BLOGGER TEMPLATES - TWITTER BACKGROUNDS »

Σάββατο, 25 Δεκεμβρίου 2010

Christmas Gold Dust





                                                     1ο μέρος
                                                Μαγική στιγμή

Γαλλία, Παρίσι

«Οι Χριστουγεννιάτικες αναμνήσεις μου μαζεύονται
και χορεύουν όπως οι νιφάδες χιονιού, κάθε μια
όμορφη, ξεχωριστή χάνεται σύντομα».
                                               Deborah Whipp, 1964


Bellas POV
Ήμουν γερμένη στην κουπαστή της γέφυρας κοιτώντας το μαύρο χρώμα του Σηκουάνα καθώς περνούσε με ορμή από κάτω μου. Τα φώτα του στολισμένου Παρισιού αντανακλούσαν πάνω του παίζοντας παιχνιδιάρικα με τους παφλασμούς. Ήταν σαν ένα πολύχρωμο καλειδοσκόπιο μεταξύ του νερού και του φωτός.

Παρότι το βλέμμα μου ήταν επικεντρωμένο στα παράξενα χρώματα που έκανε το φως με το νερό το μυαλό μου κοιτούσε ακόμα το αχανές βάθος στα πράσινα μάτια του. Το χαλκόχρυσο χρώμα των μαλλιών του. Πως τα δάχτυλα του περνούσαν μέσα τους. Το λευκό χρώμα του πάγου που είχε η επιδερμίδα του.

Έπρεπε να τον ξαναδώ. Η σκέψη αυτή ούρλιαζε μέσα σε κάθε κύτταρο του σώματος μου από όταν τον είδα σήμερα το απόγευμα για πρώτη φορά. Δεν ήξερα καν το όνομα του. Δεν είχα το παραμικρό στοιχείο σχετικά με το που βρισκόταν αυτήν την στιγμή. Μπορεί να ήταν μόνο ένας τουρίστας που περνούσε από τον δρόμο εκείνη την στιγμή ψάχνοντας για το ταξί που θα τον πήγαινε στο αεροδρόμιο. Πιθανώς τώρα να περίμενε σε κάποια αίθουσα αναμονής το αεροπλάνο που θα τον γυρνούσε πίσω στην πατρίδα του. Ακόμα χειρότερα μπορεί να καθόταν σε μια δερμάτινη πολυθρόνα στην πρώτη θέση ενός υπερπολυτελούς αεροπλάνου πάνω από τον ατλαντικό.

Χιονονιφάδες άρχισαν να χορεύουν γύρω από το πρόσωπο μου. Έστρεψα το βλέμμα μου στο βιολετί χρώμα του ουρανού καθώς δύει ο ήλιος για να δω χιλιάδες μικρές χιονονιφάδες να πέφτουν στο έδαφος. Έχωσα το μισό πρόσωπο μου κάτω από την ζεστασιά του καρό κασκόλ στο λαιμό μου. Με το χέρι μου έσφιξα το παλτό πάνω στο σώμα μου. Τσουχτερός αέρας διαπέρασε το κορμί μου.

Έσφιξα τα βιβλία της σχολής πάνω στο σώμα μου. Σήμερα ήταν η τελευταία μέρα .Από αύριο θα άρχιζαν επιτέλους οι διακοπές των Χριστουγέννων. Ένιωθα κάπως παράξενα για το γεγονός αυτό. Δεν είχα περάσει ποτέ ξανά Χριστούγεννα στο Παρίσι. Τα Χριστούγεννα στο μικρό χωριό της Αλάσκας που περνούσα συνήθως κάθε χρόνο μέχρι και πέρσι που πέρασα στην σχολή ήταν ανιαρά.

Κάθε χρόνο όλοι -συμπεριλαμβάνοντας ακόμη και την μητέρα μου Ρενέ που είχε σύμφωνα με την γνώμη της αίσθηση της μόδας- φορούσαν τα ίδια ρούχα. Έκαναν τα ίδια πράγματα και έτρωγαν τα ίδια φαγητά. Ο πατέρας μου Τσάρλι συνήθιζε να λέει ότι τα Χριστούγεννα είναι η μεγαλύτερη γιορτή και πρέπει να γιορτάζετε με όλη την οικογένεια. Μέχρι και τα πρώτα μου Χριστούγεννα δεν ήξερα ότι εννοούσε εντελώς όλη την οικογένεια.

Άρχισα να τρέχω επειδή το χιόνι άρχισε να πέφτει πιο πυκνό. Χιλιάδες χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια στόλιζαν και τις δυο πλευρές του πολύβουου δρόμου. Χριστουγεννιάτικα τραγούδια ακούγονταν από όλα τα μαγαζιά τα όποια έσφυζαν με κόσμο. Η πρόσοψη του σπιτιού που έμενα με την συγκάτοικο και καλύτερη μου φίλη -πλέον- Άλις άρχισε να διακρίνεται. Έχωσα το ένα χέρι μου στην τσέπη του παλτού μου ψάχνοντας το κλειδί της πόρτας. Έπιασα το μπρελόκ που είχε φτιάξει με επιδεξιότητα η Άλις χρησιμοποιώντας ένα κουμπί μόνο. Πότε δεν θα μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο αναλογίστηκα καθώς έτρεχα προς την εξώπορτα του σπιτιού.

Ένα κομμάτι του πεζοδρομίου έξω από το σπίτι καλυπτόταν από πυκνό χιόνι. Φρέναρα την ταχύτητα του βήματος μου αλλά παρά την υπεράνθρωπη προσπάθεια μου, ένιωσα να γλιστράω με φόρα προς το πεζοδρόμιο. Το παγωμένο χιόνι που συνάντησα πέφτοντας με δύναμη στο πεζοδρόμιο είχε δυσάρεστη αίσθηση. Ένιωσα τα χέρια μου να παγώνουν επειδή κατά την πτώση είχαν βουτηχτεί μέσα στο πυκνό χιόνι.

Σηκώθηκα τινάζοντας από πάνω μου το χιόνι. Έκανα ένα βήμα εμπρός και έβαλα το κλειδί στην σχισμή της κλειδαριάς όταν αντίκρισα ένα μεγάλο στεφάνι από κλαδί ελάτου στολισμένο με μικρές κόκκινες μπαλίτσες να στολίζει την εξώπορτα. Τι έκανε πάλι η Άλις; μουρμούρισα και μπήκα μέσα σκουπίζοντας τα πόδια μου στο χαλάκι της εξώπορτας.

Το πρώτο που είδα μόλις μπήκα μέσα ήταν χιλιάδες χάρτινες κούτες στοιβαγμένες η μια πάνω στην άλλη. Μα τι γινόταν; Δεν είχα καμιά όρεξη για αυτό που ετοίμαζε η Άλις. Ειδικά όταν σκεφτόμουν ότι τον νεαρό που είδα σήμερα το απόγευμα ίσως να μην τον ξαναέβλεπα ποτέ.

