BLOGGER TEMPLATES - TWITTER BACKGROUNDS »

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2011

Στοχεύοντας Τα Αστέρια



                                            7ο Κεφάλαιο
                                 Αιχμαλωτίζοντας Tα Όνειρα

Μπρούκλιν Νέα Υόρκη,1920

                                        ‘ 14 χρόνια μετά ’

Alices POV

Ο θόρυβος καθώς το σώμα μου συνέθλιβε το γυαλί έφτασε στα αυτιά μου απόμακρος σαν να βρισκόμουν ήδη σε ένα άλλον κόσμο. Ένιωσα χιλιάδες κομμάτια γυαλιού να μπήγονται στην σάρκα μου. Ένα καυτό υγρό έτρεξε στο σώμα μου. Δεν είχα χρόνο όμως να νιώσω τον οξύ πόνο που διαπερνούσε το κορμί μου.

Έπεφτα.

Βρισκόμουν σε ελεύθερη πτώση. Στροβιλιζόμουν στον αέρα διαγράφοντας τούμπες. Τα μαλλιά μου μαστίγωναν ανελέητα το πρόσωπο μου και ένιωσα τα μάτια μου να τσούζουν από τον αέρα. Έστρεψα το βλέμμα μου ψηλά και αντίκρισα το σημείο από όπου είχα πέσει. Η σοφίτα.

Ένα από τα παράθυρα της ήταν σπασμένο και ήταν φανερό ότι κάποιος με έσπρωξε με την πλάτη, έπεσα πάνω του και το έσπασα. Δεν μπορούσα να διακρίνω καμία φιγούρα όμως να στέκεται στο σπασμένο παράθυρο και να με κοιτάζει να πέφτω. Ήταν σαν να με έσπρωξε και έπειτα να εξαφανίστηκε.

Το έδαφος πλησίαζε όλο και περισσότερο. Σφράγισα τα μάτια μου τόσο σφιχτά που τα βλέφαρα μου τρυπούσαν το δέρμα μου. Αντί όμως να νιώσω το κορμί μου να συνθλίβεται στο έδαφος και έπειτα να χαθώ σε μια μαύρη άβυσσο, η ακοή μου πλημμύρισε από έναν τραχύ ήχο. Σίδερο που τρίβεται πάνω σε σίδερο.

Άνοιξα τα μάτια μου νιώθοντας ακόμη την αύρα του εφιάλτη να με πνίγει.

Κοίταξα τριγύρω μου το απόλυτο σκοτάδι που κυριαρχούσε στο μικρό δωμάτιο και σπίτι μου τα τελευταία δεκατέσσερα χρόνια. Αν υπολόγιζα τις μέρες σωστά σήμερα ήταν δεκατέσσερα χρόνια από την μέρα που πρωτοήρθα εδώ.

Τίποτα δεν είχε αλλάξει όλα αυτά τα χρόνια εκτός από ένα πράγμα. Περνούσα το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας μόνη μου στο σκοτεινό κελί που αποκαλείται δωμάτιο μου, και το υπόλοιπο μέρος της με την Σαμάνθα στην σοφίτα. Μια φορά την εβδομάδα βυθιζόμουν στο βρόμικο νερό της μπανιέρας έχοντας πλέον συνηθίσει τον λιγοστό χρόνο που είχαμε να κάνουμε μπάνιο. Τίποτα πέρα από την καθημερινή ρουτίνα δεν είχε συμβεί όλα αυτά τα χρόνια. Ήμουν ευτυχισμένη μόνο όταν βρισκόμουν μαζί με την Σαμάνθα. Ένιωθα πως είχα τουλάχιστον μια φίλη.

Δεν πείραζε όμως. Αυτή ήταν η ζωή μου είτε το ήθελα είτε όχι. Και έπρεπε να την περάσω όπως καλύτερα μπορούσα. Το μόνο πράγμα που με πλήγωνε όλα αυτά τα χρόνια ήταν ότι ποτέ δεν εμφανίστηκε ο άντρας με τα χρυσαφένια μάτια. Πολλές φόρες προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι αυτό ήταν θετικό.

