BLOGGER TEMPLATES - TWITTER BACKGROUNDS »
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Christmas Gold Dust. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Christmas Gold Dust. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011

Christmas Gold Dust

                                           

                                              
                                                 2o Mέρος
                                        Αντίστροφη Mέτρηση


Bellas POV
Τα λόγια της Άλις αντηχούσαν ακόμα μέσα στο κεφάλι μου. Ήμουν ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου κοιτώντας την ξύλινη οροφή. Ακόμα δεν μπορούσα να πιστέψω ότι μια ώρα πριν τον είχα δει. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι τον είχα ξαναδεί.

Το βλέμμα μου έπεσε στο ξύλινο κομοδίνο όπου το χαρτάκι με το τηλέφωνο του ξάπλωνε δίπλα μου και ανέμενε να πληκτρολογήσω τον αριθμό. Αύριο το βράδυ θα τον ξαναέβλεπα. Δεν ήξερα πραγματικά εάν όταν με κοιτούσε ένιωθε το ίδιο συναίσθημα που χόρευε κάτω από την δική μου ψυχή, αλλά γιατί η Άλις να πιστέψει ότι είναι ερωτευμένος μαζί μου;

Κοίταξα τον νυχτερινό ουρανό έξω από το παράθυρο. Κάποιες χιονονιφάδες έπεφταν απαλά στο τζαμί του παράθυρου. Προσπάθησα να επικεντρώσω το βλέμμα μου στον παράξενο χορό τους και να τον αφήσω να με αποκοιμίσει αλλά δεν μπορούσα να το κάνω. Όσο σκεφτόμουν ότι θα τον ξαναδώ και ότι υπήρχε έστω και μια παραμικρή περίπτωση να νιώθει το ίδιο που νιώθω και εγώ.

Η λογική έλεγε ότι είναι παράλογο. Ότι δεν γίνετε να είμαι ερωτευμένη με έναν άνθρωπο που ξέρω μόλις δυο ημέρες. Που δεν ξέρω τίποτα για αυτόν. Αλλά η ψυχή μου διαφωνούσε με την λογική.

***

Το πρωί η μυρωδιά από κάτι που ψηνόταν στην κουζίνα με ανάγκασε να σηκωθώ από το κρεβάτι. Ο ήλιος έξω είχε μόλις αρχίσει να βγαίνει. Όλη την νύχτα δεν είχα κοιμηθεί δευτερόλεπτο. Έπρεπε σήμερα να ξεκουραστώ αν ήθελα να μην αποκοιμηθώ στο ταξί καθώς θα πήγαινα να συναντήσω τον Έντουαρντ σήμερα το βράδυ. Στην ανάμνηση του ονόματος του ένιωσα ένα κόμπο να σφίγγεται στο στομάχι μου.

Βγήκα από το δωμάτιο και πήγα προς την κουζίνα. Η Άλις ανακάτευε μια κρέμα σε ένα μπολ και παράλληλα κοιτούσε κάτι που ψηνόταν στον φούρνο. Μύριζε σαν χοιρινό με κάποια γλυκιά σάλτσα.

«Καλημέρα.» είπε τραγουδιστά δίνοντας μου το αλεύρι. Άνοιξα το κρυστάλλινο βάζο και άρχισα να ρίχνω στην κρέμα που ανακάτευε.

«Τι θα κάνεις απόψε;» με ρώτησε κάνοντας μου παράλληλα νόημα να σταματήσω να ρίχνω αλεύρι γιατί η κρέμα είχε αρχίσει να σβολιάζει.

«Εσύ τι λες;» έκανα μια παύση και λες και υπήρχε περίπτωση να απαντήσει στην αυτονόητη ερώτηση μου και συνέχισα. «Θα του τηλεφωνήσω και θα πάμε κάπου για ένα ποτό.» Το είπα υπερβολικά ενθουσιασμένη και συνέχισα να μιλάω διακόπτοντας αυτό που ετοιμαζόταν να πει. «Η απορία είναι τι θα κάνεις εσύ το βραδύ;»

Τέλειωσα την ερώτηση μου τονίζοντας υπερβολικά την λέξη εσύ. Αγνόησε την ερώτηση και συνέχισε αυτό που ετοιμαζόταν να πει πριν την διακόψω.

«Το μεσημέρι θα πρέπει να μαγειρέψεις εσύ. Εγώ δεν έχω χρόνο να μας μαγειρέψω. Πρέπει να ετοιμάσω το δείπνο. Θα καλέσω τον Τζάσπερ για φαγητό.» άφησε την φωνή της να ανέβει μια οκτάβα ανακοινώνοντας τον ενθουσιασμό της.

Ακούμπησε στο πάγκο το μπολ με την κρέμα και έπιασε ένα ταψάκι. Άρχισε να ρίχνει μέσα την κρέμα. Έφυγα από την κουζίνα και κάθισα στο καθιστικό. Δεν είχα ιδέα τι να κάνω για να περάσω την μέρα μέχρι επιτέλους το βράδυ να τον συναντήσω. Τελικά κατέληξα να περάσω την μέρα βοηθώντας την Άλις με την μαγειρική. Τουλάχιστον είχα τα χέρια μου απασχολημένα.

***

Βγήκα από το ταξί αφήνοντας και παραπάνω φιλοδώρημα. Παραπάτησα για λίγο στο πεζοδρόμιο προσπαθώντας να ισορροπήσω πάνω στις πανύψηλες γόβες που μου είχε φορέσει η Άλις με το ζόρι σχεδόν. Κοίταξα τον δρόμο αναζητώντας το bar που θα συναντιόμασταν. Ήταν κοντά στην παναγία των Παρισίων. Κοίταξα τον επιβλητικό καθεδρικό και κατευθύνθηκα προς ένα στενάκι δίπλα. Το bar με περίμενε χωμένο μέσα σε ένα μικρό στενό.

Μπήκα μέσα κοιτώντας το πλήθος που χόρευε στην αίθουσα. Ήταν σαν μια συμπαγής μάζα που χοροπηδούσε στον ρυθμό της μουσικής. Αναζήτησα με το βλέμμα μου τον Έντουαρντ καθώς άφηνα στην υποδοχή το λευκό παλτό μου. Δεν μπορούσα να διακρίνω τίποτα περισσότερο από τον κόσμο που στριμωχνόταν για να χορέψουν. Το λιγοστό φως ερχόταν από μια μπάλα της ντίσκο που γυρνούσε συνεχώς στην οροφή.

Χώθηκα μέσα στο πλήθος προσπαθώντας να το διαπεράσω και παράλληλα να ισορροπήσω πάνω στις γόβες. Παραπάτησα και κατέληξα στο πάτωμα. Σηκώθηκα με πολύ δυσκολία ισιώνοντας το κόκκινο φόρεμα μου. Έσκυψα και έβγαλα τις γόβες μου. Τις κράτησα στα χέρια και ξυπόλητη πλέον πήγα προς της μπάρα. Ένας νεαρός που ανακάτευε κοκτέιλ με χαιρέτησε μόλις κάθισα σε μια από τις ψηλές καρέκλες που πλαισίωναν τον μακρύ πάγκο. Κοίταξα τριγύρω αναζητώντας τα πράσινα μάτια του αλλά δεν μπορούσα να διακρίνω τίποτα περισσότερο από μορφές.

Είδα κάποιον να με πλησιάζει. Κάθισε δίπλα μου και με κοίταξε σαν να ετοιμαζόταν να με φάει. σηκώθηκα και κάθισα πιο πέρα. Και τότε τον είδα να μπαίνει. Κάθε φορά που τον αντίκριζα ήταν σαν ο χρόνος να σταματούσε. Μπορούσα να δω τις μορφές σταματημένες στο αέρα καθώς ετοιμάζονταν να πέσουν στο έδαφος έπειτα από ένα ακόμα χοροπηδητό στον ρυθμό της μουσικής.

Το μόνο που είχε σημασία ήταν τα χαλκόχρυσα μαλλιά του καθώς ανέμιζαν πλησιάζοντας με. Το αχανές βάθος στα πράσινα μάτια του. Ήρθε και κάθισε δίπλα μου μην μπορώντας να μιλήσει για ένα δευτερόλεπτο. Όπως και εγώ έτσι και εκείνος δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη σαν να είχε μαγευτεί από την ίδια του την ομορφιά. Τα λόγια τη Άλις πέρασαν για ένα δευτερόλεπτο από το μυαλό μου. Αν δεν μπορούσε να μιλήσει μαγεμένος από την δίκια μου ομορφιά στα δικά του μάτια;

Αποκλείεται να ήταν ερωτευμένος μαζί μου είπα στον εαυτό μου ξανά και ξανά επαναφέροντας τον στην πραγματικότητα. Τον άφηνα ξανά να τρέφει φρούδες ελπίδες.

«Λοιπόν;» κατάφερα να ψελλίσω.

«Γεια σου Μπέλλα.» είπε το όνομα μου αργά σαν να μην ήθελε να το αφήσει να πέσει από τα χείλη του. «Λοιπόν σήμερα θα μπορέσω να μάθω περισσότερα για εσένα. Ή το αντίστροφο.» είπε χαμογελώντας.

«Λοιπόν εγώ σπουδάζω στο Παρίσι. Τώρα θα κλείσω το τρίτο έτος. Εσύ δουλεύεις κάπου;» Δε απάντησε αμέσως. Σαν να δίσταζε, σαν να είχα θίξει την μόνη ερώτηση που δεν μπορούσε να απαντήσει. Ή απλά σαν να κατάταξε τις σκέψεις στο μυαλό του.

Κοίταζε τα ποτά πίσω από τον πάγκο καθώς μιλούσε. Σαν να φοβόταν να με κοιτάζει στα μάτια. «Σπουδάζω και εγώ.» είπε τελικά.

«Εδώ στο Παρίσι;» ρώτησα αμέσως. Τον είδα να με κοιτάζει λίγο σαν να φοβόταν να μιλήσει αλλά τελικά άρθρωσε τις λέξεις. Με χτύπησαν σαν την πιο δυνατή χιονοθύελλα που έχει περάσει ποτέ από την γη.

«Δεν σπουδάζω στο Παρίσι Μπέλλα.» τον κοίταξα στασιασμένη πονώντας ακόμα από την χιονοθύελλα που είχε ξεσπάσει πάνω μου.

«Που σπουδάζεις;» κατάφερα να ψιθυρίσω.

«Στην Νέα Υόρκη.» είπε αμέσως σαν να ήθελε να το βγάλει από μέσα του. Τον κοίταξα σαστισμένη. Το βλέμμα μου έμεινε πάνω στα χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια που ήταν πλεγμένα γύρω από την κουπαστή που πλαισίωνε τον πάγκο.

«Δηλαδή είσαι εδώ μόνο για λίγο εννοώ σαν τουρίστας;» τα λόγια με πονούσαν καθώς έβγαιναν από τα χείλη μου. Κάθε λέξη χτύπησε μέσα μου με δύναμη.

«Όχι ακριβώς. Είμαι εδώ για δυο μήνες. Ήρθα για κάποια εργασία σχετικά με την σχολή.» έκανε μια παύση αφήνοντας το χρόνο να κυλήσει σαν δροσερό ρυάκι μέσα από τα λόγια που θα επακολουθούσαν ξεπλένοντας τα. «Θα φύγω πίσω για την Νέα Υόρκη την παραμονή πρωτοχρονιάς.» Τα λόγια με το ζόρι βγήκαν μέσα από τα δόντια του.

Σε λιγότερο από δυο εβδομάδες ψιθύρισα στον εαυτό μου για να χωνέψει καλύτερα ότι το θαύμα των Χριστουγέννων είχε γίνει ήδη μια φορά. Τον είχα ξαναδεί. Θα ήταν παράλογο στην ισορροπία μεταξύ της τάξης των πραγμάτων να ξανασυμβεί.

«Δηλαδή μετά θα φύγεις;»

«Ναι.» ψιθύρισε. Έγνεψα αποφασιστικά στον εαυτό μου. Θα ζούσα την κάθε στιγμή αφήνοντας την σκέψη ότι θα έφευγε θαμμένη στο μυαλό μου.

«Και-» προσπάθησα να βρω ένα θέμα για να αλλάξω κουβέντα. «Έχεις αδέρφια;»

«Ναι έχω έναν αδερφό τον Έμετ. Ζει με του γονείς μου Έσμι και Καρλάιλ στο Λονδίνο.» Το είπε με χαρά που είχαμε αλλάξει επιτέλους κουβέντα.

Η βραδιά κύλησε πολύ ευχάριστα. Από την στιγμή και έπειτα που είχα θάψει πολύ βαθιά μέσα μου το γεγονός ότι μας απόμεναν δυο εβδομάδες όλα ήταν υπέροχα.

***

Γύρισα το κλειδί στην κλειδαριά. Από μέσα ακουγόταν θόρυβος. Άνοιξα την πόρτα και άφησα την ζεστασιά του σπιτιού να με κατακλείσει. Στα χείλη μου είχα ακόμα την γλύκα μιας μοναδικής βραδιάς. Όσο ήταν θαμμένο βεβαία μέσα μου το γεγονός ότι απέμεναν δυο εβδομάδες.

Έκλεισα πίσω μου την πόρτα και ανέβηκα την σκάλα. Είδα την Άλις στην τραπεζαρία να μαζεύει δυο κεριά.