«Άλις;» είπα και συνέχισα να προχωράω στο μισοσκότεινο διάδρομο. Δεν έλαβα καμία απάντηση. Φως έβγαινε από το πάνω δωμάτιο. Η σκάλα ήταν στολισμένη με μια πράσινη γιρλάντα. Λαμπάκια ήταν επίσης πλεγμένα γύρω από την κουπαστή ήταν όμως σβηστά. Άκουσα έναν θόρυβο από πίσω μου.



Μια κούτα είχε γλιστρήσει και είχε πέσει στο πάτωμα με ένα γδούπο. Όλο το περιεχόμενο της που περιλάμβανε χιλιάδες μικρές χριστουγεννιάτικες μπαλίτσες είχε αδειάσει στο ξύλινο πάτωμα. Με το μόνο φως να έρχεται από το πάνω δωμάτιο δεν μπορούσα να διακρίνω αν κάτι είχε σπάσει. Άκουσα βήματα από την σκάλα. Είδα την Άλις να κατεβαίνει πανικόβλητη την σκάλα κρατώντας μια μεγάλη κόκκινη γυαλιστερή χριστουγεννιάτικη μπάλα.

«Μπέλλα;» την είδα να ξαφνιάζεται. Κοίταξε την κούτα που είχε αδειάσει με ένα θλιμμένο βλέμμα.

«Έσπασε το μικρό αγγελάκι που μου έδωσε πέρυσι ο Τζάσπερ.» είπε θλιμμένα και κατέβηκε την σκάλα. Έσκυψε και έπιασε ευλαβικά το σπασμένο γυάλινο αγγελάκι.

«Θα του πω να μου πάρει άλλο φέτος.» είπε με σιγουριά και άρχισε να μαζεύει την κούτα. Την κοιτούσα με ανοιχτό το στόμα. Οι μικρές χιονονιφάδες που είχαν κάτσει στο παλτό μου είχαν αρχίσει να λιώνουν.

«Τι ακριβώς κάνεις;» ρώτησα μισονευριασμένη.

«Πως πήγε σήμερα στο πανεπιστήμιο;» ρώτησε καθώς μάζευε μια λευκή διάφανη μπάλα και την τοποθετούσε ξανά στο κουτί. Η Άλις είχε τελειώσει από εχθές τα μαθήματα στη σχολή και σήμερα υποτίθεται ότι θα περνούσε την ημέρα με τον αγαπημένο της Τζάσπερ.

«Άλις πρέπει να σου μιλήσω.» ήθελα να της πω τόσα. Για αυτόν που είδα σήμερα τυχαία έξω από εκείνο το κατάστημα.

«Τι συμβαίνει κάτι με την σχολή;» τοποθέτησε και την τελευταία μπάλα στο κουτί και το έκλεισε με μια ταινία. Το τοποθέτησε πάλι στην στοίβα μαζί με τα άλλα.

«Ω Άλις ξεχνά την σχολή.» είπα εκνευρισμένα. Την είδα να γυρίζει και να τρέχει προς τα πάνω σαν κάτι να είχε ξεχάσει. Ερχόταν από την κουζίνα μυρωδιά από κάτι καμένο.

«Ω πάει η πουτίγκα μου.» την άκουσα να λέει λυπημένα από πάνω. Ανέβηκα την σκάλα και άφησα πριν πάω στην κουζίνα τα βιβλία μου πάνω στο παλιό ξύλινο γραφείο που είχε τοποθετήσει η Άλις πέρυσι που ασχολούταν με την διακόσμηση του σπιτιού. Όλο το σύνθετο ήταν στολισμένο με μικρά κεριά και λίγα φύλλα από γκι. Μπήκα στην κουζίνα και την είδα να κοιτάει με θλίψη ένα καμένο φαγητό σε ένα πιάτο.

«Τι κάνεις;» ξαναρώτησα ελπίζοντας το γεγονός με την καμένη πουτίγκα να της χαλούσε την διάθεση και να σταματούσε τον στολισμό του σπιτιού.

«Μπέλλα πρέπει να βυθιστείς στο πνεύμα των Χριστουγέννων. Ηρέμησε λίγο. Από την ώρα που ήρθες γκρινιάζεις.» Την είδα να πετάει με ένα λυπημένο βλέμμα την πουτίγκα και έπειτα γύρισε και με κοίταξε.

«Γιατί δεν είσαι με τον Τζάσπερ;» ρώτησα κάπως ενοχλημένη.

«Δεν μπορούσε σήμερα. Κάτι έγινε με το πανεπιστήμιο δεν κατάλαβα ακριβώς.»

Έκανε μια μικρή παύση για να κοιτάξει το στολισμό που είχε κάνει στον διάδρομο και πήγε προς το καθιστικό συνεχίζοντας να μιλάει.

«Έλα να με βοηθήσεις με τον στολισμό. Θα έχει πλάκα.» μου έβγαλε το παλτό και το κρέμασε στον καλόγερο στο χολ. Έβγαλα το κασκόλ μου και το κρέμασα. Κοίταξε τα ρούχα μου με απέχθεια.

«Χρειάζεσαι επειγόντως χριστουγεννιάτικα ψώνια. Ωπ παραλίγο να το ξεχάσω.» μουρμούρισε και την είδα να βάζει ένα καλώδιο στην πρίζα. Αμέσως τα λαμπάκια που ήταν πλεγμένα γύρω από την κουπαστή της σκάλας άνοιξαν. Είχαν ένα όμορφο ζεστό χρώμα.

«Έλα να με βοήσεις με τις κούτες.» κατέβηκε από το διάδρομο και επέστρεψε με μια στοίβα από μικρά κουτιά. Δεν ήθελα να ξέρω τι περιείχαν. Κατέβηκα την σκάλα και πήρα μια μεγάλη κούτα.

«Άλις πρέπει να σου μιλήσω.» επανέλαβα με πείσμα. Δεν είχα καμιά όρεξη να στολίσω το μικρό σπίτι μας. Ανέβηκα στο καθιστικό και αντίκρισα ένα τεράστιο πράσινο δέντρο. Είχε στολίσει ήδη χιλιάδες στολίδια από μπάλες μέχρι παιχνίδια. Όλο το καθιστικό ήταν στολισμένο με γκι, γιρλάντες και παντού υπήρχαν χριστουγεννιάτικα παιχνίδια.

 Το δέντρο ήταν ακριβώς μπροστά από την τεράστια τζαμαρία του καθιστικού. Ο πύργος του Άιφελ φαινόταν απ' έξω. Ήταν φωτισμένος με ένα απαλό μίνιμαλ φως. Κάτω από το σπίτι μας ο πολύβουος δρόμος ήταν στολισμένος και αυτός με λαμπιόνια. Κάθισα στο καθιστικό και προσπαθείς να μην βλέπω την Άλις που περιφερόταν γύρω γύρω και στόλιζε το δέντρο. Επικέντρωσα το βλέμμα μου στον πύργο του Άιφελ.

