BLOGGER TEMPLATES - TWITTER BACKGROUNDS »
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στοχεύοντας Τα Αστέρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στοχεύοντας Τα Αστέρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2011

Στοχεύοντας Τα Αστέρια



                                            7ο Κεφάλαιο
                                 Αιχμαλωτίζοντας Tα Όνειρα

Μπρούκλιν Νέα Υόρκη,1920

                                        ‘ 14 χρόνια μετά ’

Alices POV

Ο θόρυβος καθώς το σώμα μου συνέθλιβε το γυαλί έφτασε στα αυτιά μου απόμακρος σαν να βρισκόμουν ήδη σε ένα άλλον κόσμο. Ένιωσα χιλιάδες κομμάτια γυαλιού να μπήγονται στην σάρκα μου. Ένα καυτό υγρό έτρεξε στο σώμα μου. Δεν είχα χρόνο όμως να νιώσω τον οξύ πόνο που διαπερνούσε το κορμί μου.

Έπεφτα.

Βρισκόμουν σε ελεύθερη πτώση. Στροβιλιζόμουν στον αέρα διαγράφοντας τούμπες. Τα μαλλιά μου μαστίγωναν ανελέητα το πρόσωπο μου και ένιωσα τα μάτια μου να τσούζουν από τον αέρα. Έστρεψα το βλέμμα μου ψηλά και αντίκρισα το σημείο από όπου είχα πέσει. Η σοφίτα.

Ένα από τα παράθυρα της ήταν σπασμένο και ήταν φανερό ότι κάποιος με έσπρωξε με την πλάτη, έπεσα πάνω του και το έσπασα. Δεν μπορούσα να διακρίνω καμία φιγούρα όμως να στέκεται στο σπασμένο παράθυρο και να με κοιτάζει να πέφτω. Ήταν σαν να με έσπρωξε και έπειτα να εξαφανίστηκε.

Το έδαφος πλησίαζε όλο και περισσότερο. Σφράγισα τα μάτια μου τόσο σφιχτά που τα βλέφαρα μου τρυπούσαν το δέρμα μου. Αντί όμως να νιώσω το κορμί μου να συνθλίβεται στο έδαφος και έπειτα να χαθώ σε μια μαύρη άβυσσο, η ακοή μου πλημμύρισε από έναν τραχύ ήχο. Σίδερο που τρίβεται πάνω σε σίδερο.

Άνοιξα τα μάτια μου νιώθοντας ακόμη την αύρα του εφιάλτη να με πνίγει.

Κοίταξα τριγύρω μου το απόλυτο σκοτάδι που κυριαρχούσε στο μικρό δωμάτιο και σπίτι μου τα τελευταία δεκατέσσερα χρόνια. Αν υπολόγιζα τις μέρες σωστά σήμερα ήταν δεκατέσσερα χρόνια από την μέρα που πρωτοήρθα εδώ.

Τίποτα δεν είχε αλλάξει όλα αυτά τα χρόνια εκτός από ένα πράγμα. Περνούσα το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας μόνη μου στο σκοτεινό κελί που αποκαλείται δωμάτιο μου, και το υπόλοιπο μέρος της με την Σαμάνθα στην σοφίτα. Μια φορά την εβδομάδα βυθιζόμουν στο βρόμικο νερό της μπανιέρας έχοντας πλέον συνηθίσει τον λιγοστό χρόνο που είχαμε να κάνουμε μπάνιο. Τίποτα πέρα από την καθημερινή ρουτίνα δεν είχε συμβεί όλα αυτά τα χρόνια. Ήμουν ευτυχισμένη μόνο όταν βρισκόμουν μαζί με την Σαμάνθα. Ένιωθα πως είχα τουλάχιστον μια φίλη.

Δεν πείραζε όμως. Αυτή ήταν η ζωή μου είτε το ήθελα είτε όχι. Και έπρεπε να την περάσω όπως καλύτερα μπορούσα. Το μόνο πράγμα που με πλήγωνε όλα αυτά τα χρόνια ήταν ότι ποτέ δεν εμφανίστηκε ο άντρας με τα χρυσαφένια μάτια. Πολλές φόρες προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι αυτό ήταν θετικό.

Αποδείκνυε ότι τα όνειρα που έβλεπα δεν έβγαιναν πάντα σωστά. Υποδείκνυε πως δεν ήμουν τρελή. Και το μόνο πράγμα που είχε αλλάξει από την πρώτη μέρα που πάτησα το πόδι μου στην πλακόστρωτη αυλή του άσυλου τόνιζε ακριβώς αυτό. Ότι δηλαδή δεν ήμουν τρελή. Το μόνο πράγμα που είχε αλλάξει ήταν ότι δεν είχα ξαναδεί από τότε αυτά τα απαίσια όνειρα.