«Πως πήγε;» ρώτησα. Την είδα να ξαφνιάζεται. Δεν είχε καταλάβει ότι είχα επιστρέψει.

«Εγώ θα έπρεπε να το ρωτήσω αυτό.» είπε με ένα χαμόγελο στα χείλη της.

«Υπέροχα.» είπα. Το χαμόγελο πάγωσε στα χείλη μου. Θα έφευγε σε δυο εβδομάδες. Η σκέψη δεν μπόρεσε να μείνει άλλο θαμμένη μέσα στο μυαλό μου. ξεπήδησε καταστρέφοντας την όμορφη γεύση της βραδιάς.

«Δηλαδή σχεδόν.»

«Τι συνέβη;» ρώτησε η Άλις αφήνοντας ξανά στο τραπέζι τα πιάτα που είχε μόλις σηκώσει.

«Λοιπόν περάσαμε υπέροχα. Συζητήσαμε για όλα τα ενδιαφέροντα μας έμαθα πολλά για αυτόν.» τελείωσα την πρόταση αφήνοντας την ανολοκλήρωτη.

«Σπουδάζει;» ρώτησε με ενθουσιασμό η Άλις. Δεν απάντησα κοίταξα για λίγο το πάτωμα και έπειτα την κοίταξα στα μάτια.

«Ναι.» είπα τελικά εντελώς κοφτά και κοιτάζοντας ξανά το πάτωμα.

«Τι σπουδάζει;» συνέχισε η Άλις τις ερωτήσεις γεμάτη ανυπομονησία. Δεν απάντησα. Έκλεισα σφιχτά τα μάτια και προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου πως όλα τελειώνουν εδώ. Σε δυο εβδομάδες δεν θα ήταν εδώ πλέον.

«Άλις σε δυο εβδομάδες θα φύγει.» η φωνή μου έσπασε στο τέλος και με τα δάκρυα να αυλακώνουν τα μάγουλα μου συνέχισα «Σπουδάζει στην Νέα Υόρκη.» την είδα να με κοιτάει σαστισμένη. Ήρθε και έβαλε τα χέρια της γύρω από τους ώμους μου.

«Μπέλλα δεν πειράζει έτσι και αλλιώς ούτε καν τον ξέρεις. Απορώ πως έστω πίστεψες ότι τον έχεις ερωτευτεί με μια μόνο ματιά.

Η Άλις είχε δίκιο. Αποδεικνυόταν για μια ακόμη φορά πως οι ρομαντικές κομεντί έκαναν λάθος. Ακόμα και αφού τον είχα συναντήσει ξανά ακόμα και αν ήταν ερωτευμένος μαζί μου όπως πιστεύει η Άλις θα ερχόταν κάποιο εμπόδιο να καταστρέψει το παραμύθι. Απελευθερώθηκα από τα χέρι της και πήγα στο καθιστικό. Κάθισα στον καναπέ και κοίταξα τα λαμπιόνια καθώς αναβόσβηναν γύρω από τα κλαδιά.

Τα μάτια μου θόλωναν από τα δάκρυα. η Άλις δεν ήρθε να με παρηγορήσει. Ήξερε πως θα το έκανε χειρότερο. Δεν μπορούσα να αφήσω αυτό να με στεναχωρήσει. Θα ζούσα την κάθε στιγμή μαζί του και όταν έφευγε θα ήταν μόνο μια ευχάριστη ανάμνηση. Η πιο ευχάριστη της ζωής μου.

Το κινητό μου δονήθηκε στην τσέπη μου αποσπώντας με από τις σκέψεις μου. Κοίταξα την αναγνώριση κλήσης. Ο αριθμός του. Σκούπισα με το λευκό παλτό μου τα δάκρυα μου και τίναξα μακριά από τα πόδια μου τα γοβάκια.

«Παρακαλώ;»

«Ε Μπέλλα ξέρεις-» δεν ολοκλήρωσε την πρόταση σαν να δίσταζε. Συνέχισε αργά αργά ζυγιάζοντας την κάθε λέξη. «Σκεφτόμουν αν θέλεις και δεν έχεις κάτι καλύτερο να κάνεις να συναντηθούμε αύριο ξανά.»

«Φυσικά.» απάντησα εμφανώς ενθουσιασμένη. «θα τα πούμε αύριο στις δέκα.» έκλεισα το τηλέφωνο και ξάπλωσα στον καναπέ. Αυτό θα έκανα. Θα ζούσα την κάθε στιγμή. Ακόμα και όταν του μιλούσα ένιωθα αυτόν τον ηλεκτρισμό να περνάει από μέσα μου. Έπρεπε να το παραδεχτώ. Ήμουν ερωτευμένη μαζί του. Αποκοιμήθηκα αφήνοντας τον ρυθμό των λαμπιονιών καθώς αναβόσβηναν να με νανουρίσει.

***

Οι επόμενες μέρες μέχρι και την παραμονή Χριστουγέννων κύλησαν ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Κάθε βράδυ συναντιόμασταν στο bar και ένιωθα όλο και πιο ερωτευμένη μαζί του. Είχα σφραγίσει ερμητικά την σκέψη ότι μας απόμεναν δυο εβδομάδες και απλά απολάμβανα την κάθε απλή στιγμή. Σύμφωνα με όσα περιέγραφα στην Άλις επέμενε ότι και εκείνος είναι τρελά ερωτευμένος μαζί μου. Κάθε στιγμή που περνούσε πίστευα ακόμα περισσότερο στις ρομαντικές κομεντί. Είχαμε γίνει οι καλύτεροι φίλοι. Ίσως και κάτι παραπάνω. Αν και ακόμα δεν είχα τολμήσει να του πω πως ένιωθα για εκείνον. Ακόμα δεν ήμουν ούτε εγώ σίγουρη.

Έτσι κύλησαν όλες οι μέρες μέχρι και την προπαραμονή Χριστουγέννων. Καθόμασταν στο bar πίνοντας δυο κοκτέιλ φράουλα. Για μια ακόμη φορά επέμεινε να πάρει ότι και εγώ και πλήρωσε αυτός στο τέλος.

«Αύριο τι θα κάνουμε;» ρώτησα με το βλέμμα μου καρφωμένο στην άβυσσο των δικών του πράσινων ματιών. «Σκεφτόμουν να κάνουμε κάτι πιο ιδιαίτερο μιας και είναι παραμονή Χριστουγέννων.» συμπλήρωσα.

«Θέλεις να πάμε κάπου να φάμε;» ρώτησε.

«Όχι σκεφτόμουν κάτι πιο ζεστό. Μπορούμε να καθίσουμε στο σπίτι μου στον καναπέ και να δούμε κάποια ταινία.» Η Άλις έτσι και αλλιώς είχε κανονίσει να βγει με τον Τζάσπερ οπότε το σπίτι θα ήταν άδειο.

«Ωραία λοιπόν θέλεις να περάσω αύριο από το σπίτι σου κατά τις εννέα;» ρώτησε και δεν μπόρεσε να κρύψει μια νότα ενθουσιασμού που χόρευε στην φωνή του. Έβγαλα το χαρτί που είχε γράψει το τηλέφωνο του την βραδιά στο εστιατόριο και σημείωσα με ένα στύλο την διεύθυνση. Πήρε το χαρτάκι και το έβαλε στην τσέπη του.

Από εκείνο το δευτερόλεπτο και μετά μέχρι και να του ανοίξω την πόρτα το επόμενο βράδυ η ανυπομονησία ήταν το κυριότερο συναίσθημα που ένιωθα. Μόλις άνοιξα την πόρτα αντίκρισα τα υπέροχα ρούχα που φορούσε. Ένα λευκό λιτό πουκάμισο και ένα τζιν παντελόνι. Με ακολούθησε ανεβαίνοντας την σκάλα. Καθίσαμε στον καναπέ. πήρα το χειριστήριο δίνοντας εντολή να αρχίσει η ταινία.

Είχα νοικιάσει εκείνο το πρωί το christmas carol. Στην αρχή δεν παρακολουθούσα. Το βλέμμα μου είχε μαγνητιστεί από το αχανές βάθος των ματιών του. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι θα έφευγε σε λιγότερο από μια εβδομάδα. Την παραμονή πρωτοχρονιάς. Σχεδόν σε πέντε μέρες. Γύρισα ξανά το βλέμμα μου προς την οθόνη διώχνοντας με το ζόρι αυτήν την σκέψη από μέσα μου. Προσπάθησα να παρακολουθήσω τον πρωταγωνιστή καθώς μιλούσε σε ένα άλλο πρόσωπο αλλά δεν μπορούσα να προσέξω την εικόνα που προβαλλόταν στην οθόνη όταν ένιωθα την ζέστη του κορμιού του δίπλα μου. Απέμεναν πέντε μέρες. Θα της έκανα τις πιο ευτυχισμένες στην ζωή μου.

Μην ξέροντας τι θα μπορούσα να προκαλέσω με τα λόγια μου στο εαυτό μου όταν θα έφευγε άρθρωσα τις λέξεις.

«Έντουαρντ.» γύρισε να με κοιτάξει. άρθρωσα τις λέξεις μην αντέχοντας να τις κρατάω άλλο. «Σ' αγαπώ.» οι λέξεις αιωρήθηκαν στον αέρα. Με κοίταξε. Δεν μιλούσε αλλά μπορούσα να δω μια μικρή στιγμιαία σπίθα να πετάγεται ανάμεσα σε εκείνη την άβυσσο του πράσινου στα μάτια του. Έπειτα με το βλέμμα του έδειξε την οροφή.

Ένα κλαδί από γκι κρεμόταν από ένα δοκάρι της ξύλινης στέγης. Δεν μίλησε. Απλά με πλησίασε και τα χείλη του ανεπαίσθητα άγγιξαν τα δικά μου. Ρούφηξα την γλυκιά αίσθηση που ένιωθα καθώς τον φιλούσα. τα χείλη μας είχαν γίνει ένα. Απομακρύνθηκε και κάρφωσε το βλέμμα του στο δικό μου. Ένιωσα τα μάγουλα μου να καίνε και η ζέστη των χειλιών του χάιδευε ακόμη τα δικά μου. Η Άλις είχε δίκιο. Ήταν ερωτευμένος μαζί μου.

Τα χείλη μας ενώθηκαν ξανά και με τα δάχτυλα του απαλά σαν να φοβόταν μην με πληγώσει έβγαλε το κόκκινο πουλόβερ που φορούσα. Τα δάχτυλα μου βρέθηκαν να παίζουν με τα κουμπιά του πουκαμίσου του. Το ξεκούμπωσα τελείως και το έβγαλα από πάνω του. Η θέα του γυμνού κορμιού του με μάγεψε. Τα χείλη μου απομακρύνθηκαν από τα δικά του και χάζεψα το μοναδικά σμιλεμένο του σώμα.

Συνεχίζοντας να φιλάω με πάθος τα χείλη του ξεκούμπωσα το εσώρουχο μου. Το αφαίρεσα με απλές κινήσεις χωρίς να δίνω σημασία στο τι έκανα. Σημασία τώρα είχε μόνο εκείνος και τα χείλη του που άγγιζαν με αγάπη τα δικά μου. Φορώντας πλέον μόνο το τζιν μου όπως και εκείνος άφησα τον έαυτο μου να κολλήσει πάνω του. Ένιωθε και ένιωθα κάθε πτυχή του σώματος μας καθώς αγγιζόταν. Σχεδόν είχαμε γίνει ένα.

Ξεκούμπωσα το τζιν μου και το πέταξα χωρίς να κοιτάω στο πάτωμα. Σταμάτησα να τον φιλάω και άφησα το χνότο μου να χαϊδέψει τον λαιμό του. Με κοίταξε και άρθρωσε την πρώτη λέξη που άκουσα από τα χείλη του από την στιγμή που οι λέξεις σ' αγαπώ βγήκαν από τα δικά μου.

«Κι εγώ.» το είπε με λιτότητα σαν να το ήξερε πολύ καιρό. Σαν να το ήξερε από την πρώτη στιγμή που τον συνάντησα. Από όταν έγραψε με καλλιγραφικά γράμματα τον αριθμό του πάνω στο μικρό χαρτάκι που έβγαλε από την τσέπη του. Από όταν με άκουσε να αρθρώνω δυνατά τα συναισθήματα που και εκείνος ένιωθε, επιβεβαιώνοντας ότι νιώθω το ίδιο με αυτόν. Με είχε προειδοποιήσει ότι θα φύγει πληγώνοντας τον ίδιο του τον εαυτό φοβούμενος μην πληγώσει έμενα.

Η ζεστή του ανάσα χτύπησε πάνω μου καθώς άρθρωσε αυτές τις μοναδικές λέξεις. Είδα τα δάχτυλα του να ξεκουμπώνουν το παντελόνι του. Το έβγαλε και χωρίς να μιλήσει αφαίρεσε τελείως και το εσώρουχο του αφήνοντας το γυμνό σώμα του τελείως ακάλυπτο. Το βλέμμα μου χάιδεψε το σώμα του στο παραμικρό σημείο. Κόλλησα περισσότερο το σώμα μου πάνω του και ένιωσα μέσα από το λεπτό ύφασμα του εσώρουχου, την επιθυμία μου για εκείνον να εκδηλώνεται.