«Μπέλλα έλα ένα με βοηθήσεις.» είπε με τραγουδιστή φωνή.

«Άλις θέλω να σου μιλήσω.» σηκώθηκα και τοποθέτησα μία μπάλα σε ένα κλαδί του δέντρου. Αμέσως ήρθε και την ίσιωσε.

«Σήμερα είδα έξω από ένα κατάστημα κάποιον νεαρό και-» Με διέκοψε και είπε τραγουδιστά.

«Η Μπέλλα είναι ερωτευμένη.»

«Άλις μπορείς να με αφήσει σαν τελειώσω;» συνέχισα χωρίς να περιμένω δευτερόλεπτο μήπως απαντήσει το ρητορικό ερώτημα μου. «Δεν ξέρω είναι σαν να μην μπορώ να ζήσω χωρίς αυτόν. Ένιωσα κάτι καθώς τον είδα. Ήταν σαν ηλεκτρικό ρεύμα να διαπέρασε το σώμα μου μόλις τα βλέμματα μας συναντήθηκαν.»

Άρχισε να μιλάει με σοβαρό ύφος καθώς ανεβασμένη σε ένα σκαμνί προσπαθούσε να κρεμάσει μια μπάλα στα πιο ψηλά κλαδιά του δέντρου.

«Μπέλλα δεν πιστεύεις στον κεραυνοβόλο έρωτα έτσι;» δεν απάντησα ήξερε ήδη την απάντηση. Είχαμε περάσει χιλιάδες βραδιές μαζί βλέποντας ρομαντικές κομεντί και γελώντας με την υπόθεση που ήταν σε όλες ίδια, Κάποια όμορφη κοπέλα έβλεπε τυχαία κάποιον πανέμορφο νεαρό, τον ερωτευόταν κεραυνοβόλα αλλά δεν του το λέγε με αποτέλεσμα να τον χάσει. Έπειτα αφού περνούσε μέρες κλαίγοντας που δεν θα τον ξαναέβλεπε τον πετύχενε τυχαία να βγαίνει από το δίπλα διαμέρισμα και τι σύμπτωση ήταν ο νέος ένοικος. Έπειτα της έλεγε ότι ήταν και εκείνος ερωτευμένος μαζί της ζούσαν μαζί παντρεύονταν και έκαναν πολλά παιδιά. Όχι δεν πίστευα στον κεραυνοβόλο έρωτα.

«Αυτήν την φορά όμως δεν είναι έτσι.» είπα προσπαθώντας να δικαιολογήσω τον εαυτό μου.

«Μπέλλα» με κοίταξε στα ματιά «τον έχεις δει μια φορά στην ζωή σου δεν ξέρεις τίποτα για αυτόν και όμως λες ότι τον έχεις ερωτευτεί;»

«Δεν είπα αυτό.» απάντησα εκνευρισμένη.

«Δεν ξέρω όμως νιώθω ότι θέλω να τον ξαναδώ.»

«Μπέλλα αποκλείεται να τον ξαναδείς. Μπορεί να είναι οπουδήποτε. Μπορεί να μην είναι καν στο Παρίσι.» είχε δίκιο. «Άφησε το πνεύμα των Χριστουγέννων να σε επηρεάσει. Δεν χρειάζεται να ασχολείσαι με αυτά τώρα τέτοια εποχή.» Μου έδωσε ένα ασημένιο αστέρι να κρεμάσω. Το έβαλα σε ένα κλαδί. Είχε δίκιο δεν όφειλε σε τίποτα αυτό. Ούτε καν τον ξέρω.

«Λοιπόν ξέρω πως θα σε κάνω να νιώσεις καλύτερα.»

«Είμαι μια χαρά Άλις.» είπα με βαριεστημένη φωνή.

«Ναι Μπέλλα πετάς από ευτυχία αν εξαιρέσουμε ότι τα χείλη σου έχουν πέσει στο πάτωμα και κοντεύεις να πεθάνεις από δυστυχία.» έκανε μια παύση περιμένοντας να χαμογελάσω έστω με το χαζό χιούμορ της αλλά δεν έκανα τίποτα. Συνέχισε απογοητευμένη.

«Λοιπόν θα πάμε για ψώνια.» το είπε με τόσο ενθουσιασμό σαν να έλεγε ότι θα πάμε στο φεγγάρι. Ήταν το δεύτερο πράγμα που σιχαινόμουν περισσότερο μετά την βροχή. Τουλάχιστον θα έβγαινα λίγο από το σπίτι και θα σταματούσα επιτέλους να βλέπω όλα αυτά τα χριστουγεννιάτικα στολίδια να πλημμυρίζουν το μικρό χώρο του καθιστικού. Ίσως ακόμα και να τον ξαναέβλεπα στα μαγαζιά. Ναι αν έβγαινα περισσότερο από το σπίτι ίσως να τον ξανασυναντούσα. Αμέσως έδιωξα τις φρούδες ελπίδες από το μυαλό μου. Δεν υπήρχε περίπτωση να τον ξανασυναντήσω.

 Βγήκα από το καθιστικό αφήνοντα στην Άλις να τελειώσει με το κρέμασμα ενός γκι και άλλαξα ρούχα φορώντας ένα μωβ πουλόβερ και ένα κοτλέ παντελόνι. Από πάνω φόρεσα ένα παλτό και το καρό κασκόλ μου. Πριν πάω στο καθιστικό και να ανακοινώσω στην Άλις ότι είμαι έτοιμη έριξα μια τελευταία ματιά στον καθρέπτη έτσι ώστε να είμαι αρκετά όμορφη και να μην αγοράσει χιλιάδες ρούχα για μια ακόμη φορά. Βρήκα την Άλις να κάθεται στο καθιστικό φορώντας καινούργια ρούχα και παρακολουθώντας τις ειδήσεις στην μεγάλη τηλεόραση. Δηλαδή δεν παρακολουθούσε ακριβώς τις ειδήσεις περισσότερο κοιτούσε με θαυμασμό το δέντρο που είχε καταφέρει να στολίσει εντελώς μόνη της.

«Α ετοιμάστηκες.» κοίταξε τα ρούχα και μου και το ενθουσιασμένο βλέμμα της εξαφανίστηκε.