Αποδείκνυε ότι τα όνειρα που έβλεπα δεν έβγαιναν πάντα σωστά. Υποδείκνυε πως δεν ήμουν τρελή. Και το μόνο πράγμα που είχε αλλάξει από την πρώτη μέρα που πάτησα το πόδι μου στην πλακόστρωτη αυλή του άσυλου τόνιζε ακριβώς αυτό. Ότι δηλαδή δεν ήμουν τρελή. Το μόνο πράγμα που είχε αλλάξει ήταν ότι δεν είχα ξαναδεί από τότε αυτά τα απαίσια όνειρα.

Γεγονός όμως που υπενθύμιζε επίσης ότι θα μπορούσα να μένω με την οικογένεια μου. Να μην είχα έρθει εδώ ποτέ. Βασικά δεν είχα δει ούτε φυσιολογικά όνειρα. Δεν έβλεπα καθόλου όνειρα.

Έτρεμα γιατί πλέον όλα αυτά ήταν παρελθόν. Προσπάθησα να σταματήσω τα δόντια μου επειδή χτυπούσαν συνεχώς μεταξύ τους. Ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί μου. Τα όνειρα είχαν μόλις επιστρέψει. Είχα τόσο καιρό να δω ένα από αυτά τα ανεξήγητα όνειρα που με οδήγησαν εδώ που δεν ήμουν σίγουρη εάν αυτό το όνειρο ήταν φυσιολογικό ή όχι.

Προσπάθησα ξανά ανεπιτυχώς να διώξω την αίσθηση του εφιάλτη από πάνω μου. Επικεντρώθηκα στο γεγονός ότι ο θόρυβος που με ξύπνησε ήταν η πόρτα που άνοιγε. Αυτό σημαίνει ότι κάποιος είχε έρθει να μου αφήσει φαγητό. Ήταν η μόνη ευκαιρία να δραπετεύσω έστω και προσωρινά από το κελί μου.

Ένιωσα ένα μικρό αεράκι να φυσάει στο πρόσωπο μου. Η πόρτα ήταν ακόμη ανοιχτή. Κράτησα την ανάσα μου και κόλλησα το κορμί μου πάνω στον παγωμένο τοίχο του δωματίου. Σύρθηκα αθόρυβα μέχρι την πόρτα και γλίστρησα έξω με ανακούφιση. Περίμενα να ακούσω αυτόν που είχε έρθει να απομακρύνεται ευχαριστώντας παράλληλα την τύχη που είχε έρθει χωρίς φανάρι.

Ο θόρυβος από τα βήματα που αντηχούσαν στον πέτρινο διάδρομο άρχισε να μειώνεται. Όταν ήμουν σίγουρη πως απομακρύνθηκε αρκετά άρχισα να βηματίζω προς την πόρτα της Σαμάνθας προσπαθώντας να ανακτήσω την ανάσα μου.

«Σαμάνθα;» ψιθύρισα τόσο σίγα που μετά βίας άκουγα την ίδια μου την φωνή. Καμία απάντηση πέρα από την απόλυτη σιωπή.

Δεν είχε βγει έξω. Είχα να την δω σχεδόν μια εβδομάδα. Όλη αυτήν την βδομάδα ποτέ δεν ξεγλιστρούσε έξω από το κελί της όποτε κάποιος ερχόταν να της δώσει φαγητό. Πράγμα πολύ παράξενο αφού πάντα μία φορά τη μέρα όταν έρχονταν, η Σαμάνθα έβγαινε μαζί μου και πηγαίναμε στην σοφίτα. Τι είχε αλλάξει αυτήν την εβδομάδα;

Μια ανατριχιαστική σκέψη πέρασε στιγμιαία από το μυαλό μου. Και αν είχε πάθει κάτι; Προσπάθησα να καθησυχάσω τον εαυτό μου και άρχισα να ακολουθώ τον γνώριμο δρόμο προς την σοφίτα μέσα από τους σκοτεινούς δαιδαλώδης διαδρόμους.

Δεν είχα ιδέα τι ώρα ήταν και περίμενα καθώς έφτασα στον διάδρομο με τα παράθυρα που οδηγούσε στην σοφίτα να αντικρίσω περισσότερο σκοτάδι. Αντί για αυτό όμως αντίκρισα την χαραυγή. Ο ήλιος στο βάθος μόλις που φαινόταν και ο ουρανός είχε πάρει πανέμορφα πορτοκαλί και κόκκινα χρώματα.

Ένας οξύς πονοκέφαλος άρχισε να σχηματίζεται στο κεφάλι μου σαν κατάλοιπο του απαίσιου εφιάλτη που είδα. Δεν μπορούσα να σταματήσω να ανησυχώ για την Σαμάνθα. Έτρεμα στην ιδέα ότι κάτι μπορεί να της συνέβη.