Τα δάχτυλα μου άγγιξαν την δαντέλα και τον παρακάλεσα με το βλέμμα μου να αφαιρέσει το εσώρουχο μου. Έπιασε απαλά με τα χέρια του τα δικά μου και το κατέβασε μέχρι κάτω πετώντας το στο πάτωμα. Κόλλησα το κορμί μου πάνω του και άγγιξα απαλά τα χείλη του με το δάχτυλο μου. Τα δικά μου χείλη έδωσαν ένα απαλό φιλί στον λαιμό του και άρχισα να καταβαίνω με τα χείλη μου αγγίζοντας κάθε σημείο του σμιλεμένου σώματος του. Μόλις έφτασα λίγο πιο πάνω από το αφαλό απομακρύνθηκα και του έδωσα ένα ακόμα απαλό φιλί στον λαιμό.

Το φύλο μου άρχισε ήδη να αναζητεί το δικό του και ένιωσα το συναίσθημα που περνούσε ανάμεσα από τα βλέμματα μας την πρώτη φορά που τον είδα, να διατρέχει ολόκληρο το κορμί μου. Τον ποθούσα όσο τίποτε άλλο. Πριν αγγίξω ξανά τα χείλη του ευχήθηκα, έχοντας προσηλωμένο το βλέμμα μου στην χρυσόσκονη που στόλιζε τα κλαδιά του χριστουγεννιάτικου δέντρου για να μην αποπροσανατολιστώ από το βλέμμα του, να πάγωνε ο χρόνος.

Να έμενα εκεί κολλημένη στην αγκαλιά του νιώθοντας την θέρμη του σώματος του να αγκαλιάζει το δικό μου. Όταν θα έφευγε και εγώ θα έμενα πίσω θα περνούσα τις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής μου. Γιατί θα πονούσα που τον έχασα. Ο πόθος συγκλόνισε τις σκέψεις μου και άφησα τον εαυτό μου να τον αποζητήσει. Η ευχή μου ακουγόταν ακόμα μέσα στο κεφάλι μου καθώς του έδινα ένα φιλί για να τον ενθαρρύνω να συνεχίσει.

Τα φύλα μας ενώθηκαν σαν να ήταν φτιαγμένα ακριβώς για αυτό. Ένιωσα την θέρμη συνδυασμένη με ένα ηλεκτρικό κύμα, σαν να με χτύπησε κεραυνός, να διαπερνάει το κορμί μου. Ξάπλωσα πίσω ακλουθώντας στις κινήσεις του σώματος του καθώς έμπαινε όλο και πιο βαθιά μέσα μου.

Άφησα μια μικρή κραυγή ευχαρίστησης να πλημμυρίσει τα χείλη μου. Την έσβησε με ένα φιλί. Έκλεισα τα μάτια μου και ευχήθηκα όσο πιο δυνατά μπορούσα σχεδόν ουρλιάζοντας μέσα στο κεφάλι μου να έμενε για πάντα μαζί μου. Καθώς έφτανε στην ολοκλήρωση άφησε ένα μικρό επιφώνημα πόθου που πλημμύριζε με αγάπη να ξεφύγει από τα χείλη του.

Έπειτα η ηδονή συγκλόνισε τα πάντα μέσα μου και το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν πόσο ερωτευμένη ήμουν μαζί του. Άφησα το κεφάλι του να ξεκουραστεί πάνω μου χαϊδεύοντας με τα χέρια μου τα μαλλιά του. Ένιωσα ένα κύμα να μας διαπερνά. Ήμασταν πλασμένοι ο ένας για τον άλλο.

«Σ’ αγαπώ.» ψιθύρισε και άγγιξε απαλά τα χείλη του με τα δικά μου.

***

Ξύπνησα το πρωί από τον ήλιο που μπήκε από την μεγάλη τζαμαρία του καθιστικού. Ήμουν ξαπλωμένη στον καναπέ φορώντας μόνο τα εσώρουχα. Κοίταξα για τον Έντουαρντ αλλά δεν ήταν στο δωμάτιο. Σηκώθηκα διώχνοντας τα μαλλιά από τα μάτια μου. Είχα ερωτευτεί κάποιον που μετά βίας ήξερα. Η σκέψη αυτή κυριαρχούσε σε κάθε γωνία του μυαλού μου.

Αλλά ήμουν σίγουρη πλέον για αυτό. Τον είχα ερωτευτεί. Βγήκα στο διάδρομο. Από την κουζίνα δεν ακουγόταν τίποτα. Η Άλις η δεν είχε γυρίσει ή ήταν ακόμη ξαπλωμένη. Κοίταξα το ρολόι που ήταν κρεμασμένο πάνω από την σκάλα. Οι δείχτες έδειχναν δέκα και μισή. Ήταν πολύ αργά για την Άλις. Έπρεπε ήδη να είχε ξυπνήσει. Κοίταξα την κρεμάστρα. Το παλτό που φορούσε χθες ήταν κρεμασμένο ανάμεσα στα αλλά. Έλειπε μόνο το μαύρο γιλέκο της.

Είχε ήδη ξυπνήσει και είχε βγει. Γύρισα στο καθιστικό. Ο Έντουαρντ είχε φύγει και αυτός; Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι χθες το βράδυ κοιμήθηκα φιλώντας τα χείλη του. Κοίταξα το καθιστικό και αντίκρισα πάνω σε ένα κλαδί του δέντρου ένα χαρτί. Ήταν εκείνο που είχε γράψει το τηλέφωνο μου την νύχτα στο εστιατόριο. Και από κάτω εγώ είχα γράψει με μεγάλα αδέξια γράμματα την διεύθυνση του σπιτιού. Το γύρισα από την άλλη και είδα με τα γράμματα του Έντουαρντ ένα μήνυμα.

‘Συγγνώμη έπρεπε να φύγω. Πρέπει να περάσω από την βιβλιοθήκη για να τελειώσω την εργασία για την σχολή. Εξάλλου σε τέσσερις μέρες θα φύγω.’

Σε εκείνο το σημείο τα γράμματα γίνονταν πιο δυσνόητα σαν να μην ήθελε να αναφέρει το γεγονός ότι θα έπρεπε να γύρισει πίσω στην νέα Υόρκη. Συνέχισα την ανάγνωση του μηνύματος.

‘Θα τα πούμε το βράδυ κάτω από την παναγία των Παρισίων στις δέκα παρά πέντε. Έχει πανσέληνο’

Απέμεινα να κοιτάω το μήνυμα και ήδη άρχισα να νιώθω την ανυπομονησία να κατακλύζει το σώμα μου. Κάτω από το μήνυμα του Έντουαρντ διέκρινα ένα άλλο με τα ευδιάκριτα γράμματα της Άλις.

‘Ελπίζω να πέρασες υπέροχα. Έχω πάει για ψώνια. Πρέπει να φορέσω κάτι πανέμορφο το βράδυ. Θα λείπεις από το σπίτι και σκέφτηκα να καλέσω τον Τζάσπερ.’

Από δίπλα ήταν ζωγραφισμένο ένα μικρό χαμογελαστό πρόσωπο που έκλεινε το ένα μάτι. Δεν είχα ιδέα τι ώρα γύρισε η Άλις. Πρέπει να με είδε με τα εσώρουχα αγκαλιά με τον Έντουαρντ. Προσπάθησα να θυμηθώ τι φορούσε ο Έντουαρντ χθες το βράδυ λίγο πριν αποκοιμηθώ. Μα ναι δεν φορούσε τίποτα.

Αιώνια Άλις, σκέφτηκα χαμογελαστά και άφησα ξανά το μήνυμα στο κλαδί του δέντρου. Δεν μπορούσε να είναι λίγο διακριτική; Πέρασα την υπόλοιπη μέρα περιμένοντας την Άλις να γυρίσει. Προσπάθησα να φτιάξω κάτι που όπως ανέφερε το βιβλίο συνταγών ήταν ραβιόλι με μανιτάρια. Το αποτέλεσμα ούτε καν πλησίαζε με αυτό που έδειχνε η φωτογραφία. Απέμεινα να τρώω όταν άκουσα την εξώπορτα να ανοίγει.

Είδα την Άλις να ανεβαίνει την σκάλα κρατώντας πολλές τσάντες με ψώνια. Ξεχώρισε μια μαύρη που απέξω έγραφε με χρυσά γράμματα : Armani.

«Σου πήρα κάτι και για το βράδυ.» είπε ενθουσιασμένα.

«Άλις-» δεν ολοκλήρωσα το κήρυγμα που ετοιμαζόμουν να της κάνω. Δεν πρόκειται να καταλάβαινε ποτέ. Και ειδικά σήμερα δεν ήθελα να τσακωθώ μαζί της για την τεράστια σπάταλη χρημάτων που κάνει αγοράζοντας πανάκριβα ρούχα που δεν θα ξαναφορούσα ποτέ.

Πέρασα το υπόλοιπο απόγευμα προσπαθώντας να αφηγηθώ στην Άλις ότι έγινε χθες το βράδυ παραλείποντας τι έγινε με έμενα και τον Έντουαρντ αν και έδειχνε να γνωρίζει εφόσον τον είχε δει να κοιμάται γυμνός στην αγκαλιά μου ενώ εγώ ήμουν με τα εσώρουχα. Ήλπιζα να μην είχε δει τίποτα η έστω να ήταν διακριτική και να γύρισε αλλού το βλέμμα της. Δεν μπορούσα όμως να κάνω κήρυγμα στην άλλης. Όχι τώρα.

Ανυπομονούσα να τον ξαναδώ. Τα δυσδιάκριτα όμως γράμματα που ήταν αποτυπωμένα πάνω στο χαρτάκι που στόλιζε ένα κλαδί του χριστουγεννιάτικου ελάτου που υπενθύμιζαν ότι απέμεναν μόνο τέσσερις μέρες.

***

Βγήκα από το ταξί με μόνο φως το φεγγαρόφωτο και διέσχισα την πλατεία έξω από το καθεδρικό. Τον είδα να κάθεται στα μαρμάρινα σκαλιά και να με κοιτάει καθώς φορούσα το κοντό μαύρο φόρεμα που μου είχε πάρει η Άλις. Ήταν τόσο στενό που σχεδόν ήταν σαν δεύτερο δέρμα μου.

Έπλεξα αμήχανα τα χέρια μου γύρω από το κολιέ με τα μπριγιάν που φορούσα στο λαιμό μου. Κάθισα δίπλα του κοιτάζοντας ότι και αυτός. Την πανσέληνο.

«Μπέλλα.» ξεκίνησε πρώτος. Διέκρινα στην μεθυστική φωνή του ένα τόνο διστακτικότητας. Σαν να μην ήθελε να αρθρώσει τις λέξεις που θα ακολουθούσαν. Σαν κάποιος να τον ανάγκαζε.

«Σε λιγότερο από τέσσερις μέρες.» έκανε μια παύση σαν να σκεφτόταν αφήνοντας με να καταλάβω ποιος τον ανάγκαζε. Η μοίρα. Τον άκουσα καθώς συνέχιζε με όλο και πιο διστακτικό τόνο.

«Σε τρεις σχεδόν πλέον, θα φύγω. Πρέπει να γυρίσω πίσω. Οπότε-» Δεν συνέχισε την φράση του. Κοίταξε την πανσέληνο και έπειτα εμένα. Δεν μπορούσα να μιλήσω. Ήξερα τι ετοιμαζόταν να πει και ήταν προφανές πως δεν ήθελε ούτε ο ίδιος να το κάνει.

«Μήπως είναι καλύτερα να σταματήσουμε εδώ;» συνέχισε και τα λόγια βγήκαν από το στόμα του σαν να πονούσε καθώς έλεγε την κάθε συλλαβή. «Ήδη όταν θα φύγω θα νιώσω πιο μόνος από ποτέ. Πιο πληγωμένος από ποτέ γιατί θα αφήνω ένα κομμάτι μου πίσω. Όσο πιο περισσότερο προχωράμε τόσο πιο πολύ θα πονάω μετά καθώς σε αποχωρίζομαι.»

Είχε δίκιο για το ήξερα ότι και εγώ θα πονούσα το ίδιο.

«Το ξέρω.» είπα ψιθυριστά σαν να μην ήθελα να ενοχλήσω το φως της πανσέληνου καθώς κατέβαινε σε εμάς.

«Πονάω ακριβώς το ίδιο.» Απομείναμε να μην κοιτιόμαστε. Ψιθύρισε τις τελευταίες λέξεις πριν φύγει με πολύ δυσκολία σαν ένας κόμπος στον λαιμό του να απειλούσε να τον πνίξει.

«Φεύγω την Κυριακή το βράδυ στη δώδεκα ακριβως.» Τα λόγια αιωρήθηκαν στον αέρα για αρκετή ώρα πριν τελικά απαντήσω.

«Δηλαδή θα αλλάξεις τον χρόνο μέσα σε ένα αεροπλάνο;» τα λόγια ίσα που ακούστηκαν καθώς τα μουρμούριζα μέσα από τα χείλη μου.

«Όπως φαίνεται.» είπε και έκλεισε τα μάτια του. Έστρεψα ξανά το βλέμμα προς την σελήνη και έκλεισα για ένα δευτερόλεπτο και τα δικά μου.

Αντί για σκοτάδι όμως είδα κάτι να λαμπυρίζει σαν κάποιος να έριξε μέσα στο σκοτάδι μια χούφτα χρυσόσκονη. Όταν άνοιξα τα μάτια μου δεν ήταν εκεί.