«Τι έχω;» ρώτησα καθώς σηκωνόταν και κατέβαινε τις σκάλες. Πριν την ακολουθήσω τρέχοντας έριξα μια τελευταία μάτια στο σαλόνι. Το δέντρο ήταν πανέμορφο. Τα χιλιάδες μικρά λαμπάκια έδιναν μια ευχάριστη νότα στο δωμάτιο. Κάποια κεριά ήταν αναμμένα εδώ και εκεί. Κατέβηκα την σκάλα που φωτίζονταν πλέον από το φως που είχαν τα λαμπιόνια που στόλιζαν όλη την κουπαστή. Βγήκα στο διάδρομο και είδα την Άλις να ξεκλειδώνει την πόρτα. Όλες οι κούτες είχαν εξαφανιστεί. Μα πότε πρόλαβε και τα έκανε όλα αυτά. Γύρισε και με κοίταξε για άλλη μια φορά χαμογελώντας.

«Τί ;» είπα κοιτώντας τα ρούχα μου. Ήταν μια χαρά.

«Τίποτα.» είπε χαμογελώντας «χαίρομαι που θα πάμε για ψώνια.» Βγήκε έξω από το σπίτι και την ακολούθησα. Έξω έκανε τσουχτερό κρύο. Μπήκαμε μέσα στην κίτρινη Πόρσε της που ουσιαστικά ήταν και δικό μου αυτοκίνητο όλον αυτόν καιρό που είχαμε γίνει φίλες. Πιο πολύ το χρησιμοποιούσα εγώ παρά εκείνη. Ζεστασιά με κατέκλεισε αμέσως μόλις μπήκα μέσα. Άναψε την μηχανή και ξεκίνησε. Διασχίζαμε με μεγάλη ταχύτητα τους δρόμους μέχρι το μεγάλο εμπορικό κέντρο που θα πηγαίναμε. Τα μόνο που έβλεπα έξω ήταν χιλιάδες στολισμένα δέντρα και μικρά λαμπάκια που φώτιζαν όλη την πόλη. Είχε αρχίσει ξανά να ρίχνει ένα απαλό χιόνι.

Φτάσαμε πριν καν το καταλάβω. Έπιασα τον εαυτό μου να κοιτάει ερευνητικά τριγύρω μήπως και τυχόν δω τον όμορφο νεαρό που είχα δει σήμερα το απόγευμα. Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν θα τον ξανά έβλεπα πότε. Μπήκαμε μέσα. Όλο το εμπορικό έσφυζε από κόσμο. Ένα τεράστιο δέντρο με πολλές κόκκινες μπάλες υπήρχε στο κέντρο της τεράστιας αίθουσας που βρισκόμασταν. Προχώρησα ακολουθώντας την Άλις. Μπήκε μέσα σε ένα μαγαζί που πουλούσε χριστουγεννιάτικα στολίδια. Δεν είχα ιδέα τι έκανε καθώς δεν την πρόσεξα καθόλου. Κοιτούσα κάθε άτομο που έβλεπα τριγύρω προσπαθώντας να βρω τον νεαρό με τα πράσινα μάτια και τα χαλκόχρυσα μαλλιά που είχα δει σήμερα το απόγευμα. Έπρεπε να υπενθυμίζω συνεχώς στη εαυτό μου ότι δεν υπήρχε περίπτωση να το βρω αλλά δεν άντεχα να μην κοιτάξω για να σιγουρευτώ. Η Άλις κάτι μουρμούριζε δίπλα μου αλλά δεν πρόσεξα τα λόγια της. Συνέχισα να περιφέρομαι μαζί της στο μαγαζί κοιτώντας τον καθένα.

«Δεν είναι υπέροχο αυτό;» με ρώτησε κρατώντας ένα αγγελάκι που φορούσε ένα λευκό πανέμορφο φόρεμα. Ήταν από διάφανο γυαλί και μέσα του ήταν σαν να υπήρχαν παγιέτες.

«Άλις δεν νιώθω πολύ καλά. Μήπως να γυρίσουμε πίσω;» και πράγματι όσο κοιτούσα τριγύρω και προσπαθούσα να χωνέψω περισσότερο ότι δεν πρόκειται να τον ξαναδώ στην ζωή μου ένιωθα όλο και χειρότερα.

«Είναι πάλι για αυτόν τον νεαρό που είδες το απόγευμα;» με ρώτησε με ένα ύφος νίκης και σιγουριάς να κατακλύζει την φωνή της. Ήταν πολύ παρατηρητική. Είχε προσέξει ότι τόση ώρα κοιτούσα τριγύρω προσπαθώντας να βρω κάποιον που μπορεί να ήταν οπουδήποτε στον κόσμο.

«Όχι Άλις δεν έχει σχέση.» προσπάθησα ανεπιτυχώς να πω ψέματα. Άρχισε να απαντήσει όταν χτύπησε το τηλέφωνο της. Το σήκωσε με έναν εκνευρισμό που κάποιος είχε διακόψει αυτό που ετοιμαζόταν να πει. Μόλις το απάντησε όμως το πρόσωπο της φωτίστηκε.

«Τζάσπερ!» είπε με ενθουσιασμό και έκανε πιο πέρα για να μιλήσει. Εγώ ανάγκασα τον εαυτό μου να μην κοιτάξει πάλι τριγύρω και επικεντρώθηκα σε ένα ράφι που είχε χιλιάδες χριστουγεννιάτικα στολίδια. Το πιο όμορφο ήταν ένα μικρό ξύλινο αλογάκι σαν αυτό που είχαν τα μικρά παιδία για να διασκεδάζουν. Ήταν πανέμορφο. Το έπιασα στα χέρια μου και είδα την Άλις να με κοιτάει. Είχε μια παράξενη έκφραση και κατάλαβα ότι ήταν εξαιτίας της δικής μου που κοιτούσε με ένα πολύ παράξενο βλέμμα αυτό το μικρό αλογάκι. Είχα αναγκάσει τον εαυτό μου να επικεντρωθεί τόσο πάνω του που ήταν σαν να κοιτούσα το πιο όμορφο πράγμα του κόσμου.

«Λοιπόν τι ήθελε ο Τζάσπερ;» ρώτησα άκρως αμήχανα καθώς ακουμπούσα στο ράφι το αλογάκι.

«Μας κάλεσε αύριο το βραδύ για φαγητό. Θα πάμε στο Tour d'Argent » είπε τελείως ενθουσιασμένη. ένιωσα παράξενα. εγώ δηλαδή τι θα έκανα μαζί με την Άλις και τον Τζάσπερ. Ίσως πάλι να ήταν καλύτερο να βγω λίγο από το σπίτι. Έτσι ίσως τον δω. έδιωξα με την βία αυτήν την σκέψη. Έπρεπε να σταματήσω να τον σκέφτομαι δεν πρόκειται να τον ξαναδώ ποτέ και το ξέρω. Γιατί το κάνω αυτό δίνοντας στο εαυτό μου την ευκαιρία να τρέφει φρούδες ελπίδες;

«Άλις μήπως θα ήταν καλύτερα να μην έρθω εγώ;» την είδα να σαστίζει.