Σταμάτησα να αγναντεύω την χαραυγή από τα παράθυρα του διαδρόμου με την σκέψη ότι από την σοφίτα θα είναι πολύ πιο όμορφη. Πρώτη φόρα πήγαινα ολομόναχη στην σοφίτα. Όλη αυτήν την εβδομάδα που η Σαμάνθα είχε εξαφανιστεί περίμενα στο ολοσκότεινο διάδρομο μόνη μου μέχρι κάποιος να ξανανοίξει την πόρτα και να γλιστρήσω πίσω στο δωμάτιο μου.

Άρχισα να ανεβαίνω την ετοιμόρροπη σκάλα. Σήμερα δεν μπορούσα να γυρίσω μόνη πίσω στο σκοτεινό διάδρομο. Ήθελα να αποτινάξω από πάνω μου τον εφιάλτη και ήθελα να αναγκάσω τον εαυτό μου να ξεχάσει ότι σαν σήμερα είχα έρθει στο άσυλο.

Πέρσι την σημερινή μέρα την πέρασα με την Σαμάνθα εξερευνώντας το άσυλο. Ποτέ όλα αυτά τα χρόνια δεν είχα αντικρίσει ολόκληρο το άσυλο. Πέρυσι για πρώτη φόρα είδα τόσα πολλά από αυτό.

Ακόμη όμως υπήρχαν χιλιάδες μέρη που δεν είχα δει. Κάθισα στο σκονισμένο πάτωμα της σοφίτας και χάθηκα στον απέραντο ορίζοντα. Ο ήλιος πλέον είχε φανεί στον ουρανό και είχαν χαθεί κάποια από τα υπέροχα χρώματα.

Πέρσι είχα αντικρίσει για πρώτη φορά τον εαυτό μου σε καθρέφτη μετά από τόσα χρόνια. Η εικόνα μου με τρόμαξε. Έμοιαζε τόσο με την εικόνα που είχα στα όνειρα μου. Στα όνειρα που έβλεπα πριν δεκατέσσερα χρόνια και σήμερα είχαν επιστρέψει. Σε εκείνα τα όνειρα που ήμουν μαζί με τον άντρα με τα χρυσά μάτια. Σε εκείνα τα όνειρα που τον φιλούσα. Που καθόμασταν μαζί κάτω από ένα μεγάλο δέντρο. Σε εκείνα τα όνειρα που όταν ξυπνούσα ένιωθα ένα ανεξήγητο συναίσθημα ευτυχίας, ίσως αγάπης.

Αγάπης γιατί όμως; Για κάποιον που δεν γνώριζα; Για κάποιον που υπήρχε μόνο στην φαντασία μου; Όλα αυτά τα χρόνια δεν είχα μιλήσει ποτέ στην Σαμάνθα για τον νεαρό με τα χρυσά μάτια.

Δεν ξέρω γιατί δεν το είχα κάνει. Ίσως από φόβο ότι έπειτα θα εμφανιζόταν. Φοβόμουν ότι εάν πω δυνατά ότι ίσως να υπήρχε θα γινόταν αληθινός. Παρότι ευχόμουν να εμφανιστεί, βαθιά μέσα μου δεν ήμουν σίγουρη εάν ήθελα. Εάν εμφανιζόταν ίσως να σήμαινε ότι όντως ήμουν τρελή. Η σκέψη της Σαμάνθας με έκανε να ανησυχήσω περισσότερο για αυτήν.

Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι οι σκέψεις μου με οδηγούσαν σε ένα φαύλο κύκλο. Επαναλάμβανα συνεχώς ξανά και ξανά τα ίδια πράγματα μέσα στο κεφάλι μου. Τις ίδιες σκέψεις τις ανακάτευα ξανά και ξανά. Η μνήμη μου είχε αρχίσει να με εγκαταλείπει μαζί με την όραση μου. Πλέον δεν έβλεπα την θέα από την σοφίτα με την διαύγεια που την έβλεπα κάποτε.

Όλα αυτά τα χρόνια μέσα στο απόλυτο σκοτάδι δίχως τίποτα να δω, δίχως τίποτα να απομνημονεύσω έκαναν τις δύο αυτές αισθήσεις σιγά σιγά να εξαφανιστούν.