***

Έπρεπε να είχα προετοιμάσει τον εαυτό μου καθώς το ήξερα από την αρχή. Εκείνη την νύχτα στο bar μου το είπε και ήξερε και ο ίδιος πως έπρεπε να τελειώσει. Αλλά ποιος από τους δυο μπορούσε να πληγώσει τον εαυτό του; Τελικά το έκανε ο Έντουαρντ. Μόνο που πλέον πλήγωνε και εμένα το ίδιο. Αλλά είχε δίκιο. Κάθε λεπτό που περνάει κάνει τον πόνο που θα νιώθαμε μετά μεγαλύτερο.

Τις τελευταίες τρεις μέρες ήμουν συνεχώς στην ίδια κατάσταση. Κυκλοφορούσα γύρω γύρω προσπαθώντας να δείχνω χαρούμενη ειδικά σήμερα που ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς αλλά δεν τα κατάφερνα και πολύ καλά. Η Άλις έκανε ότι μπορούσε για να με παρηγορήσει αλλά ήξερε πως ένιωθα. Όπως ακριβώς θα νιώθε και εκείνη αν έφευγε ο Τζάσπερ και ήξερε ότι δεν θα τον ξαναέβλεπε ποτέ ξανά. Όσο και αν προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου να τον ξεχάσει ήταν μάταιο. Παρότι είχα προετοιμαστεί από την αρχή.

Καθόμουν δίπλα στην Άλις που προσπαθούσε όρθια μπροστά στον καθρέπτη της να αποφασίσει τι θα φορούσε απόψε που θα περνούσε την πρωτοχρονιά με τον Τζάσπερ. Είχε καλέσει και εμένα και παρότι επέμενε να την ακολουθήσω αρνήθηκα. Προτιμούσα να περάσω την βραδιά στο σπίτι παρά με τον Τζάσπερ και την Άλις να μου θυμίζουν ακόμα περισσότερο πόσο μόνη είμαι.

«Λοιπόν τελικά να βάλω αυτό-» μου έδειξε το κόκκινο μακρύ φόρεμα που κρατούσε και συνέχισε τείνοντας το άλλο φόρεμα που κρατούσε στο άλλο χέρι «Ή αυτό;»

«Άλις δεν ξέρω πραγματικά και τα δυο είναι πολύ όμορφα. Φόρεσε όποιο νομίζεις εσύ.» είπα κοφτά και γύρισα ξανά το βλέμμα μου στο πάτωμα. Άφησε τα φορέματα πάνω στην καρέκλα και κάθισε δίπλα μου στο κρεβάτι. Τύλιξε το χέρι της γύρω από τον ώμο μου.

«Μπέλλα το ήξερες ότι θα έφευγε. Δεν μπορείς πλέον να κάνεις κάτι. Δεν είναι προτιμότερο να συνεχίσεις την ζωή σου ευτυχισμένη από το να αλλάξεις τον χρόνο έτσι;» έδειξε με το χέρι της εμένα. Είχε δίκιο. Έπρεπε να κάνω κάτι να το ξεχάσω.

Όλο το υπόλοιπο απόγευμα μέχρι και την στιγμή που η Άλις έφυγε προσπάθησα εκτός από το να δείχνω χαρούμενη να νιώθω κιόλας. Μόλις έφυγε κάθισα στον καναπέ κοιτώντας από την μεγάλη τζαμαρία τον πύργο του Άιφελ. Η ώρα ήταν ακόμη δέκα και μισή. Μην έχοντας τι να κάνω άρχισα να παρακολουθώ το γιορτινό πρόγραμμα του abc. Η ώρα πέρασε αρκετά γρήγορα αν και δεν παρακολουθούσα σχεδόν καθόλου τον παρουσιαστή που ενημέρωνε ξανά και ξανά ότι σε λίγο θα άρχιζε η αντίστροφη μέτρηση για την αλλαγή του χρόνου.

Σκεφτόμουν μόνο εκείνον. Οι τελευταίες μέρες από την στιγμή που αντίκρισα για πρώτη φορά το βλέμμα του μέχρι και το βράδυ κάτω από την παναγία των Παρισίων ήταν οι πιο όμορφες τις ζωής μου. Δεν μπορούσα απλά να τον ξεχάσω. Όσο ακόμα ένιωθα αυτό το παράξενο κύμα ηλεκτρισμού να διαπερνάει το σώμα μου καθώς τον σκέφτομαι. Έφερα στην μνήμη μου την περσινή πρωτοχρονιά με την οικογένεια μου.

Φορούσα το πουλόβερ που λάτρευε η Ρενέ παρακολουθώντας τον Τσάρλι να μου εύχεται, κρατώντας ένα ποτήρι σαμπάνιας, να πραγματοποιηθούν όλες οι ευχές μου στο Παρίσι. Μια εβδομάδα μετά έφυγα για εδώ και άλλαξα την ζωή μου ολοκληρωτικά.

Κουλουριάστηκα στον καναπέ και άφησα τα δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια μου. Δώδεκα παρά είκοσι. Ίσως θα έπρεπε ξανά να αλλάξω την ζωή μου περνώντας μια ριψοκίνδυνη απόφαση για να πραγματοποιήσω τις ευχές μου. Ένιωσα ένα πόνο κοντά στο στήθος εκεί που μέχρι πριν λίγο χτυπούσε η καρδιά μου.

Δεν μπορούσα απλά να τον αφήσω. Σηκώθηκα όρθια και έτρεξα μέχρι το δωμάτιο μου. Έπιασα μια κόκκινη βαλίτσα που ήταν πάνω στην ντουλάπα και την άνοιξα. Άρχισα να την γεμίζω με ρούχα. Δεν κοιτούσα τι έμπαινε μέσα. Πρόσθετα ότι έβρισκα μπροστά μου. Την είδα να γεμίζει και ήμουν πλέον αποφασισμένη.

Θα μετέφερα τις σπουδές μου στην νέα Υόρκη. Μόλις γέμισε μέχρι πάνω την έκλεισα με δυσκολία και άρπαξα ένα ρούχο από την ντουλάπα. Το τζιν μου, ένα λεπτό λευκό πουκάμισο και ένα σμαράγδι φουλάρι. Τα φόρεσα τρέχοντας παράλληλα προς το καθιστικό. Πλησίασα το χριστουγεννιάτικο δέντρο και άρπαξα το χαρτί με το τηλέφωνο του, την διεύθυνση μου και το μήνυμα που μου είχε αφήσει για να συναντηθούμε στην παναγία των Παρισίων. Το έβαλα στην τσέπη του πουκαμίσου μου.

Βγήκα από το σπίτι φορώντας άτσαλα το παλτό μου και κρατώντας την βαλίτσα μου. Έξω είχε αρχίσει να χιονίζει και το τσουχτερό κρύο μου υπενθύμισε ότι δεν είχα ντυθεί κατάλληλα. Κοίταξα το ρολόι μου. Δώδεκα παρά τέταρτο. Με την βαλίτσα στο χέρι άρχισα να τρέχω κατεβαίνοντας το πεζοδρόμιο μέχρι τον κεντρικό δρόμο. Κοίταξα παντού για ένα ταξί δεν περνούσε όμως ούτε αυτοκίνητο.

Φυσικά, ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς ποιος θα περνούσε τον χρόνο με έναν άγνωστο σε ένα ταξί; Έτρεξα πίσω προς το σπίτι. Μπήκα μέσα και άρπαξα τα κλειδιά της Πόρσε. Η Άλις είχε πάει με το αυτοκίνητο του Τζάσπερ οπότε ευτυχώς για μένα είχε αφήσει την Πόρσε εδώ. Βγήκα έξω και μπήκα μέσα στο κίτρινο αυτοκίνητο κοιτώντας το ρολόι μου. Δώδεκα παρά δέκα. Γύρισα το κλειδί στην μίζα και ευχήθηκα να έπαιρνε γρήγορα μπροστά η μηχανή.

Πάτησα το γκάζι όσο πιο πολύ μπορούσα και άρχισα να τρέχω σαν μανιακή στο δρόμο. Δεν υπήρχε περίπτωση να με σταματήσει αστυνομικός παραμονή πρωτοχρονιάς ακόμα και αν είχα περάσει κατά πολύ το ωριό ταχύτητας. Το μόνο που με ένοιαζε ήταν εκείνος ο δείχτης στο καντράν που έδειχνε δώδεκα παρά επτά λεπτά.

Πάτησα πιο πολύ το γκάζι και έστριψα αριστερά προς την ταμπέλα του αεροδρομίου Charles de Gaulle. Άρχισα να διακρίνω από μακριά το κτήριο. Έστριψα δεξιά προς το παρκινγκ του αεροδρομίου που ήταν γεμάτο. Πάρκαρα όπου βρήκα σκεφτόμενη ότι όταν θα μιλούσα με την Άλις στο τηλέφωνο θα της υπενθύμιζα να περάσει να το πάρει. Πήρα την βαλίτσα από το κάθισμα του συνοδηγού και άρχισα να τρέχω προς μια από τις εισόδους.

Κοίταξα με την άκρη του ματιού μου το ρολόι. Δώδεκα παρά πέντε. Είχα πάρει την σωστή απόφαση. Δεν μπορούσα να αφήσω κάποιον που είχα ερωτευτεί όσο ποτέ ξανά στην ζωή μου. Πέρασα την πόρτα και άρχισα να τρέχω προς την έκδοση εισιτήριων.

Μια πωλήτρια καθόταν πίσω από το τζάμι παρακολουθώντας σε μια μικρή τηλεόραση τον παρουσιαστή του abc να μετράει αντίστροφα για την αλλαγή του χρόνου. Κοπάνησα το τζάμι με το χέρι μου.

«Ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή για την πτήση-» κοίταξα τον πίνακα με τις πτήσεις για να δω τον αριθμό και συνέχισα μιλώντας πιο γρήγορα καθώς έβλεπα τον παρουσιαστή στην τηλεόραση να λέει ξανά και ξανά πως απέμεναν τέσσερα λεπτά. «Για την πτήση 502 για Νέα Υόρκη.»

Είδα την πωλήτρια να σαστίζει. Σίγουρα για πρώτη φορά στην ζωή της θα είδε κάποιον να έρχεται τέσσερα λεπτά πριν την πτήση και μάλιστα τέσσερα λεπτά πριν την αλλαγή του χρόνου και να ζητάει ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή.

«Φοβάμαι πως δεν θα προλάβετε παρότι υπάρχουν δυο κενές θέσεις.» τα λόγια της διέκοψε μια φωνή από τα μεγάφωνα που ανακοίνωνε πως η πτήση 502 για Νέα Υόρκη θα έχει μισή ώρα καθυστέρηση. Η πωλήτρια έγνεψε και πληκτρολόγησε τα στοιχεία που της έλεγα μιλώντας πιο γρήγορα από ότι μπορούσα βλέποντας το ρολόι να δείχνει δώδεκα παρά δυο.

Είδα το εισιτήριο να βγαίνει από το μηχάνημα και επιτέλους μου το έδωσε στο χέρι μου. Το άρπαξα και άρχισα να τρέχω ευχόμενη να μην παραπατήσω προς τον έλεγχο αποσκευών. Έβαλα την βαλίτσα μέσα στο μηχάνημα κάτω από το σαστισμένο βλέμμα του ελεγκτή και πέρασα από τον έλεγχο παίρνοντας ξανά την βαλίτσα μου.

Άρχισα να τρέχω ακόμα πιο γρήγορα καθώς ακουγόταν από όλες τις τηλεοράσεις στα μαγαζιά με τα αφορολόγητα είδη η φωνή του παρουσιαστή να μετράει αντίστροφα. Δέκα, εννέα… Η βαλίτσα κολλούσε στις γρατζουνιές του μαρμάρινου δαπέδου καθώς έτρεχα με ιλιγγιώδη ταχύτητα οπότε σταμάτησα και την πήρα στα χέρια.

Ένιωθα τον αέρα από τα πνευμόνια μου να τελειώνει. Πέρασα την είσοδο δώδεκα για πτήση 502 προς Νέα Υόρκη ακούγοντας τον παρουσιαστή να μετράει. Πέντε, τέσσερα…

Και τότε ο χρόνος σταμάτησε. Ένιωσα την καρδιά μου να σπάει. Σχεδόν άκουσα τα κομμάτια καθώς έπεφταν στο έδαφος. Τον είδα να κρατάει μια μαύρη βαλίτσα και να στέκεται δίπλα σε μια υπάλληλο που του έλεγε συνεχώς ότι η πτήση θα αργήσει για μισή ώρα.

Άφησα την βαλίτσα να σκάσει στο έδαφος και ακούγοντας τον παλμό της καρδιάς μου που άρχισε ξανά να χτυπάει μαζί με την φωνή του παρουσιαστή να φωνάζει δυο, ένα… προσγειώθηκα στην αγκαλιά του.

Το μεθυστικό του άρωμα με κατέκλυσε. Ένιωθα ότι βρισκόμουν εκεί ακριβώς που έπρεπε να είμαι και όχι κουλουριασμένη τον καναπέ κλαίγοντας. Πριν προλάβει να καταλάβει τι γινόταν και καθώς άκουσα τον παρουσιαστή να φωνάζει μηδέν… ένωσα τα χείλη μου με τα δικά του.

Με κοίταξε σαστισμένος και αμέσως ένωσε ξανά τα χείλη του με τα δικά μου. Τον φίλησα απαλά και κούρνιασα στο στήθος του.

«Ευτυχισμένος ο καινούργιος χρόνος.» ψιθύρισα και ξέραμε και οι δυο ότι θα ήταν ο πιο ευτυχισμένος της ζωής μας.

Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2010

Christmas Gold Dust





                                                     1ο μέρος
                                                Μαγική στιγμή

Γαλλία, Παρίσι

«Οι Χριστουγεννιάτικες αναμνήσεις μου μαζεύονται
και χορεύουν όπως οι νιφάδες χιονιού, κάθε μια
όμορφη, ξεχωριστή χάνεται σύντομα».
                                               Deborah Whipp, 1964


Bellas POV
Ήμουν γερμένη στην κουπαστή της γέφυρας κοιτώντας το μαύρο χρώμα του Σηκουάνα καθώς περνούσε με ορμή από κάτω μου. Τα φώτα του στολισμένου Παρισιού αντανακλούσαν πάνω του παίζοντας παιχνιδιάρικα με τους παφλασμούς. Ήταν σαν ένα πολύχρωμο καλειδοσκόπιο μεταξύ του νερού και του φωτός.

Παρότι το βλέμμα μου ήταν επικεντρωμένο στα παράξενα χρώματα που έκανε το φως με το νερό το μυαλό μου κοιτούσε ακόμα το αχανές βάθος στα πράσινα μάτια του. Το χαλκόχρυσο χρώμα των μαλλιών του. Πως τα δάχτυλα του περνούσαν μέσα τους. Το λευκό χρώμα του πάγου που είχε η επιδερμίδα του.

Έπρεπε να τον ξαναδώ. Η σκέψη αυτή ούρλιαζε μέσα σε κάθε κύτταρο του σώματος μου από όταν τον είδα σήμερα το απόγευμα για πρώτη φορά. Δεν ήξερα καν το όνομα του. Δεν είχα το παραμικρό στοιχείο σχετικά με το που βρισκόταν αυτήν την στιγμή. Μπορεί να ήταν μόνο ένας τουρίστας που περνούσε από τον δρόμο εκείνη την στιγμή ψάχνοντας για το ταξί που θα τον πήγαινε στο αεροδρόμιο. Πιθανώς τώρα να περίμενε σε κάποια αίθουσα αναμονής το αεροπλάνο που θα τον γυρνούσε πίσω στην πατρίδα του. Ακόμα χειρότερα μπορεί να καθόταν σε μια δερμάτινη πολυθρόνα στην πρώτη θέση ενός υπερπολυτελούς αεροπλάνου πάνω από τον ατλαντικό.

Χιονονιφάδες άρχισαν να χορεύουν γύρω από το πρόσωπο μου. Έστρεψα το βλέμμα μου στο βιολετί χρώμα του ουρανού καθώς δύει ο ήλιος για να δω χιλιάδες μικρές χιονονιφάδες να πέφτουν στο έδαφος. Έχωσα το μισό πρόσωπο μου κάτω από την ζεστασιά του καρό κασκόλ στο λαιμό μου. Με το χέρι μου έσφιξα το παλτό πάνω στο σώμα μου. Τσουχτερός αέρας διαπέρασε το κορμί μου.

Έσφιξα τα βιβλία της σχολής πάνω στο σώμα μου. Σήμερα ήταν η τελευταία μέρα .Από αύριο θα άρχιζαν επιτέλους οι διακοπές των Χριστουγέννων. Ένιωθα κάπως παράξενα για το γεγονός αυτό. Δεν είχα περάσει ποτέ ξανά Χριστούγεννα στο Παρίσι. Τα Χριστούγεννα στο μικρό χωριό της Αλάσκας που περνούσα συνήθως κάθε χρόνο μέχρι και πέρσι που πέρασα στην σχολή ήταν ανιαρά.

Κάθε χρόνο όλοι -συμπεριλαμβάνοντας ακόμη και την μητέρα μου Ρενέ που είχε σύμφωνα με την γνώμη της αίσθηση της μόδας- φορούσαν τα ίδια ρούχα. Έκαναν τα ίδια πράγματα και έτρωγαν τα ίδια φαγητά. Ο πατέρας μου Τσάρλι συνήθιζε να λέει ότι τα Χριστούγεννα είναι η μεγαλύτερη γιορτή και πρέπει να γιορτάζετε με όλη την οικογένεια. Μέχρι και τα πρώτα μου Χριστούγεννα δεν ήξερα ότι εννοούσε εντελώς όλη την οικογένεια.

Άρχισα να τρέχω επειδή το χιόνι άρχισε να πέφτει πιο πυκνό. Χιλιάδες χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια στόλιζαν και τις δυο πλευρές του πολύβουου δρόμου. Χριστουγεννιάτικα τραγούδια ακούγονταν από όλα τα μαγαζιά τα όποια έσφυζαν με κόσμο. Η πρόσοψη του σπιτιού που έμενα με την συγκάτοικο και καλύτερη μου φίλη -πλέον- Άλις άρχισε να διακρίνεται. Έχωσα το ένα χέρι μου στην τσέπη του παλτού μου ψάχνοντας το κλειδί της πόρτας. Έπιασα το μπρελόκ που είχε φτιάξει με επιδεξιότητα η Άλις χρησιμοποιώντας ένα κουμπί μόνο. Πότε δεν θα μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο αναλογίστηκα καθώς έτρεχα προς την εξώπορτα του σπιτιού.

Ένα κομμάτι του πεζοδρομίου έξω από το σπίτι καλυπτόταν από πυκνό χιόνι. Φρέναρα την ταχύτητα του βήματος μου αλλά παρά την υπεράνθρωπη προσπάθεια μου, ένιωσα να γλιστράω με φόρα προς το πεζοδρόμιο. Το παγωμένο χιόνι που συνάντησα πέφτοντας με δύναμη στο πεζοδρόμιο είχε δυσάρεστη αίσθηση. Ένιωσα τα χέρια μου να παγώνουν επειδή κατά την πτώση είχαν βουτηχτεί μέσα στο πυκνό χιόνι.

Σηκώθηκα τινάζοντας από πάνω μου το χιόνι. Έκανα ένα βήμα εμπρός και έβαλα το κλειδί στην σχισμή της κλειδαριάς όταν αντίκρισα ένα μεγάλο στεφάνι από κλαδί ελάτου στολισμένο με μικρές κόκκινες μπαλίτσες να στολίζει την εξώπορτα. Τι έκανε πάλι η Άλις; μουρμούρισα και μπήκα μέσα σκουπίζοντας τα πόδια μου στο χαλάκι της εξώπορτας.

Το πρώτο που είδα μόλις μπήκα μέσα ήταν χιλιάδες χάρτινες κούτες στοιβαγμένες η μια πάνω στην άλλη. Μα τι γινόταν; Δεν είχα καμιά όρεξη για αυτό που ετοίμαζε η Άλις. Ειδικά όταν σκεφτόμουν ότι τον νεαρό που είδα σήμερα το απόγευμα ίσως να μην τον ξαναέβλεπα ποτέ.

«Άλις;» είπα και συνέχισα να προχωράω στο μισοσκότεινο διάδρομο. Δεν έλαβα καμία απάντηση. Φως έβγαινε από το πάνω δωμάτιο. Η σκάλα ήταν στολισμένη με μια πράσινη γιρλάντα. Λαμπάκια ήταν επίσης πλεγμένα γύρω από την κουπαστή ήταν όμως σβηστά. Άκουσα έναν θόρυβο από πίσω μου.



Μια κούτα είχε γλιστρήσει και είχε πέσει στο πάτωμα με ένα γδούπο. Όλο το περιεχόμενο της που περιλάμβανε χιλιάδες μικρές χριστουγεννιάτικες μπαλίτσες είχε αδειάσει στο ξύλινο πάτωμα. Με το μόνο φως να έρχεται από το πάνω δωμάτιο δεν μπορούσα να διακρίνω αν κάτι είχε σπάσει. Άκουσα βήματα από την σκάλα. Είδα την Άλις να κατεβαίνει πανικόβλητη την σκάλα κρατώντας μια μεγάλη κόκκινη γυαλιστερή χριστουγεννιάτικη μπάλα.

«Μπέλλα;» την είδα να ξαφνιάζεται. Κοίταξε την κούτα που είχε αδειάσει με ένα θλιμμένο βλέμμα.

«Έσπασε το μικρό αγγελάκι που μου έδωσε πέρυσι ο Τζάσπερ.» είπε θλιμμένα και κατέβηκε την σκάλα. Έσκυψε και έπιασε ευλαβικά το σπασμένο γυάλινο αγγελάκι.

«Θα του πω να μου πάρει άλλο φέτος.» είπε με σιγουριά και άρχισε να μαζεύει την κούτα. Την κοιτούσα με ανοιχτό το στόμα. Οι μικρές χιονονιφάδες που είχαν κάτσει στο παλτό μου είχαν αρχίσει να λιώνουν.

«Τι ακριβώς κάνεις;» ρώτησα μισονευριασμένη.

«Πως πήγε σήμερα στο πανεπιστήμιο;» ρώτησε καθώς μάζευε μια λευκή διάφανη μπάλα και την τοποθετούσε ξανά στο κουτί. Η Άλις είχε τελειώσει από εχθές τα μαθήματα στη σχολή και σήμερα υποτίθεται ότι θα περνούσε την ημέρα με τον αγαπημένο της Τζάσπερ.

«Άλις πρέπει να σου μιλήσω.» ήθελα να της πω τόσα. Για αυτόν που είδα σήμερα τυχαία έξω από εκείνο το κατάστημα.

«Τι συμβαίνει κάτι με την σχολή;» τοποθέτησε και την τελευταία μπάλα στο κουτί και το έκλεισε με μια ταινία. Το τοποθέτησε πάλι στην στοίβα μαζί με τα άλλα.

«Ω Άλις ξεχνά την σχολή.» είπα εκνευρισμένα. Την είδα να γυρίζει και να τρέχει προς τα πάνω σαν κάτι να είχε ξεχάσει. Ερχόταν από την κουζίνα μυρωδιά από κάτι καμένο.

«Ω πάει η πουτίγκα μου.» την άκουσα να λέει λυπημένα από πάνω. Ανέβηκα την σκάλα και άφησα πριν πάω στην κουζίνα τα βιβλία μου πάνω στο παλιό ξύλινο γραφείο που είχε τοποθετήσει η Άλις πέρυσι που ασχολούταν με την διακόσμηση του σπιτιού. Όλο το σύνθετο ήταν στολισμένο με μικρά κεριά και λίγα φύλλα από γκι. Μπήκα στην κουζίνα και την είδα να κοιτάει με θλίψη ένα καμένο φαγητό σε ένα πιάτο.

«Τι κάνεις;» ξαναρώτησα ελπίζοντας το γεγονός με την καμένη πουτίγκα να της χαλούσε την διάθεση και να σταματούσε τον στολισμό του σπιτιού.

«Μπέλλα πρέπει να βυθιστείς στο πνεύμα των Χριστουγέννων. Ηρέμησε λίγο. Από την ώρα που ήρθες γκρινιάζεις.» Την είδα να πετάει με ένα λυπημένο βλέμμα την πουτίγκα και έπειτα γύρισε και με κοίταξε.

«Γιατί δεν είσαι με τον Τζάσπερ;» ρώτησα κάπως ενοχλημένη.

«Δεν μπορούσε σήμερα. Κάτι έγινε με το πανεπιστήμιο δεν κατάλαβα ακριβώς.»

Έκανε μια μικρή παύση για να κοιτάξει το στολισμό που είχε κάνει στον διάδρομο και πήγε προς το καθιστικό συνεχίζοντας να μιλάει.

«Έλα να με βοηθήσεις με τον στολισμό. Θα έχει πλάκα.» μου έβγαλε το παλτό και το κρέμασε στον καλόγερο στο χολ. Έβγαλα το κασκόλ μου και το κρέμασα. Κοίταξε τα ρούχα μου με απέχθεια.

«Χρειάζεσαι επειγόντως χριστουγεννιάτικα ψώνια. Ωπ παραλίγο να το ξεχάσω.» μουρμούρισε και την είδα να βάζει ένα καλώδιο στην πρίζα. Αμέσως τα λαμπάκια που ήταν πλεγμένα γύρω από την κουπαστή της σκάλας άνοιξαν. Είχαν ένα όμορφο ζεστό χρώμα.

«Έλα να με βοήσεις με τις κούτες.» κατέβηκε από το διάδρομο και επέστρεψε με μια στοίβα από μικρά κουτιά. Δεν ήθελα να ξέρω τι περιείχαν. Κατέβηκα την σκάλα και πήρα μια μεγάλη κούτα.

«Άλις πρέπει να σου μιλήσω.» επανέλαβα με πείσμα. Δεν είχα καμιά όρεξη να στολίσω το μικρό σπίτι μας. Ανέβηκα στο καθιστικό και αντίκρισα ένα τεράστιο πράσινο δέντρο. Είχε στολίσει ήδη χιλιάδες στολίδια από μπάλες μέχρι παιχνίδια. Όλο το καθιστικό ήταν στολισμένο με γκι, γιρλάντες και παντού υπήρχαν χριστουγεννιάτικα παιχνίδια.

 Το δέντρο ήταν ακριβώς μπροστά από την τεράστια τζαμαρία του καθιστικού. Ο πύργος του Άιφελ φαινόταν απ' έξω. Ήταν φωτισμένος με ένα απαλό μίνιμαλ φως. Κάτω από το σπίτι μας ο πολύβουος δρόμος ήταν στολισμένος και αυτός με λαμπιόνια. Κάθισα στο καθιστικό και προσπαθείς να μην βλέπω την Άλις που περιφερόταν γύρω γύρω και στόλιζε το δέντρο. Επικέντρωσα το βλέμμα μου στον πύργο του Άιφελ.