«Μπέλλα θα περάσουμε τέλεια. φυσικά και θα έρθεις.» βγήκε από το μαγαζί και την ακολούθησα επεξεργάζοντας την πρόταση του Τζάσπερ. Ναι τελικά ίσως να είχε δίκιο. ίσως να γνώριζα κάποιον αύριο που να με έκανε να τον ξεχάσω και τότε πάγωσα από την συνειδητοποίηση των γεγονότων. Για αυτό το έκανε. κάλεσε νωρίτερα τον Τζάσπερ και του είπε να μου κάνει την πρόταση έτσι ώστε να γνωρίσω κάποιον και να σταματήσω να σκέφτομαι τον πανέμορφο νεαρό που είδα το απόγευμα. Ε λοιπόν αυτό θα έκανα. Την ακολουθούσα μουρμουρίζοντας τον ρυθμό του let it snow που ακουγόταν από τα μεγάφωνα.

Θα ήταν η καλύτερη ευκαιρία να περάσω όμορφα Χριστούγεννα αντί να τριγυρίζω εδώ και εκεί ψάχνοντας για κάποιον που δεν θα ξαναέβλεπα ποτέ. βγήκα από το εμπορικό ακολουθώντας την Άλις στο τσουχτερό κρύο. Την ακολούθησα ανάμεσα στα αλλά αυτοκίνητα στο πάρκινγκ. Ήταν χιλιάδες. Την είδα να μπαίνει μέσα στην κίτρινη Πόρσε της. Επιτάχυνα το βήμα μου και βρέθηκα ακριβώς δίπλα στην πόρτα του συνοδηγού. μπήκα μέσα κοιτώντας με ένα βλέμμα που έλεγε ότι είχα καταλάβει το κόλπο τους. Έκανε σαν μην κατάλαβε τίποτα και έβαλε μπροστά το αυτοκίνητο. ξεκινήσαμε και ήμουν πλέον σίγουρη ότι θα σταματούσα να ψάχνω κάποιον που δεν θα ξαναέβλεπα ποτέ.

***
Βοήθησα την Άλις να κουμπώσει το φόρεμα της. Ήταν πανέμορφη. Είχε πιάσει ψηλά τα μακριά μαύρα μαλλιά της με μια διαμαντένια καρφίτσα και φορούσε δυο μακριά σκουλαρίκια με ένα μεγάλο ζαφείρι στο κέντρο. το μαύρο φόρεμα της ήταν λιτό και συγχρόνως εντυπωσιακό. Σε μια ώρα θα συναντούσαμε τον Τζάσπερ στο εστιατόριο και ήμασταν ακόμη στο σπίτι. ήξερα έτσι και αλλιώς πως θα αργούσαμε. Η Άλις δεν έχει ετοιμαστεί ποτέ σε λιγότερο από μια ώρα.

Εγώ ήμουν ακόμα με τα ρούχα που φορούσα και το πρωί που είχαμε βγει ξανά για ψώνια με την Άλις. Είχα καταφέρει να εμποδίσω τον εαυτό μου να κοιτάει για τον νεαρό που είχα δει το χθες απόγευμα. Ακόμα όμως ήλπιζα να πέσουμε ξαφνικά πάνω του. Η Άλις αφού είχε ετοιμαστεί εντελώς αποφάσισε να ασχοληθεί και με το δικό μου ντύσιμο που σύμφωνα με το σχέδιο της ήταν και το πιο σημαντικό αφού μόνο εάν ήμουν πανέμορφη θα γνώριζα κάποιον που θα με έκανε να τον ξεχάσω.

 Αποκάλυψε αργά αργά για να δώσει αγωνία στην όλη υπόθεση το φόρεμα που μου είχε αγοράσει. Ήταν ένα κοντό κόκκινο φόρεμα χωρίς μανίκια. Ήταν πολύ απλό αλλά ακόμα παρέμενε πανέμορφο. Με βοήθησε να το φορέσω. Μου έφτανε περίπου έως τα γόνατα. Έπιασε τα μαλλιά μου σε έναν κότσο με την βοήθεια μια διαμαντένιας φουρκέτας. Κοίταξα τον εαυτό μου στο καθρέπτη που υπήρχε στο μπάνιο της Άλις. ακόμα δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί είχαμε στριμωχτεί στο μικρό μπάνιο. Ήμουν πραγματικά πανέμορφη. Μου φόρεσε ένα κόκκινο κραγιόν και μου έδωσε δυο μαύρα γοβάκια.

«Δεν υπάρχει περίπτωση να τα φορέσω αυτά.» παραπονέθηκα. ήταν πολύ ψηλά για εμένα. εδώ δεν μπορώ καλά καλά να σταθώ με τα παπούτσια που φοράω στην σχολή θα σταθώ με αυτά; Αν πίστευε ότι έτσι θα βρω κάποιον έκανε λάθος. Το πιθανότερο ήταν να πέσω κάτω καθώς προσπαθούσα να μπω στο εστιατόριο.

«Μα Μπέλλα είναι υπέροχα.» μου τα έδωσε στα χέρια. Τα φόρεσα και προσπάθησα να σταθώ. Ήταν πάντως υπέροχα άλλα δεν θα μπορούσα να περπατήσω. Υπενθύμισα στον εαυτό μου ότι έπρεπε να βρω κάποιον και προσπάθησα να τα συνηθίσω. Φόρεσα ένα ασημένιο βραχιόλι και δυο μακριά σκουλαρίκια. Είχαν στο κέντρο ένα κύκλο από λευκόχρυσο που καλυπτόταν από μικρά μπριγιάν. Ήταν πανέμορφα.

«Είσαι υπέροχη.» ανακοίνωσε τελικά και βγήκαμε από το μπάνιο στο δωμάτιο της. το διέσχισα γρήγορα και κάθισα στο καθιστικό μέχρι να βάλει τις τελευταίες πινελιές στο ντύσιμο της. παρατήρησα για λίγο τα στολίδια στο δέντρο. Ήταν πανέμορφα. επιτέλους το πνεύμα των Χριστουγέννων είχε αρχίσει να επιδρά πάνω μου. Η Άλις μπήκε στο δωμάτιο κρατώντας μια μικρή μαύρη δερμάτινη τσάντα φάκελο.

«Ήρθε η ώρα να φύγουμε.» ανακοίνωσε. Αμέσως σηκώθηκα και την ακολούθησα έως το αμάξι. Σε όλη την διαδρομή χάζευα έξω τους στολισμένους δρόμους. Προσπαθούσα να μην κοιτάζω πρόσωπα γιατί έμπαινα στον πειρασμό να δω αν είχαν πράσινα ματια και χαλκοχρυσα μαλλιά. Κοιτούσα περισσοτερο τα στολίδια στους δρόμους τα χιλιάδες μαγαζιά που έσφυζαν από κόσμο και τα εκατομμυρια χριστουεγεννιατικα λαμπιόνια.

