβο. Χωρίς κοντά μου τον Έντουαρντ, ίσως δεν τα κατάφερνα.

«Μπέλλα πρέπει να φύγετε.»

«Μην ανησυχείς θα είμαι μια χαρά.»

Ο Τζέικ με πήρε αγκαλιά και αφού κοίταξε προσεχτικά την πορεία αρχίσαμε να τρέχουμε.

«Τζέικομπ φοβάμαι.»

«Σσς, μην ανησυχείς όλα θα πάνε καλά. Οι Κάλλεν θα σκοτώσουν όλες τις βδέλλες και μετά επιτέλους θα είσαι ασφαλής.»

Τον κοίταξα στα σοκολατί του μάτια. Άρχισε να τρέχει πιο γρήγορα και τα δέντρα έγιναν πιο αραιά. Φτάσαμε σε ένα υπέροχο ξέφωτο. Ήταν πανέμορφο. Μου θύμιζε λίγο το λιβάδι. Έκατσα σε μια πέτρα. Ο Τζέικομπ αμέσως άρχισε να στήνει την σκηνή. Φαινόταν ότι ήξερε τι έκανε. Άρχισε να ψιχαλίζει. έστρεψα το βλέμμα μου στον ουρανό και είδα τις ψιχάλες που σύντομα έγιναν βροχή να πέφτουν στο χώμα.

Μπήκαν σταγόνες βροχής στα μάτια μου. Όλος ο τόπος άρχισε να μυρίζει βρεμένο χώμα. Υπέροχη μυρωδιά. Όταν είχα έρθει στο Φόρκς την σιχαινόμουν, τώρα όμως συνδέεται με τον Έντουαρντ. Για αυτό θα την λατρεύω πάντα. Ο Τζέικ σταμάτησε να στήνει και μου έδωσε ένα μπουφάν με γούνα, που προφανώς ήταν μέσα στα πράγματα που μας είχε δώσει η Άλις, και ένα σκούφο.

Τα φόρεσα να ζεσταθώ αν και η διάφορα δεν ήταν και πολύ μεγάλη. Ακόμα τουρτούριζα από το κρύο. Ο Τζέικομπ μετά από πέντε λεπτά ολοκλήρωσε την σκηνή. Ακριβώς την στιγμή που η βροχή είχε γίνει χιονόνερο και ο αέρας είχε δυναμώσει τόσο πολύ που ο θόρυβος ήταν πολύ επώδυνος. Σαν κάποιος να ουρλιάζει. Άνοιξε την σκηνή και μπήκαμε μέσα. Ακούμπησε κάτω τον βαρύ σάκο που φορούσε και έβγαλε από μέσα δυο sleeping bag. Τα άνοιξε και εγώ αμέσως χώθηκα στο ένα παραμένοντας με το μπουφάν και τον σκούφο. Ο Τζέικ φορούσε ακόμα μόνο ένα σορτς και παρόλα αυτά δεν έτρεμε καν.

«Μπέλλα έχεις μελανιάσει.»

Ήρθε και χώθηκε μες στο sleeping bag μου. Αμέσως ένιωσα όλο μου το κορμί να ζεσταίνεται . Τώρα ο αέρας έξω φυσούσε ακόμα πιο δυνατά και η σκηνή τρανταζόταν. Νόμιζα πως θα την πάρει ο αέρας. Έκλεισα σφιχτά τα μάτια. Το βουητό του αέρα με έκανε να αποκοιμηθώ. Εκείνη την νύχτα ονειρεύτηκα τον Έντουαρντ. Είδα πως ήταν μαζί μου στην σκηνή. Ήταν φανερά εκνευρισμένος που ο Τζέικ είχε μπει στο sleeping bag μου. Ακόμα και νευριασμένος όμως ήταν πανέμορφος. Σε αγαπώ ψιθύρισα μες στον ύπνο μου.

Άνοιξα τα μάτια μου. Φως έμπαινε στην σκηνή από την σήτα. Κοίταξα τριγύρω. Ο Τζέικ δεν ήταν μέσα στην σκηνή. Η πλάτη μου πονούσε αφόρητα από το κακοτράχαλο έδαφος. Ανασηκώθηκα και έφαγα μια μπάρα δημητριακών που βρήκα στο σακίδιο. Άνοιξα λίγο την σήτα και αφού φόρεσα το μπουφάν μου άρχισα να φοράω τα μποτάκια μου. Με την άκρη του ματιού μου είδα τον Τζέικομπ μεταμορφωμένο σε λύκο να μπαίνει μες στο δάσος. Έδεσα τα κορδόνια μου και σήκωσα το κεφάλι. Έξω όλο το τοπίο ήταν κατάλευκο από το χιόνι. Ο ήλιος αντανακλούσε πάνω στο λευκό και άστραφτε.

Πάνω στο αφράτο χιόνι υπήρχαν τέσσερις πατημασιές που έβγαιναν από την σκηνή και μετά πατημασιές λύκου. Ο Τζέικομπ εμφανίστηκε ξανά από τα δέντρα με την ανθρώπινη μορφή του.

«Μπέλλα καλημέρα.»

«Καλημέρα Τζέικ. Του χαμογέλασα ελαφρά. Τι γίνετε;»

«Η μάχη μόλις άρχισε είναι τριάντα βδέλλες αλλά μέχρι τώρα νικάμε. Η Άλις μόλις αποκεφάλισε μια άλλη βδέλλα. Χαμογέλασε. Είναι όλοι καλά.Η Βικτώρια δεν έχει εμφανιστεί ακόμα. Δεν είναι πουθενά στο ξέφωτο.»

Το γεγονός ότι η Βικτώρια δεν είχε ακόμα εμφανιστεί με φόβισε. Που ήταν; Αν μεταμόρφωνε και άλλους για να μας νικήσει σίγουρα;

Τις σκέψεις μου διέκοψε ένας θόρυβος σαν κλαδί που σπάει. Άκουσα βήματα πάνω στο αφράτο χιόνι. Έστρεψα ενστικτωδώς το κεφάλι μου εκεί από όπου ερχόταν ο θόρυβος και αντίκρισα δυο σιλουέτες να πλησιάζουν. Μια γυναίκα και ένας άντρας. Η γυναίκα είχε κόκκινο πορφυρό μαλλί.