«Μπέλλα έλα ένα με βοηθήσεις.» είπε με τραγουδιστή φωνή.

«Άλις θέλω να σου μιλήσω.» σηκώθηκα και τοποθέτησα μία μπάλα σε ένα κλαδί του δέντρου. Αμέσως ήρθε και την ίσιωσε.

«Σήμερα είδα έξω από ένα κατάστημα κάποιον νεαρό και-» Με διέκοψε και είπε τραγουδιστά.

«Η Μπέλλα είναι ερωτευμένη.»

«Άλις μπορείς να με αφήσει σαν τελειώσω;» συνέχισα χωρίς να περιμένω δευτερόλεπτο μήπως απαντήσει το ρητορικό ερώτημα μου. «Δεν ξέρω είναι σαν να μην μπορώ να ζήσω χωρίς αυτόν. Ένιωσα κάτι καθώς τον είδα. Ήταν σαν ηλεκτρικό ρεύμα να διαπέρασε το σώμα μου μόλις τα βλέμματα μας συναντήθηκαν.»

Άρχισε να μιλάει με σοβαρό ύφος καθώς ανεβασμένη σε ένα σκαμνί προσπαθούσε να κρεμάσει μια μπάλα στα πιο ψηλά κλαδιά του δέντρου.

«Μπέλλα δεν πιστεύεις στον κεραυνοβόλο έρωτα έτσι;» δεν απάντησα ήξερε ήδη την απάντηση. Είχαμε περάσει χιλιάδες βραδιές μαζί βλέποντας ρομαντικές κομεντί και γελώντας με την υπόθεση που ήταν σε όλες ίδια, Κάποια όμορφη κοπέλα έβλεπε τυχαία κάποιον πανέμορφο νεαρό, τον ερωτευόταν κεραυνοβόλα αλλά δεν του το λέγε με αποτέλεσμα να τον χάσει. Έπειτα αφού περνούσε μέρες κλαίγοντας που δεν θα τον ξαναέβλεπε τον πετύχενε τυχαία να βγαίνει από το δίπλα διαμέρισμα και τι σύμπτωση ήταν ο νέος ένοικος. Έπειτα της έλεγε ότι ήταν και εκείνος ερωτευμένος μαζί της ζούσαν μαζί παντρεύονταν και έκαναν πολλά παιδιά. Όχι δεν πίστευα στον κεραυνοβόλο έρωτα.

«Αυτήν την φορά όμως δεν είναι έτσι.» είπα προσπαθώντας να δικαιολογήσω τον εαυτό μου.

«Μπέλλα» με κοίταξε στα ματιά «τον έχεις δει μια φορά στην ζωή σου δεν ξέρεις τίποτα για αυτόν και όμως λες ότι τον έχεις ερωτευτεί;»

«Δεν είπα αυτό.» απάντησα εκνευρισμένη.

«Δεν ξέρω όμως νιώθω ότι θέλω να τον ξαναδώ.»

«Μπέλλα αποκλείεται να τον ξαναδείς. Μπορεί να είναι οπουδήποτε. Μπορεί να μην είναι καν στο Παρίσι.» είχε δίκιο. «Άφησε το πνεύμα των Χριστουγέννων να σε επηρεάσει. Δεν χρειάζεται να ασχολείσαι με αυτά τώρα τέτοια εποχή.» Μου έδωσε ένα ασημένιο αστέρι να κρεμάσω. Το έβαλα σε ένα κλαδί. Είχε δίκιο δεν όφειλε σε τίποτα αυτό. Ούτε καν τον ξέρω.

«Λοιπόν ξέρω πως θα σε κάνω να νιώσεις καλύτερα.»

«Είμαι μια χαρά Άλις.» είπα με βαριεστημένη φωνή.

«Ναι Μπέλλα πετάς από ευτυχία αν εξαιρέσουμε ότι τα χείλη σου έχουν πέσει στο πάτωμα και κοντεύεις να πεθάνεις από δυστυχία.» έκανε μια παύση περιμένοντας να χαμογελάσω έστω με το χαζό χιούμορ της αλλά δεν έκανα τίποτα. Συνέχισε απογοητευμένη.

«Λοιπόν θα πάμε για ψώνια.» το είπε με τόσο ενθουσιασμό σαν να έλεγε ότι θα πάμε στο φεγγάρι. Ήταν το δεύτερο πράγμα που σιχαινόμουν περισσότερο μετά την βροχή. Τουλάχιστον θα έβγαινα λίγο από το σπίτι και θα σταματούσα επιτέλους να βλέπω όλα αυτά τα χριστουγεννιάτικα στολίδια να πλημμυρίζουν το μικρό χώρο του καθιστικού. Ίσως ακόμα και να τον ξαναέβλεπα στα μαγαζιά. Ναι αν έβγαινα περισσότερο από το σπίτι ίσως να τον ξανασυναντούσα. Αμέσως έδιωξα τις φρούδες ελπίδες από το μυαλό μου. Δεν υπήρχε περίπτωση να τον ξανασυναντήσω.

 Βγήκα από το καθιστικό αφήνοντα στην Άλις να τελειώσει με το κρέμασμα ενός γκι και άλλαξα ρούχα φορώντας ένα μωβ πουλόβερ και ένα κοτλέ παντελόνι. Από πάνω φόρεσα ένα παλτό και το καρό κασκόλ μου. Πριν πάω στο καθιστικό και να ανακοινώσω στην Άλις ότι είμαι έτοιμη έριξα μια τελευταία ματιά στον καθρέπτη έτσι ώστε να είμαι αρκετά όμορφη και να μην αγοράσει χιλιάδες ρούχα για μια ακόμη φορά. Βρήκα την Άλις να κάθεται στο καθιστικό φορώντας καινούργια ρούχα και παρακολουθώντας τις ειδήσεις στην μεγάλη τηλεόραση. Δηλαδή δεν παρακολουθούσε ακριβώς τις ειδήσεις περισσότερο κοιτούσε με θαυμασμό το δέντρο που είχε καταφέρει να στολίσει εντελώς μόνη της.

«Α ετοιμάστηκες.» κοίταξε τα ρούχα και μου και το ενθουσιασμένο βλέμμα της εξαφανίστηκε.

«Τι έχω;» ρώτησα καθώς σηκωνόταν και κατέβαινε τις σκάλες. Πριν την ακολουθήσω τρέχοντας έριξα μια τελευταία μάτια στο σαλόνι. Το δέντρο ήταν πανέμορφο. Τα χιλιάδες μικρά λαμπάκια έδιναν μια ευχάριστη νότα στο δωμάτιο. Κάποια κεριά ήταν αναμμένα εδώ και εκεί. Κατέβηκα την σκάλα που φωτίζονταν πλέον από το φως που είχαν τα λαμπιόνια που στόλιζαν όλη την κουπαστή. Βγήκα στο διάδρομο και είδα την Άλις να ξεκλειδώνει την πόρτα. Όλες οι κούτες είχαν εξαφανιστεί. Μα πότε πρόλαβε και τα έκανε όλα αυτά. Γύρισε και με κοίταξε για άλλη μια φορά χαμογελώντας.

«Τί ;» είπα κοιτώντας τα ρούχα μου. Ήταν μια χαρά.

«Τίποτα.» είπε χαμογελώντας «χαίρομαι που θα πάμε για ψώνια.» Βγήκε έξω από το σπίτι και την ακολούθησα. Έξω έκανε τσουχτερό κρύο. Μπήκαμε μέσα στην κίτρινη Πόρσε της που ουσιαστικά ήταν και δικό μου αυτοκίνητο όλον αυτόν καιρό που είχαμε γίνει φίλες. Πιο πολύ το χρησιμοποιούσα εγώ παρά εκείνη. Ζεστασιά με κατέκλεισε αμέσως μόλις μπήκα μέσα. Άναψε την μηχανή και ξεκίνησε. Διασχίζαμε με μεγάλη ταχύτητα τους δρόμους μέχρι το μεγάλο εμπορικό κέντρο που θα πηγαίναμε. Τα μόνο που έβλεπα έξω ήταν χιλιάδες στολισμένα δέντρα και μικρά λαμπάκια που φώτιζαν όλη την πόλη. Είχε αρχίσει ξανά να ρίχνει ένα απαλό χιόνι.

Φτάσαμε πριν καν το καταλάβω. Έπιασα τον εαυτό μου να κοιτάει ερευνητικά τριγύρω μήπως και τυχόν δω τον όμορφο νεαρό που είχα δει σήμερα το απόγευμα. Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν θα τον ξανά έβλεπα πότε. Μπήκαμε μέσα. Όλο το εμπορικό έσφυζε από κόσμο. Ένα τεράστιο δέντρο με πολλές κόκκινες μπάλες υπήρχε στο κέντρο της τεράστιας αίθουσας που βρισκόμασταν. Προχώρησα ακολουθώντας την Άλις. Μπήκε μέσα σε ένα μαγαζί που πουλούσε χριστουγεννιάτικα στολίδια. Δεν είχα ιδέα τι έκανε καθώς δεν την πρόσεξα καθόλου. Κοιτούσα κάθε άτομο που έβλεπα τριγύρω προσπαθώντας να βρω τον νεαρό με τα πράσινα μάτια και τα χαλκόχρυσα μαλλιά που είχα δει σήμερα το απόγευμα. Έπρεπε να υπενθυμίζω συνεχώς στη εαυτό μου ότι δεν υπήρχε περίπτωση να το βρω αλλά δεν άντεχα να μην κοιτάξω για να σιγουρευτώ. Η Άλις κάτι μουρμούριζε δίπλα μου αλλά δεν πρόσεξα τα λόγια της. Συνέχισα να περιφέρομαι μαζί της στο μαγαζί κοιτώντας τον καθένα.

«Δεν είναι υπέροχο αυτό;» με ρώτησε κρατώντας ένα αγγελάκι που φορούσε ένα λευκό πανέμορφο φόρεμα. Ήταν από διάφανο γυαλί και μέσα του ήταν σαν να υπήρχαν παγιέτες.

«Άλις δεν νιώθω πολύ καλά. Μήπως να γυρίσουμε πίσω;» και πράγματι όσο κοιτούσα τριγύρω και προσπαθούσα να χωνέψω περισσότερο ότι δεν πρόκειται να τον ξαναδώ στην ζωή μου ένιωθα όλο και χειρότερα.

«Είναι πάλι για αυτόν τον νεαρό που είδες το απόγευμα;» με ρώτησε με ένα ύφος νίκης και σιγουριάς να κατακλύζει την φωνή της. Ήταν πολύ παρατηρητική. Είχε προσέξει ότι τόση ώρα κοιτούσα τριγύρω προσπαθώντας να βρω κάποιον που μπορεί να ήταν οπουδήποτε στον κόσμο.

«Όχι Άλις δεν έχει σχέση.» προσπάθησα ανεπιτυχώς να πω ψέματα. Άρχισε να απαντήσει όταν χτύπησε το τηλέφωνο της. Το σήκωσε με έναν εκνευρισμό που κάποιος είχε διακόψει αυτό που ετοιμαζόταν να πει. Μόλις το απάντησε όμως το πρόσωπο της φωτίστηκε.

«Τζάσπερ!» είπε με ενθουσιασμό και έκανε πιο πέρα για να μιλήσει. Εγώ ανάγκασα τον εαυτό μου να μην κοιτάξει πάλι τριγύρω και επικεντρώθηκα σε ένα ράφι που είχε χιλιάδες χριστουγεννιάτικα στολίδια. Το πιο όμορφο ήταν ένα μικρό ξύλινο αλογάκι σαν αυτό που είχαν τα μικρά παιδία για να διασκεδάζουν. Ήταν πανέμορφο. Το έπιασα στα χέρια μου και είδα την Άλις να με κοιτάει. Είχε μια παράξενη έκφραση και κατάλαβα ότι ήταν εξαιτίας της δικής μου που κοιτούσε με ένα πολύ παράξενο βλέμμα αυτό το μικρό αλογάκι. Είχα αναγκάσει τον εαυτό μου να επικεντρωθεί τόσο πάνω του που ήταν σαν να κοιτούσα το πιο όμορφο πράγμα του κόσμου.

«Λοιπόν τι ήθελε ο Τζάσπερ;» ρώτησα άκρως αμήχανα καθώς ακουμπούσα στο ράφι το αλογάκι.

«Μας κάλεσε αύριο το βραδύ για φαγητό. Θα πάμε στο Tour d'Argent » είπε τελείως ενθουσιασμένη. ένιωσα παράξενα. εγώ δηλαδή τι θα έκανα μαζί με την Άλις και τον Τζάσπερ. Ίσως πάλι να ήταν καλύτερο να βγω λίγο από το σπίτι. Έτσι ίσως τον δω. έδιωξα με την βία αυτήν την σκέψη. Έπρεπε να σταματήσω να τον σκέφτομαι δεν πρόκειται να τον ξαναδώ ποτέ και το ξέρω. Γιατί το κάνω αυτό δίνοντας στο εαυτό μου την ευκαιρία να τρέφει φρούδες ελπίδες;

«Άλις μήπως θα ήταν καλύτερα να μην έρθω εγώ;» την είδα να σαστίζει.