Φτάσαμε έξω από το εστιατόριο πριν το καταλάβω. Χιλιάδες πολυτελή αυτοκινητα ήταν παρκαρισμένα έξω. η Άλις πάρκαρε το αυτοκίνητο και βγήκαμε έξω. Το κρύο ήταν τόσο πολύ που σχεδόν δεν μπορουσα να αναπνεύσω. Η Άλις δεν με είχε αφησει να φορέσω κάποιο παλτό πάνω από το φόρεμα επιμένοντας ότι κρύβει το πολύ όμορφο σώμα μου. Μπήκαμε μέσα και αμέσως μια κυρία που καθόταν πίσω από ένα ξύλινο γραφείο στην υποδοχή του εστιατόριου σηκώθηκε να μας πάει στην θέση μας. Διασχίσαμε τις μεγάλες γυάλινες πόρτες που οδηγούσαν στον κυρίως χώρο του εστιατορίου. Είχαν ένα χρυσό πλαίσιο που κατέληγε σε δυο χρυσά πόμολα. Άνοιξε την πόρτα και βρεθήκαμε σε μια μεγάλη σάλα. Τα τραπέζια ήταν χιλιάδες. Μπροστά τους υπήρχαν λευκές πολυθρόνες με κάποιες χρυσές λεπτομέρειες. Ο ήχος από βιολιά ακουγόταν απαλά στο χώρο. Κάποιοι βιολιστές έπαιζαν σε μια μικρή σκηνή στην άλλη γωνιά του δωματίου. Τα παράθυρα ήταν στολισμένα με μερικά κλαδιά ελάτου. Το κρύο τα είχε θολώσει με αποτέλεσμα να μην μπορώ να δω από έξω.

 Η ευγενική κοπέλα χώθηκε ανάμεσα στα τραπέζια οδηγώντας μας στο δικό μας. αντίκρισα γρήγορα το τραπέζι όπου καθόταν ο Τζάσπερ. Είχε τέσσερις θέσεις επιβεβαιώνοντας για ακόμη μια φορά το σχέδιο της Άλις. Περίμεναν να βρω κάποιον και να καθίσει μαζί μου. Μόλις πλησιάσαμε η ευγενική κοπέλα απομακρύνθηκε και συνεχίσαμε μόνες έως το τραπέζι. Η Άλις αμέσως φίλησε απαλά τον Τζάσπερ στα χείλη. Ο Τζάσπερ τράβηξε την καρέκλα και σηκώθηκε μέχρι να καθίσει η Άλις. τράβηξε και την δίκιά μου καρέκλα και αφότου κάθισα κάθισε και εκείνος στο τραπέζι δίπλα στην Άλις. αμέσως το χέρι του βρέθηκε στο δικό της.

«Καλησπέρα Τζάσπερ.» είπα με μια αμυδρή αμηχανία να διακρίνεται στην φωνή μου.

«Τι κάνεις Μπέλλα;» συνέχισε πριν απαντήσω με ένα χαμόγελο να διαγραφετε στην ζεστή φωνή του. «προσέχεις την Άλις;» Η Άλις διπλα του χαμογέλασε και είδα τα μαγουλα της να ροδίζουν ελάχιστα. μια σερβιτόρα μας διέκοψε καθώς ήρθε για να παραγγείλουμε.

«Καλησπέρα.» είπε ευγενικά με μια πολύ ζεστη φωνή. Μας έδωσε τον κατάλογο και απομακρύνθηκε. Κοίταξα τον κατάλογο. Ήταν επενδυμένος με μαύρο δέρμα και οι σελίδες του στολίζονταν με φύλλα χρυσού. Έριξα μια ματια στο μενού. Δεν ήξερα τι να παραγγείλω μιας και τα περισσότερα πιάτα ήταν σε γαλλικές ορολογίες που δεν γνώριζα οποτε το άφησα πάνω στην Άλις. Η σερβιτόρα ήρθε έπειτα από λίγο διακόπτοντα την κουβέντα του Τζάσπερ και της Άλις σχετικά με τη μαύρη τρούφα. Εγώ στο ενδιάμεσο παρατηρούσα τον κόσμο τριγύρω. Δεν ήξερα γιατί το έκανα αν και προσπαθούσα να υπενθυμίζω στον εαυτό μου ότι δεν το έκανα με την ελπίδα να ξαναδώ τον νεαρό. Από το απέναντι τραπέζι ένας νεαρός με καστανά μάτια και ξανθά μαλλιά με κοιτούσε. Γύρισα απότομα το βλέμμα μου στην κοπέλα που σημείωνε την παραγγελία μας.

«'Ένα μπουκάλι ροζέ οίνος του 1992 θα ήταν ότι έπρεπε.» άκουσα την Άλις να λέει εκείνη την στιγμή. Δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία. Δεν ήξερα καν τι παράγγειλε για εμένα. Κοιτούσα την χρυσόσκονη που ήταν σκορπισμένη πάνω στο λευκό αναμμένο κερί στο τραπέζι. γύρω από το κερί υπήρχαν κάποια φύλλα γκι. η κοπέλα έφυγε και βρήκα την ευκαιρία να χαλάσω ελάχιστα το σχέδιο της Άλις.

«Περιμένουμε κάποιον;» είπα δείχνοντας με το βλέμμα μου την κενή θέση δίπλα μου. τους είδα να σαστίζουν και με κοίταξαν με ένα βλέμμα σαν μην ήξεραν τι να απαντήσουν.

«Ε όχι.» είπε η Άλις τελικά με αμηχανία. γρήγορα άλλαξε θέμα επιβεβαιώνοντας τις εικασίες μου σχετικά με το σχέδιο της.

«Σου παράγγειλα πιατέλες με λεμοντέλλο μαύρη τρούφα και προσούτο.» το είπε με έναν ενθουσιασμό σαν να περιέγραφε ένα έδεσμα ισάξιο της αμβροσίας. Τη ν κοίταξα με ένα βλέμμα που κατέστησε σαφές ότι δεν με ενδιάφερε ιδιαίτερα. Έστρεψα το βλέμμα μου ξανά στον ξανθό νεαρό που με κοιτούσε ακόμα μερικά τραπέζια πιο κάτω. Καθόταν μόνος του πίνοντας ένα ποτήρι σαμπάνια.

«Άλις νομίζω αυτός εκεί με κοιτάει.» την είδα να γυρίζει πολύ διακριτικά. Στράφηκε ξανά σε μένα με ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη της.

«Λοιπόν;» είπε παροτρύνοντας με να του κάνω νεύμα και να έρθει κοντά.