Το μόνο που τις κρατούσε ακόμα μέσα μου ήταν ότι έβγαινα που και που από το κελί μου μαζί με την Σαμάνθα. Αλλά τώρα κόντευα να χάσω και αυτό, επειδή η Σαμάνθα είχε εξαφανιστεί . Οι σκέψεις μου ξανά γύρισαν εκεί που είχαν αρχίσει.

Εάν δεν έκανα κάτι σύντομα θα τρελαινόμουν τελικά στην πραγματικότητα. Ίσως ήδη να είχε συμβεί αυτό. Τα μάγουλα μου ήταν υγρά. Δεν είχα καταλάβει καν ότι έκλαιγα. Σηκώθηκα και άρχισα να τρέχω. Τα βήματα μου χτυπούσαν πάνω στην σκόνη σχηματίζοντας μικρά σύννεφα. Εάν είχα χρόνο να τα κοιτάξω θα έβλεπα πως έμοιαζαν με τα αφράτα σύννεφα, που παρακολουθούσα στο ουρανό, ξαπλωμένη ανάμεσα στα γογγύλια στην αυλή μας, στο αρχοντικό που είχα αφήσει πίσω μου σαν σήμερα πριν από δεκατέσσερα χρόνια.

Κατέβηκα την ξεχαρβαλωμένη σκάλα με τα βήματα μου να αντηχούν στα ξύλινα σκαλιά. Εάν γυρνούσα να κοιτάξω πίσω μου θα έβλεπα στον διάδρομο μια μορφή. Κάποιος πλησίαζε από το θόρυβο που είχα προξενήσει. Αλλά δεν είχα χρόνο να κοιτάξω πίσω μου.

Όταν το έκανα ήταν αργά. Ή μήπως όχι. Δεν είχε δει το πρόσωπο μου. Δεν ήξερε ότι ήμουν εγώ. Η μορφή ήταν σίγουρα κάποια που δούλευε στο άσυλο. Άκουσα το θόρυβο από το φόρεμα της καθώς θρόιζε την ίδια στιγμή που έστριβα σε ένα σκοτεινό διάδρομο που δεν είχα δει ποτέ.

Εάν δεν ήμουν τόσο απασχολημένη να γυρίσω πίσω ασφαλής στο δωμάτιο μου θα έβλεπα μπροστά μου κάτι που θα με τρέλαινε ακόμη περισσότερο. Γιατί μέσα στο σκοτάδι με κοιτούσε γαλήνια ένα ζευγάρι χρυσαφένια μάτια.

Όταν το συνειδητοποίησα ήμουν ήδη έξω από το δωμάτιο μου τρέμοντας και κλαίγοντας περιμένοντας να ανοίξει κάποιος την πόρτα και να γυρίσω στην ασφάλεια του βελούδινου σκοταδιού μέσα στο κελί μου. Δεν ήξερα εάν το είχα φανταστεί. Ίσως να το είχα φανταστεί αλλά παρόλα αυτά ήμουν πεπεισμένη ότι μόλις πριν λίγα λεπτά ή ίσως να ήταν και ώρες είχα δει για πρώτη φόρα ζωντανά και όχι σε ένα όνειρο τον άντρα με τα χρυσαφένια μάτια.

Δεν ήξερα καν πως είχα φτάσει ξανά πίσω, έξω από την πόρτα στο δωμάτιο μου. Το μόνο που με ένοιαζε ήταν ότι ο άντρας με τα χρυσά μάτια ήταν αληθινός. Ένιωθα ότι πλέον δεν πείραζε που οι αναμνήσεις από τα παιδικά μου χρόνια με είχαν εγκαταλείψει. Πλέον είχα νέες αναμνήσεις να γεμίσω το κεφάλι μου.

***

Η Σύνθια με κοίταζε καθώς ετοιμαζόμουν. Φορούσα ένα λευκό φόρεμα που μου έφτανε μέχρι τα γόνατα. Στο τελείωμα είχε μικρά πολύχρωμα λουλουδάκια με χρυσαφένιες λεπτομέρειες.

Παρά τις αντιρρήσεις της μητέρας μου άφησα τα καστανά μαλλιά μου να πέφτουν ελεύθερα στου ώμους μου. Σήμερα ήταν τα έκτα γενέθλια μου. Θα με αφήναν να κάνω κάτι διαφορετικό.

Τεντώθηκα βάζοντας όλο μου το βάρος στις φτέρνες μου για να πιάσω τον καθρέφτη πάνω στο ράφι.