«Μπέλλα θα περάσουμε τέλεια. φυσικά και θα έρθεις.» βγήκε από το μαγαζί και την ακολούθησα επεξεργάζοντας την πρόταση του Τζάσπερ. Ναι τελικά ίσως να είχε δίκιο. ίσως να γνώριζα κάποιον αύριο που να με έκανε να τον ξεχάσω και τότε πάγωσα από την συνειδητοποίηση των γεγονότων. Για αυτό το έκανε. κάλεσε νωρίτερα τον Τζάσπερ και του είπε να μου κάνει την πρόταση έτσι ώστε να γνωρίσω κάποιον και να σταματήσω να σκέφτομαι τον πανέμορφο νεαρό που είδα το απόγευμα. Ε λοιπόν αυτό θα έκανα. Την ακολουθούσα μουρμουρίζοντας τον ρυθμό του let it snow που ακουγόταν από τα μεγάφωνα.

Θα ήταν η καλύτερη ευκαιρία να περάσω όμορφα Χριστούγεννα αντί να τριγυρίζω εδώ και εκεί ψάχνοντας για κάποιον που δεν θα ξαναέβλεπα ποτέ. βγήκα από το εμπορικό ακολουθώντας την Άλις στο τσουχτερό κρύο. Την ακολούθησα ανάμεσα στα αλλά αυτοκίνητα στο πάρκινγκ. Ήταν χιλιάδες. Την είδα να μπαίνει μέσα στην κίτρινη Πόρσε της. Επιτάχυνα το βήμα μου και βρέθηκα ακριβώς δίπλα στην πόρτα του συνοδηγού. μπήκα μέσα κοιτώντας με ένα βλέμμα που έλεγε ότι είχα καταλάβει το κόλπο τους. Έκανε σαν μην κατάλαβε τίποτα και έβαλε μπροστά το αυτοκίνητο. ξεκινήσαμε και ήμουν πλέον σίγουρη ότι θα σταματούσα να ψάχνω κάποιον που δεν θα ξαναέβλεπα ποτέ.

***
Βοήθησα την Άλις να κουμπώσει το φόρεμα της. Ήταν πανέμορφη. Είχε πιάσει ψηλά τα μακριά μαύρα μαλλιά της με μια διαμαντένια καρφίτσα και φορούσε δυο μακριά σκουλαρίκια με ένα μεγάλο ζαφείρι στο κέντρο. το μαύρο φόρεμα της ήταν λιτό και συγχρόνως εντυπωσιακό. Σε μια ώρα θα συναντούσαμε τον Τζάσπερ στο εστιατόριο και ήμασταν ακόμη στο σπίτι. ήξερα έτσι και αλλιώς πως θα αργούσαμε. Η Άλις δεν έχει ετοιμαστεί ποτέ σε λιγότερο από μια ώρα.

Εγώ ήμουν ακόμα με τα ρούχα που φορούσα και το πρωί που είχαμε βγει ξανά για ψώνια με την Άλις. Είχα καταφέρει να εμποδίσω τον εαυτό μου να κοιτάει για τον νεαρό που είχα δει το χθες απόγευμα. Ακόμα όμως ήλπιζα να πέσουμε ξαφνικά πάνω του. Η Άλις αφού είχε ετοιμαστεί εντελώς αποφάσισε να ασχοληθεί και με το δικό μου ντύσιμο που σύμφωνα με το σχέδιο της ήταν και το πιο σημαντικό αφού μόνο εάν ήμουν πανέμορφη θα γνώριζα κάποιον που θα με έκανε να τον ξεχάσω.

 Αποκάλυψε αργά αργά για να δώσει αγωνία στην όλη υπόθεση το φόρεμα που μου είχε αγοράσει. Ήταν ένα κοντό κόκκινο φόρεμα χωρίς μανίκια. Ήταν πολύ απλό αλλά ακόμα παρέμενε πανέμορφο. Με βοήθησε να το φορέσω. Μου έφτανε περίπου έως τα γόνατα. Έπιασε τα μαλλιά μου σε έναν κότσο με την βοήθεια μια διαμαντένιας φουρκέτας. Κοίταξα τον εαυτό μου στο καθρέπτη που υπήρχε στο μπάνιο της Άλις. ακόμα δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί είχαμε στριμωχτεί στο μικρό μπάνιο. Ήμουν πραγματικά πανέμορφη. Μου φόρεσε ένα κόκκινο κραγιόν και μου έδωσε δυο μαύρα γοβάκια.

«Δεν υπάρχει περίπτωση να τα φορέσω αυτά.» παραπονέθηκα. ήταν πολύ ψηλά για εμένα. εδώ δεν μπορώ καλά καλά να σταθώ με τα παπούτσια που φοράω στην σχολή θα σταθώ με αυτά; Αν πίστευε ότι έτσι θα βρω κάποιον έκανε λάθος. Το πιθανότερο ήταν να πέσω κάτω καθώς προσπαθούσα να μπω στο εστιατόριο.

«Μα Μπέλλα είναι υπέροχα.» μου τα έδωσε στα χέρια. Τα φόρεσα και προσπάθησα να σταθώ. Ήταν πάντως υπέροχα άλλα δεν θα μπορούσα να περπατήσω. Υπενθύμισα στον εαυτό μου ότι έπρεπε να βρω κάποιον και προσπάθησα να τα συνηθίσω. Φόρεσα ένα ασημένιο βραχιόλι και δυο μακριά σκουλαρίκια. Είχαν στο κέντρο ένα κύκλο από λευκόχρυσο που καλυπτόταν από μικρά μπριγιάν. Ήταν πανέμορφα.

«Είσαι υπέροχη.» ανακοίνωσε τελικά και βγήκαμε από το μπάνιο στο δωμάτιο της. το διέσχισα γρήγορα και κάθισα στο καθιστικό μέχρι να βάλει τις τελευταίες πινελιές στο ντύσιμο της. παρατήρησα για λίγο τα στολίδια στο δέντρο. Ήταν πανέμορφα. επιτέλους το πνεύμα των Χριστουγέννων είχε αρχίσει να επιδρά πάνω μου. Η Άλις μπήκε στο δωμάτιο κρατώντας μια μικρή μαύρη δερμάτινη τσάντα φάκελο.

«Ήρθε η ώρα να φύγουμε.» ανακοίνωσε. Αμέσως σηκώθηκα και την ακολούθησα έως το αμάξι. Σε όλη την διαδρομή χάζευα έξω τους στολισμένους δρόμους. Προσπαθούσα να μην κοιτάζω πρόσωπα γιατί έμπαινα στον πειρασμό να δω αν είχαν πράσινα ματια και χαλκοχρυσα μαλλιά. Κοιτούσα περισσοτερο τα στολίδια στους δρόμους τα χιλιάδες μαγαζιά που έσφυζαν από κόσμο και τα εκατομμυρια χριστουεγεννιατικα λαμπιόνια.

Φτάσαμε έξω από το εστιατόριο πριν το καταλάβω. Χιλιάδες πολυτελή αυτοκινητα ήταν παρκαρισμένα έξω. η Άλις πάρκαρε το αυτοκίνητο και βγήκαμε έξω. Το κρύο ήταν τόσο πολύ που σχεδόν δεν μπορουσα να αναπνεύσω. Η Άλις δεν με είχε αφησει να φορέσω κάποιο παλτό πάνω από το φόρεμα επιμένοντας ότι κρύβει το πολύ όμορφο σώμα μου. Μπήκαμε μέσα και αμέσως μια κυρία που καθόταν πίσω από ένα ξύλινο γραφείο στην υποδοχή του εστιατόριου σηκώθηκε να μας πάει στην θέση μας. Διασχίσαμε τις μεγάλες γυάλινες πόρτες που οδηγούσαν στον κυρίως χώρο του εστιατορίου. Είχαν ένα χρυσό πλαίσιο που κατέληγε σε δυο χρυσά πόμολα. Άνοιξε την πόρτα και βρεθήκαμε σε μια μεγάλη σάλα. Τα τραπέζια ήταν χιλιάδες. Μπροστά τους υπήρχαν λευκές πολυθρόνες με κάποιες χρυσές λεπτομέρειες. Ο ήχος από βιολιά ακουγόταν απαλά στο χώρο. Κάποιοι βιολιστές έπαιζαν σε μια μικρή σκηνή στην άλλη γωνιά του δωματίου. Τα παράθυρα ήταν στολισμένα με μερικά κλαδιά ελάτου. Το κρύο τα είχε θολώσει με αποτέλεσμα να μην μπορώ να δω από έξω.

 Η ευγενική κοπέλα χώθηκε ανάμεσα στα τραπέζια οδηγώντας μας στο δικό μας. αντίκρισα γρήγορα το τραπέζι όπου καθόταν ο Τζάσπερ. Είχε τέσσερις θέσεις επιβεβαιώνοντας για ακόμη μια φορά το σχέδιο της Άλις. Περίμεναν να βρω κάποιον και να καθίσει μαζί μου. Μόλις πλησιάσαμε η ευγενική κοπέλα απομακρύνθηκε και συνεχίσαμε μόνες έως το τραπέζι. Η Άλις αμέσως φίλησε απαλά τον Τζάσπερ στα χείλη. Ο Τζάσπερ τράβηξε την καρέκλα και σηκώθηκε μέχρι να καθίσει η Άλις. τράβηξε και την δίκιά μου καρέκλα και αφότου κάθισα κάθισε και εκείνος στο τραπέζι δίπλα στην Άλις. αμέσως το χέρι του βρέθηκε στο δικό της.

«Καλησπέρα Τζάσπερ.» είπα με μια αμυδρή αμηχανία να διακρίνεται στην φωνή μου.

«Τι κάνεις Μπέλλα;» συνέχισε πριν απαντήσω με ένα χαμόγελο να διαγραφετε στην ζεστή φωνή του. «προσέχεις την Άλις;» Η Άλις διπλα του χαμογέλασε και είδα τα μαγουλα της να ροδίζουν ελάχιστα. μια σερβιτόρα μας διέκοψε καθώς ήρθε για να παραγγείλουμε.

«Καλησπέρα.» είπε ευγενικά με μια πολύ ζεστη φωνή. Μας έδωσε τον κατάλογο και απομακρύνθηκε. Κοίταξα τον κατάλογο. Ήταν επενδυμένος με μαύρο δέρμα και οι σελίδες του στολίζονταν με φύλλα χρυσού. Έριξα μια ματια στο μενού. Δεν ήξερα τι να παραγγείλω μιας και τα περισσότερα πιάτα ήταν σε γαλλικές ορολογίες που δεν γνώριζα οποτε το άφησα πάνω στην Άλις. Η σερβιτόρα ήρθε έπειτα από λίγο διακόπτοντα την κουβέντα του Τζάσπερ και της Άλις σχετικά με τη μαύρη τρούφα. Εγώ στο ενδιάμεσο παρατηρούσα τον κόσμο τριγύρω. Δεν ήξερα γιατί το έκανα αν και προσπαθούσα να υπενθυμίζω στον εαυτό μου ότι δεν το έκανα με την ελπίδα να ξαναδώ τον νεαρό. Από το απέναντι τραπέζι ένας νεαρός με καστανά μάτια και ξανθά μαλλιά με κοιτούσε. Γύρισα απότομα το βλέμμα μου στην κοπέλα που σημείωνε την παραγγελία μας.

«'Ένα μπουκάλι ροζέ οίνος του 1992 θα ήταν ότι έπρεπε.» άκουσα την Άλις να λέει εκείνη την στιγμή. Δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία. Δεν ήξερα καν τι παράγγειλε για εμένα. Κοιτούσα την χρυσόσκονη που ήταν σκορπισμένη πάνω στο λευκό αναμμένο κερί στο τραπέζι. γύρω από το κερί υπήρχαν κάποια φύλλα γκι. η κοπέλα έφυγε και βρήκα την ευκαιρία να χαλάσω ελάχιστα το σχέδιο της Άλις.

«Περιμένουμε κάποιον;» είπα δείχνοντας με το βλέμμα μου την κενή θέση δίπλα μου. τους είδα να σαστίζουν και με κοίταξαν με ένα βλέμμα σαν μην ήξεραν τι να απαντήσουν.

«Ε όχι.» είπε η Άλις τελικά με αμηχανία. γρήγορα άλλαξε θέμα επιβεβαιώνοντας τις εικασίες μου σχετικά με το σχέδιο της.

«Σου παράγγειλα πιατέλες με λεμοντέλλο μαύρη τρούφα και προσούτο.» το είπε με έναν ενθουσιασμό σαν να περιέγραφε ένα έδεσμα ισάξιο της αμβροσίας. Τη ν κοίταξα με ένα βλέμμα που κατέστησε σαφές ότι δεν με ενδιάφερε ιδιαίτερα. Έστρεψα το βλέμμα μου ξανά στον ξανθό νεαρό που με κοιτούσε ακόμα μερικά τραπέζια πιο κάτω. Καθόταν μόνος του πίνοντας ένα ποτήρι σαμπάνια.

«Άλις νομίζω αυτός εκεί με κοιτάει.» την είδα να γυρίζει πολύ διακριτικά. Στράφηκε ξανά σε μένα με ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη της.

«Λοιπόν;» είπε παροτρύνοντας με να του κάνω νεύμα και να έρθει κοντά.