«Δεν ξέρω.» είπα τελικά και είδα την σερβιτόρα να έρχεται με ένα μπουκάλι κρασί σώνοντας με. Το άνοιξε δίνοντας τον φελλό στον Τζάσπερ. Τον μύρισε προσεχτικά και έγνεψε. Σέρβιρε μια μικρή ποσότητα σε ένα κρυστάλλινο ποτήρι και άφησε τον Τζάσπερ να δοκιμάσει. Ανακάτεψε λίγο το κρασί στην στόμα του και έγνεψε ξανά. Η κοπέλα σέρβιρε κρασί στο Τζάσπερ εμένα και την Άλις. έπιασα το ποτήρι και δοκίμασα. Είχε μια μικρή οξύτητα. Ήταν πολύ καλό. Προσπάθησα να παρακινήσω την Άλις να μιλήσει για το κρασί και να ξεχάσει τον νεαρό που με κοίταζε όλο και πιο επίμονα τώρα στα μάτια.

«Λοιπόν πως σου φαίνεται το κρασί;» την είδα να επεξεργάζεται λίγο τον τόνο μου αλλά απάντησε με ειλικρίνεια.

«Έχει ένα φρουτώδες χριστουγεννιάτικο άρωμα.» έκανε μια παύση για να δοκιμάσει ξανά και επέστρεψε στο ζήτημα που την ενδιέφερε. «Λοιπόν τι θα κάνεις με τον νεαρό που σε κοιτάζει;» κοίταξα για λίγο τα μικροσκοπικά κομμάτια χρυσόσκονης πάνω στο κερί και ευχήθηκα πιο πολύ από ποτέ να εμφανιζόταν ο νεαρός που είδα χθες το απόγευμα. Δεν μπορούσα να επικεντρωθώ σε αυτόν που με κοιτούσε τώρα λίγα τραπέζια πιο εκεί όταν σκεφτόμουν το πράσινο χρώμα των δικών του ματιών.

«Δεν ξέρω.» είπα και είδα την σερβιτόρα να έρχεται για τελευταία φορά και να αφήνει τα πιάτα στο τραπέζι. Έπιασα το μαχαιροπίρουνο και δοκίμασα μια ταλιατέλα. ήταν υπέροχη. Είχε μια ελαφριά γεύση λεμονιού και διατηρούσε όλη την φρεσκάδα του.

«Είναι πάλι εξαιτίας αυτού που είδες χθες το απόγευμα;» έκανε μια παύση και περίμενε κάτι που να επιβεβαιώνει την πρόταση της. Δεν χρειαζόταν είχε ήδη καταλάβει.«Μπέλλα ξέχνα τον. Δεν πρόκειται να τον ξαναδείς. Κοίτα να περάσεις καλά και ξέχνα κάποιον που επιμένεις ότι ερωτεύτηκες με ένα μόνο βλέμμα.» τα λόγια της με επανέφεραν στην πραγματικότητα. Είχε δίκιο. Την είδα να κόβει με το πιρούνι ένα μικρό κομμάτι γεμιστή γαλοπούλα. Συνέχισα να τρώω τις ταλιετελες. Είχα πείσει πλέον τον εαυτό μου ότι δεν τον ξαναέβλεπα. Έτρεφα όμως ακόμα ελπίδες.

Η ώρα περνούσε και μια έτρωγα μια αφιερωνόμουν στον δυναμικό ήχο των βιολιών και μια κοιτούσα τον νεαρό που με κοιτούσε στα ματιά καθ’ όλη την διάρκεια του γεύματος. Ήλπιζα να τον ξαναδώ. Το ήθελα όσο τίποτε άλλο όμως δεν εμφανίστηκε. Η Άλις είχε δίκιο. Δεν πρόκειται να γίνει σαν τις ρομαντικές κομεντί. Δεν θα εμφανιζόταν.

Κοίταξα την Άλις καθώς μιλούσε στον Τζάσπερ. Τα χείλη τους άγγιξαν για μια ακόμη φορά. Δεν ήξερα τι να κάνω. Τα βιολιά άρχισαν να παίζουν την μελωδία του white christmas. Προσπάθησα να απορροφηθώ από αυτήν άλλα δεν μπορούσα. Ήθελα να πω στην Άλις πως έπρεπε να φύγω αλλά δεν ήξερα πως θα το πάρει. Είχα παραδώσει τα όπλα. Δεν όφειλε να μείνω άλλο εδώ. το μόνο που ήθελα ήταν να τον ξαναδώ. Γιατί όμως;

Δεν πίστευα σε καμιά περίπτωση στο κεραυνοβόλο έρωτα αλλά ένιωθα όμορφα καθώς τον σκεφτόμουν. Έφαγα και την τελευταία ταλιατελα από το πιάτο μου κοιτώντας για μια τελευταία φορά τον νεαρό που με κοιτούσε στα μάτια.

«Με συγχωρείτε.» είπα και σηκώθηκα από την καρέκλα μου. Τους άφησα και πήγα προς το μπάνιο. Είδα την Άλις να με κοιτάει με απορία. Έπειτα από λίγο ήμουν πάνω από τον μεγάλο γρανιτένιο πάγκο στην τουαλέτα. Κοιτούσα τον εαυτό μου στον καθρέπτη. Η Άλις με είχε κάνει πραγματικά όμορφη. Βγήκα έξω με αέρα αυτοπεποίθησης. Έπρεπε να περάσω καλά. Έρχονταν Χριστούγεννα έτσι και αλλιώς. Κάθισα ξανά στην θέση μου και ήπια μια γουλιά από το κρασί μου.

«Μπέλλα είσαι καλά;» ρώτησε η Άλις.

«Μια χαρά.» είπα και κοίταξα για άλλη μια φορά τον νεαρό με τα ξανθά μαλλιά. Έπινε ακόμα ένα ποτήρι σαμπάνια και με κοιτούσε στα μάτια.

Έκανα να γνέψω γεμάτη αυτοπεποίθηση όταν όλα γύρω μου πάγωσαν. Ο χρόνος σταμάτησε. Τα δευτερόλεπτα δεν κυλούσαν πλέον. Όλος ο χρόνος είχε σταματήσει μπροστά του. Ο νεαρός με τα πυρρόξανθα μαλλιά και τα πράσινα μάτια μπήκε στην αίθουσα.

Ήταν εντελώς μόνος. Ένιωσα την καρδιά μου να σταματάει. Δεν θα περίμενα ποτέ να τον ξαναδώ στην ζωή μου. Η Άλις με κοίταξε με απορία. Ακολούθησε το βλέμμα μου και έπεσε πάνω του. Την είδα να κοιτάει με περιέργεια. Εγώ όμως είχα μαγνητιστεί από εκείνον. Τον είδα να γυρίζει και με κοίταξε στα μάτια. Ένιωσα ρεύμα να διαπερνάει το βλέμμα μας. Τον είδα να ξαφνιάζεται. Με θυμόταν. Το ποτήρι με το κρασί γλίστρησε από το χέρι μου και προσγειώθηκε στο πάτωμα. Το κρύσταλλο έσπασε.