«Άσε με να σε βοηθήσω αδερφούλα!» άκουσα την Σύνθια να λέει μισογελώντας. Μου έδωσε το καθρέφτη παίρνοντας με αγκαλιά. Της έδωσα ένα απαλό φιλί στο μάγουλο χαμογελώντας.

Κατέβηκα την σκάλα ακούγοντας πίσω μου την Σύνθια να φωνάζει:

«Μην τρέχεις! Πρόσεξε μην πέσεις!» δεν μπορούσε όμως να κρύψει το χαμόγελο της και άφησε το γέλιο της να ξεδιπλωθεί κελαρυστό στον αέρα.

Έπεσα στην αγκαλιά του πατέρα μου μυρίζοντας μόνο το γλυκό του άρωμα. Καθόλου αλκοόλ σήμερα. Η μητέρα μου στεκόταν δίπλα του φορώντας ένα μακρύ κατακόκκινο φόρεμα. Το φλογερό του χρώμα ήταν αρκετά προκλητικό, αλλά σήμερα όλα επιτρέπονταν.

Πέρασε το χέρι της ανάμεσα στα καστανά μου μαλλιά. Ένα μικρό χαμόγελο διαγραφόταν ανάμεσα και στα δικά της χείλη.

«Είσαι έτοιμη για την γιορτινή σου έκπληξη;» ρώτησε τραγουδιστά. Της έγνεψα καταφατικά ανυπόμονα. Σήμερα θα περνούσαμε την μέρα κάπου ξεχωριστά.

Την άφησα να με πιάσει από το χέρι καθώς βγαίναμε από το σπίτι και διασχίζαμε την αυλή προς μια μικρή άμαξα που μας περίμενε στην άκρη του μονοπατιού με δύο λευκά άλογα ζεμένα να μας κοιτάζουν. Μπήκα στην άμαξα με ένα μικρό πηδηματάκι νιώθοντας τα χέρια του πατέρα μου στην μέση μου.

Δίπλα μου κάθισε η μητέρα μου και απέναντι μου ο πατέρας μου με την Σύνθια. Η άμαξα ξεκίνησε με ένα μικρό αναπηδητό στις πέτρες του λιθόστρωτου δρόμου. Απομακρυνθήκαμε από την πόλη περνώντας μέσα από το δάσος με τα έλατα. Μπορούσα σχεδόν να διακρίνω τον πόταμο να κυλάει ανάμεσα τους.

Δεν είχα ιδέα που πηγαίναμε και καθώς ανάμεσα από τα δέντρα άρχισε να διακρίνεται μια λίμνη ένιωσα την ανυπομονησία να ανθίζει μέσα μου. Η άμαξα σταμάτησε στην μέση ενός ξέφωτου δίπλα στην λίμνη. Στις κρυστάλλινες όχθες της ξεπρόβαλλε ένας μικρός ξύλινος φράχτης.

Κατέβηκαν όλοι από την άμαξα αφήνοντας με τελευταία να αγναντεύω την διάφανη επιφάνεια της λίμνης. Μόλις τα πόδια μου πάτησαν το χλωρό γρασίδι έτρεξα κατευθείαν προς τις όχθες τις γελώντας. Η άμαξα πίσω μου απομακρύνθηκε χωμένη προς το δάσος. Θα επέστρεφε αργότερα να μας πάρει.

Έφτασα δίπλα στις όχθες τις κοιτώντας μαγεμένη τα χρώματα που σχημάτιζε ο ήλιος στα διάφανα νερά. Το χρυσό ξεχώριζε ανάμεσα σε όλα τα χρώματα. Βούτηξα το χέρι μου στο δροσερό νερό της λίμνης.

Στις απέναντι όχθες τις σχηματιζόταν μια ελαφριά ομίχλη. Ανάμεσα στα δέντρα μπόρεσα να δω για ένα δευτερόλεπτο έναν γκρίζο λύκο να περνάει κατευθυνόμενος προς το δροσερό σκοτάδι του δάσους.

«Χρόνια πολλά Άλις» άκουσα πίσω μου την μητέρα μου να λέει. Ο πατέρας μου χαμογέλασε μόλις γύρισα να τον κοιτάξω. Μια από τις σπάνιες φορές που χαμογελούσε.