«Δεν ξέρω.» είπα τελικά και είδα την σερβιτόρα να έρχεται με ένα μπουκάλι κρασί σώνοντας με. Το άνοιξε δίνοντας τον φελλό στον Τζάσπερ. Τον μύρισε προσεχτικά και έγνεψε. Σέρβιρε μια μικρή ποσότητα σε ένα κρυστάλλινο ποτήρι και άφησε τον Τζάσπερ να δοκιμάσει. Ανακάτεψε λίγο το κρασί στην στόμα του και έγνεψε ξανά. Η κοπέλα σέρβιρε κρασί στο Τζάσπερ εμένα και την Άλις. έπιασα το ποτήρι και δοκίμασα. Είχε μια μικρή οξύτητα. Ήταν πολύ καλό. Προσπάθησα να παρακινήσω την Άλις να μιλήσει για το κρασί και να ξεχάσει τον νεαρό που με κοίταζε όλο και πιο επίμονα τώρα στα μάτια.

«Λοιπόν πως σου φαίνεται το κρασί;» την είδα να επεξεργάζεται λίγο τον τόνο μου αλλά απάντησε με ειλικρίνεια.

«Έχει ένα φρουτώδες χριστουγεννιάτικο άρωμα.» έκανε μια παύση για να δοκιμάσει ξανά και επέστρεψε στο ζήτημα που την ενδιέφερε. «Λοιπόν τι θα κάνεις με τον νεαρό που σε κοιτάζει;» κοίταξα για λίγο τα μικροσκοπικά κομμάτια χρυσόσκονης πάνω στο κερί και ευχήθηκα πιο πολύ από ποτέ να εμφανιζόταν ο νεαρός που είδα χθες το απόγευμα. Δεν μπορούσα να επικεντρωθώ σε αυτόν που με κοιτούσε τώρα λίγα τραπέζια πιο εκεί όταν σκεφτόμουν το πράσινο χρώμα των δικών του ματιών.

«Δεν ξέρω.» είπα και είδα την σερβιτόρα να έρχεται για τελευταία φορά και να αφήνει τα πιάτα στο τραπέζι. Έπιασα το μαχαιροπίρουνο και δοκίμασα μια ταλιατέλα. ήταν υπέροχη. Είχε μια ελαφριά γεύση λεμονιού και διατηρούσε όλη την φρεσκάδα του.

«Είναι πάλι εξαιτίας αυτού που είδες χθες το απόγευμα;» έκανε μια παύση και περίμενε κάτι που να επιβεβαιώνει την πρόταση της. Δεν χρειαζόταν είχε ήδη καταλάβει.«Μπέλλα ξέχνα τον. Δεν πρόκειται να τον ξαναδείς. Κοίτα να περάσεις καλά και ξέχνα κάποιον που επιμένεις ότι ερωτεύτηκες με ένα μόνο βλέμμα.» τα λόγια της με επανέφεραν στην πραγματικότητα. Είχε δίκιο. Την είδα να κόβει με το πιρούνι ένα μικρό κομμάτι γεμιστή γαλοπούλα. Συνέχισα να τρώω τις ταλιετελες. Είχα πείσει πλέον τον εαυτό μου ότι δεν τον ξαναέβλεπα. Έτρεφα όμως ακόμα ελπίδες.

Η ώρα περνούσε και μια έτρωγα μια αφιερωνόμουν στον δυναμικό ήχο των βιολιών και μια κοιτούσα τον νεαρό που με κοιτούσε στα ματιά καθ’ όλη την διάρκεια του γεύματος. Ήλπιζα να τον ξαναδώ. Το ήθελα όσο τίποτε άλλο όμως δεν εμφανίστηκε. Η Άλις είχε δίκιο. Δεν πρόκειται να γίνει σαν τις ρομαντικές κομεντί. Δεν θα εμφανιζόταν.

Κοίταξα την Άλις καθώς μιλούσε στον Τζάσπερ. Τα χείλη τους άγγιξαν για μια ακόμη φορά. Δεν ήξερα τι να κάνω. Τα βιολιά άρχισαν να παίζουν την μελωδία του white christmas. Προσπάθησα να απορροφηθώ από αυτήν άλλα δεν μπορούσα. Ήθελα να πω στην Άλις πως έπρεπε να φύγω αλλά δεν ήξερα πως θα το πάρει. Είχα παραδώσει τα όπλα. Δεν όφειλε να μείνω άλλο εδώ. το μόνο που ήθελα ήταν να τον ξαναδώ. Γιατί όμως;

Δεν πίστευα σε καμιά περίπτωση στο κεραυνοβόλο έρωτα αλλά ένιωθα όμορφα καθώς τον σκεφτόμουν. Έφαγα και την τελευταία ταλιατελα από το πιάτο μου κοιτώντας για μια τελευταία φορά τον νεαρό που με κοιτούσε στα μάτια.

«Με συγχωρείτε.» είπα και σηκώθηκα από την καρέκλα μου. Τους άφησα και πήγα προς το μπάνιο. Είδα την Άλις να με κοιτάει με απορία. Έπειτα από λίγο ήμουν πάνω από τον μεγάλο γρανιτένιο πάγκο στην τουαλέτα. Κοιτούσα τον εαυτό μου στον καθρέπτη. Η Άλις με είχε κάνει πραγματικά όμορφη. Βγήκα έξω με αέρα αυτοπεποίθησης. Έπρεπε να περάσω καλά. Έρχονταν Χριστούγεννα έτσι και αλλιώς. Κάθισα ξανά στην θέση μου και ήπια μια γουλιά από το κρασί μου.

«Μπέλλα είσαι καλά;» ρώτησε η Άλις.

«Μια χαρά.» είπα και κοίταξα για άλλη μια φορά τον νεαρό με τα ξανθά μαλλιά. Έπινε ακόμα ένα ποτήρι σαμπάνια και με κοιτούσε στα μάτια.

Έκανα να γνέψω γεμάτη αυτοπεποίθηση όταν όλα γύρω μου πάγωσαν. Ο χρόνος σταμάτησε. Τα δευτερόλεπτα δεν κυλούσαν πλέον. Όλος ο χρόνος είχε σταματήσει μπροστά του. Ο νεαρός με τα πυρρόξανθα μαλλιά και τα πράσινα μάτια μπήκε στην αίθουσα.

Ήταν εντελώς μόνος. Ένιωσα την καρδιά μου να σταματάει. Δεν θα περίμενα ποτέ να τον ξαναδώ στην ζωή μου. Η Άλις με κοίταξε με απορία. Ακολούθησε το βλέμμα μου και έπεσε πάνω του. Την είδα να κοιτάει με περιέργεια. Εγώ όμως είχα μαγνητιστεί από εκείνον. Τον είδα να γυρίζει και με κοίταξε στα μάτια. Ένιωσα ρεύμα να διαπερνάει το βλέμμα μας. Τον είδα να ξαφνιάζεται. Με θυμόταν. Το ποτήρι με το κρασί γλίστρησε από το χέρι μου και προσγειώθηκε στο πάτωμα. Το κρύσταλλο έσπασε.

Εγώ όμως δεν ασχολήθηκα δευτερόλεπτο. Τον κοιτούσα στα μάτια. Οι ευχές μου είχαν πραγματοποιηθεί. Το χριστουγεννιάτικο τραγούδι που ακουγόταν από τους βιολιστές τώρα στην αίθουσα με έκανε να βυθιστώ μέσα στην ευτυχία.

«Τον ξέρεις;» ρώτησε η Άλις με απορία. Αν και ήμουν σίγουρη ότι είχε καταλάβει.

«Άλις ο νεαρός που είδα χθες το απόγευμα.» δεν μπορούσα ακόμα να το πιστέψω ούτε εγώ. Γύρισα ξανά το βλέμμα μου προς αυτόν. Με κοιτούσε ακόμα σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί από που με ξέρει η σαν να είχε εκπλαγεί που με ξαναέβλεπε. Και τότε κατάλαβα.

Ακόμα και να τον ξαναέβλεπα δεν σήμαινε ότι εκείνος ένιωθε κάτι για μένα. Καλά καλά ούτε εγώ δεν ήξερα. Αποκλείεται να υπάρχει έρωτας με την πρώτη μάτια. Η Άλις είχε δίκιο. Τον είδα να κάθεται σε ένα τραπέζι και ένιωσα ελαφρώς απογοητευμένη. Δεν είχα καταλάβει ότι να τον ξαναδώ δεν σήμαινε απαραίτητα και κάτι. Έπιασα ένα άλλο ποτήρι και έβαλα λίγο κρασί. Το πήρα και κοίταξα την Άλις.

«Έτσι θα μείνεις;» ρώτησε με περιέργεια. «Δεν θα πας να του μιλήσεις;»

«Ούτε καν τον ξέρω. Ίσως τελικά να είχες δίκιο. Δεν πιστεύω στον έρωτα με την πρώτη ματιά. Αποκλείεται να νιώθει έστω το παραμικρό για μένα. Και το ίδιο θα έπρεπε να συμβαίνει και με εμένα.» τέλειωσα την πρόταση μου με πικρία στο στόμα μου. Την είδα να σαστίζει. Είχα και εγώ σαστίσει. Δεν περίμενα αυτήν την αντίδραση.

Ήθελα τόσο να τον δω που δεν είχα υπολογίσει τα υπόλοιπα. Τον παρακολούθησα να σηκώνεται και να έρχεται προς το μέρος μας. Η καρδιά μου σταμάτησε να χτυπά. Μου μίλησε και έμεινα να τον κοιτάζω άφωνη. Η φωνή του ήταν μαγευτική.

«Νομίζω ότι από κάπου σε γνωρίζω.» δεν ήξερα τι να απαντήσω. Κοίταξα την Άλις. Χαμογελούσε.

«Ναι νομίζω σε είδα χθες το απόγευμα από μακριά.» δεν μπορούσα να πιστέψω ότι με θυμόταν. Άρχισα να τρέφω ελπίδες ότι είχε νιώσει το ίδιο.

«Σε πειράζει να καθίσω;» κοίταξε πρώτα εμένα και έπειτα την Άλις και τον Τζάσπερ.

«Ε όχι παρακαλώ.» προσπάθησα με μικρή επιτυχία να κρατήσω την φωνή μου ανέκφραστη.

«Με λένε Έντουαρντ.» είπε και μου έτεινε το χέρι του. Το είδα να μένει μετέωρο μπροστά μου και δεν ήξερα τι να κάνω. Το έσφιξα και είπα μουρμουρίζοντας το όνομα μου.

«Μπέλλα.» με κοίταξε για λίγο και έπειτα στράφηκε στην Άλις και τον Τζάσπερ. Δεν πρόσεξα καθώς συστήνονταν. Κοιτούσα το δέρμα του, τα χείλη του, το πράσινο χάος των ματιών του.

Πως περνούσε κάθε λίγο μέσα από τα μαλλιά του τα δάχτυλα του. Η ευχή μου είχε πραγματοποιηθεί. Κοίταξα ξανά την χρυσόσκονη γύρω από το κερί και σκέφτηκα ότι ήταν μαγική. Όχι μαγική ήταν μόνο η στιγμή που περνούσα τώρα.

Έστρεψε ξανά το βλέμμα του προς τα εμένα.

«Λοιπόν Μπέλλα. Σπουδάζεις;»

«Ε ναι.» ψιθύρισα σχεδόν στην προσπάθεια μου να μην δείξω τον ενθουσιασμό που ξεχείλιζε μέσα από την φωνή μου. Χτύπησε το κινητό του.

«Με συγχωρείτε.» απάντησε και περίμενα για ένα λεπτό μέχρι να τελειώσει. «Λυπάμαι πρέπει να φύγω.» αμέσως απογοήτευση κατέκλυσε κάθε κύτταρο του κορμιού μου.

«Ορίστε το τηλέφωνο μου.» έβγαλε ένα στυλό και το έγραψε πάνω σε ένα κομμάτι χαρτί που έβγαλε από την τσέπη του. Έπιασα το χαρτάκι και το έβαλα στην τσέπη μου. Δεν μπόρεσα να μην κάνω χιούμορ καθώς έφευγε προσπαθώντας παράλληλα να κρύψω την θλίψη μου.

«Κουβαλάς πάντα μαζί σου ένα στυλό και ένα χαρτί για αυτήν την περίπτωση;» τον είδα να χαμογελάει. Όλο του το πρόσωπο φωτίστηκε.

«Ε όχι απλά επειδή ήξερα ότι μετά θα έπρεπε να πάω σε αυτήν την δουλειά..

Χαμογέλασε ξανά. «Λυπάμαι πρέπει να φύγω. Καλό βράδυ.»

«Θα τα πούμε.» ψιθύρισα.

«Πάρε με αύριο το βράδυ.» απάντησε καθώς απομακρυνόταν από το τραπέζι μας.

«Λοιπόν.» είπε περιπαίχτηκα η Άλις.

«Τώρα πιστεύεις στις ρομαντικές κομεντί;»

«Άλις έτυχε.» δικαιολόγησα αν και δεν τον πίστευα ούτε εγώ. Ήταν σαν να είχε γίνει το θαύμα των Χριστουγέννων. «Δεν ξέρω καν τι κάνει εδώ, γιατί ήρθε και μου μίλησε, αν δουλεύει, την ηλικία του.» Συνειδητοποίησα ότι δεν ήξερα σχεδόν τίποτα για αυτόν.

«Ξέρεις όμως σίγουρα ένα πράγμα.» έκανε μια παύση και συνέχισε. «Είναι ερωτευμένος μαζί σου.»