Εγώ όμως δεν ασχολήθηκα δευτερόλεπτο. Τον κοιτούσα στα μάτια. Οι ευχές μου είχαν πραγματοποιηθεί. Το χριστουγεννιάτικο τραγούδι που ακουγόταν από τους βιολιστές τώρα στην αίθουσα με έκανε να βυθιστώ μέσα στην ευτυχία.

«Τον ξέρεις;» ρώτησε η Άλις με απορία. Αν και ήμουν σίγουρη ότι είχε καταλάβει.

«Άλις ο νεαρός που είδα χθες το απόγευμα.» δεν μπορούσα ακόμα να το πιστέψω ούτε εγώ. Γύρισα ξανά το βλέμμα μου προς αυτόν. Με κοιτούσε ακόμα σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί από που με ξέρει η σαν να είχε εκπλαγεί που με ξαναέβλεπε. Και τότε κατάλαβα.

Ακόμα και να τον ξαναέβλεπα δεν σήμαινε ότι εκείνος ένιωθε κάτι για μένα. Καλά καλά ούτε εγώ δεν ήξερα. Αποκλείεται να υπάρχει έρωτας με την πρώτη μάτια. Η Άλις είχε δίκιο. Τον είδα να κάθεται σε ένα τραπέζι και ένιωσα ελαφρώς απογοητευμένη. Δεν είχα καταλάβει ότι να τον ξαναδώ δεν σήμαινε απαραίτητα και κάτι. Έπιασα ένα άλλο ποτήρι και έβαλα λίγο κρασί. Το πήρα και κοίταξα την Άλις.

«Έτσι θα μείνεις;» ρώτησε με περιέργεια. «Δεν θα πας να του μιλήσεις;»

«Ούτε καν τον ξέρω. Ίσως τελικά να είχες δίκιο. Δεν πιστεύω στον έρωτα με την πρώτη ματιά. Αποκλείεται να νιώθει έστω το παραμικρό για μένα. Και το ίδιο θα έπρεπε να συμβαίνει και με εμένα.» τέλειωσα την πρόταση μου με πικρία στο στόμα μου. Την είδα να σαστίζει. Είχα και εγώ σαστίσει. Δεν περίμενα αυτήν την αντίδραση.

Ήθελα τόσο να τον δω που δεν είχα υπολογίσει τα υπόλοιπα. Τον παρακολούθησα να σηκώνεται και να έρχεται προς το μέρος μας. Η καρδιά μου σταμάτησε να χτυπά. Μου μίλησε και έμεινα να τον κοιτάζω άφωνη. Η φωνή του ήταν μαγευτική.

«Νομίζω ότι από κάπου σε γνωρίζω.» δεν ήξερα τι να απαντήσω. Κοίταξα την Άλις. Χαμογελούσε.

«Ναι νομίζω σε είδα χθες το απόγευμα από μακριά.» δεν μπορούσα να πιστέψω ότι με θυμόταν. Άρχισα να τρέφω ελπίδες ότι είχε νιώσει το ίδιο.

«Σε πειράζει να καθίσω;» κοίταξε πρώτα εμένα και έπειτα την Άλις και τον Τζάσπερ.

«Ε όχι παρακαλώ.» προσπάθησα με μικρή επιτυχία να κρατήσω την φωνή μου ανέκφραστη.

«Με λένε Έντουαρντ.» είπε και μου έτεινε το χέρι του. Το είδα να μένει μετέωρο μπροστά μου και δεν ήξερα τι να κάνω. Το έσφιξα και είπα μουρμουρίζοντας το όνομα μου.

«Μπέλλα.» με κοίταξε για λίγο και έπειτα στράφηκε στην Άλις και τον Τζάσπερ. Δεν πρόσεξα καθώς συστήνονταν. Κοιτούσα το δέρμα του, τα χείλη του, το πράσινο χάος των ματιών του.

Πως περνούσε κάθε λίγο μέσα από τα μαλλιά του τα δάχτυλα του. Η ευχή μου είχε πραγματοποιηθεί. Κοίταξα ξανά την χρυσόσκονη γύρω από το κερί και σκέφτηκα ότι ήταν μαγική. Όχι μαγική ήταν μόνο η στιγμή που περνούσα τώρα.

Έστρεψε ξανά το βλέμμα του προς τα εμένα.

«Λοιπόν Μπέλλα. Σπουδάζεις;»

«Ε ναι.» ψιθύρισα σχεδόν στην προσπάθεια μου να μην δείξω τον ενθουσιασμό που ξεχείλιζε μέσα από την φωνή μου. Χτύπησε το κινητό του.

«Με συγχωρείτε.» απάντησε και περίμενα για ένα λεπτό μέχρι να τελειώσει. «Λυπάμαι πρέπει να φύγω.» αμέσως απογοήτευση κατέκλυσε κάθε κύτταρο του κορμιού μου.

«Ορίστε το τηλέφωνο μου.» έβγαλε ένα στυλό και το έγραψε πάνω σε ένα κομμάτι χαρτί που έβγαλε από την τσέπη του. Έπιασα το χαρτάκι και το έβαλα στην τσέπη μου. Δεν μπόρεσα να μην κάνω χιούμορ καθώς έφευγε προσπαθώντας παράλληλα να κρύψω την θλίψη μου.

«Κουβαλάς πάντα μαζί σου ένα στυλό και ένα χαρτί για αυτήν την περίπτωση;» τον είδα να χαμογελάει. Όλο του το πρόσωπο φωτίστηκε.

«Ε όχι απλά επειδή ήξερα ότι μετά θα έπρεπε να πάω σε αυτήν την δουλειά..

Χαμογέλασε ξανά. «Λυπάμαι πρέπει να φύγω. Καλό βράδυ.»

«Θα τα πούμε.» ψιθύρισα.

«Πάρε με αύριο το βράδυ.» απάντησε καθώς απομακρυνόταν από το τραπέζι μας.

«Λοιπόν.» είπε περιπαίχτηκα η Άλις.

«Τώρα πιστεύεις στις ρομαντικές κομεντί;»

«Άλις έτυχε.» δικαιολόγησα αν και δεν τον πίστευα ούτε εγώ. Ήταν σαν να είχε γίνει το θαύμα των Χριστουγέννων. «Δεν ξέρω καν τι κάνει εδώ, γιατί ήρθε και μου μίλησε, αν δουλεύει, την ηλικία του.» Συνειδητοποίησα ότι δεν ήξερα σχεδόν τίποτα για αυτόν.

«Ξέρεις όμως σίγουρα ένα πράγμα.» έκανε μια παύση και συνέχισε. «Είναι ερωτευμένος μαζί σου.»

1 σχόλια:

alexia είπε...

πολύ ωραίο Gerrako μου!!! Ανυπομονούσα όλη την ωρα να συναντηθούν επιτέλους!!!! θα επιστρέψω για την συνέχεια!!