***

                                ‘2 Εβδομάδες μετά’

Το βελούδινο παγωμένο σκληρό σκοτάδι με αγκάλιαζε. Βύθισα τα δόντια μου στην γλυκιά σάρκα του μήλου αφήνοντας τις σκέψεις μου να με παρασύρουν. Είχα δύο εβδομάδες να βγω έξω από το δωμάτιο μου. Τρεις εβδομάδες να δω την Σαμάνθα.

Δεν βγήκα από το δωμάτιο μου παρότι είχα την ευκαιρία. Η Σαμάνθα ήταν αυτή τώρα που περίμενε δύο εβδομάδες έξω από το δωμάτιο μου στο σκοτεινό διάδρομο. Εάν είχε βγει δηλάδη από το δωμάτιο της. Εάν ήταν καλά.

Δύο εβδομάδες τώρα με βασάνιζαν οι ίδιες σκέψεις. Η Σαμάνθα και η μυστηριώδης εξαφάνιση της και η ανάμνηση δύο χρυσαφένιων ματιών να με κοιτάζουν. Ο λόγος που δεν είχα βγει από το δωμάτιο μου δεν ήταν ότι φοβόμουν ότι θα με πιάσουν.

Την προηγούμενη φόρα έφτασα πολύ κοντά σε αυτό. Αλλά δεν με ένοιαζε. Εάν με έπιαναν τι χειρότερο μπορούσαν να μου κάνουν; Ο πραγματικός λόγος που δεν έβγαινα είχε σχέση με τον φόβο.

Φοβόμουν ότι θα ξαναέβλεπα τα χρυσαφένια μάτια που με κυνηγούσαν σε όλη μου την ζωή. Τουλάχιστον σε αυτή που θυμόμουν. Ήθελα τόσο πολύ να είναι αληθινά. Να πραγματοποιηθούν τα όνειρα μου, που τώρα που έγινε, δεν ξέρω εάν πραγματικά το ήθελα ποτέ.

Μήπως το γεγονός ότι τα χρυσά μάτια ήταν αληθινά αποδείκνυε ότι τα όνειρα που έβλεπα έβγαιναν πάντα σωστά; Μήπως υποδείκνυε πως ήμουν τρελή;

Ευτυχώς που δεν γνώριζα την αλήθεια πίσω από το μυστήριο που έκρυβαν αυτά τα πανέμορφα απόμακρα χρυσαφένια μάτια.

5 σχόλια:

Γιώτα Παπαδημακοπούλου είπε...

Μπράβο Γεράσιμε! Βλέπω ότι μετά από μια μικρή παύση επανήλθες ανανεωμένος και με ακόμα πιο υπέροχα κείμενα! Περιμένουμε τις συνέχειες!

gerry είπε...

Σε ευχαριστώ Γιώτα!! Τώρα σιγα σιγα που έχω χρόνο επανέρχομαι στο blogακι μου...Θέλει πολύ χρόνο και διαθέση να γράψεις...Μάλλον το ξέρεις από πρώτο χέρι...Σύντομα θα σου πω την γνώμη μου ;) Το έχω στα πολύ προσεχώς!!!

Γιώτα Παπαδημακοπούλου είπε...

Το ξέρω ότι θέλει χρόνο αλλά μην ανησυχείς... εμείς είμαστε εδώ και περιμένουμε! ;)

Ανώνυμος είπε...

Μην φοβασαι να αφησεις τον τροπο γραφης του λυκοφωτος και να απομακρυνθεις απο αυτο.Ολοι εχουμε ατελειες και πολλες φορες αυτες μας διαφοροποιουν και μας ανυψωνουν.Ελπιζω να συνεχισεις τη συγγραφη καθως το συγκεκριμμενο εξελισσεται σε κατι ομορφο.)

gerry είπε...

@Aνώνυμε σε ευχαριστώ ειλικρινά πολύ που άφησες την γνώμη σου, σημαίνει πολλά για μένα.
Το ότι γράφω fanfic για το λύκοφως και δεν δοκιμάζω ακόμη κάτι δικό μου δεν με περιορίζει ίσα ίσα το αντίθετο. Μέσω αυτών, καταρχάς κάνω κάτι που αγαπώ, αλλά μπορώ ακόμη να πειραματίζομαι, να εξελίσω την γραφή μου -ψάχνοντας το δικό μου στυλ- να κάνω λάθη και να τα διορθώνω.
Θα συνέχισω την συγγραφή ναι. Σε ευχαριστώ ξανα .