Γεγονός όμως που υπενθύμιζε επίσης ότι θα μπορούσα να μένω με την οικογένεια μου. Να μην είχα έρθει εδώ ποτέ. Βασικά δεν είχα δει ούτε φυσιολογικά όνειρα. Δεν έβλεπα καθόλου όνειρα.

Έτρεμα γιατί πλέον όλα αυτά ήταν παρελθόν. Προσπάθησα να σταματήσω τα δόντια μου επειδή χτυπούσαν συνεχώς μεταξύ τους. Ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί μου. Τα όνειρα είχαν μόλις επιστρέψει. Είχα τόσο καιρό να δω ένα από αυτά τα ανεξήγητα όνειρα που με οδήγησαν εδώ που δεν ήμουν σίγουρη εάν αυτό το όνειρο ήταν φυσιολογικό ή όχι.

Προσπάθησα ξανά ανεπιτυχώς να διώξω την αίσθηση του εφιάλτη από πάνω μου. Επικεντρώθηκα στο γεγονός ότι ο θόρυβος που με ξύπνησε ήταν η πόρτα που άνοιγε. Αυτό σημαίνει ότι κάποιος είχε έρθει να μου αφήσει φαγητό. Ήταν η μόνη ευκαιρία να δραπετεύσω έστω και προσωρινά από το κελί μου.

Ένιωσα ένα μικρό αεράκι να φυσάει στο πρόσωπο μου. Η πόρτα ήταν ακόμη ανοιχτή. Κράτησα την ανάσα μου και κόλλησα το κορμί μου πάνω στον παγωμένο τοίχο του δωματίου. Σύρθηκα αθόρυβα μέχρι την πόρτα και γλίστρησα έξω με ανακούφιση. Περίμενα να ακούσω αυτόν που είχε έρθει να απομακρύνεται ευχαριστώντας παράλληλα την τύχη που είχε έρθει χωρίς φανάρι.

Ο θόρυβος από τα βήματα που αντηχούσαν στον πέτρινο διάδρομο άρχισε να μειώνεται. Όταν ήμουν σίγουρη πως απομακρύνθηκε αρκετά άρχισα να βηματίζω προς την πόρτα της Σαμάνθας προσπαθώντας να ανακτήσω την ανάσα μου.

«Σαμάνθα;» ψιθύρισα τόσο σίγα που μετά βίας άκουγα την ίδια μου την φωνή. Καμία απάντηση πέρα από την απόλυτη σιωπή.

Δεν είχε βγει έξω. Είχα να την δω σχεδόν μια εβδομάδα. Όλη αυτήν την βδομάδα ποτέ δεν ξεγλιστρούσε έξω από το κελί της όποτε κάποιος ερχόταν να της δώσει φαγητό. Πράγμα πολύ παράξενο αφού πάντα μία φορά τη μέρα όταν έρχονταν, η Σαμάνθα έβγαινε μαζί μου και πηγαίναμε στην σοφίτα. Τι είχε αλλάξει αυτήν την εβδομάδα;

Μια ανατριχιαστική σκέψη πέρασε στιγμιαία από το μυαλό μου. Και αν είχε πάθει κάτι; Προσπάθησα να καθησυχάσω τον εαυτό μου και άρχισα να ακολουθώ τον γνώριμο δρόμο προς την σοφίτα μέσα από τους σκοτεινούς δαιδαλώδης διαδρόμους.

Δεν είχα ιδέα τι ώρα ήταν και περίμενα καθώς έφτασα στον διάδρομο με τα παράθυρα που οδηγούσε στην σοφίτα να αντικρίσω περισσότερο σκοτάδι. Αντί για αυτό όμως αντίκρισα την χαραυγή. Ο ήλιος στο βάθος μόλις που φαινόταν και ο ουρανός είχε πάρει πανέμορφα πορτοκαλί και κόκκινα χρώματα.

Ένας οξύς πονοκέφαλος άρχισε να σχηματίζεται στο κεφάλι μου σαν κατάλοιπο του απαίσιου εφιάλτη που είδα. Δεν μπορούσα να σταματήσω να ανησυχώ για την Σαμάνθα. Έτρεμα στην ιδέα ότι κάτι μπορεί να της συνέβη.

Σταμάτησα να αγναντεύω την χαραυγή από τα παράθυρα του διαδρόμου με την σκέψη ότι από την σοφίτα θα είναι πολύ πιο όμορφη. Πρώτη φόρα πήγαινα ολομόναχη στην σοφίτα. Όλη αυτήν την εβδομάδα που η Σαμάνθα είχε εξαφανιστεί περίμενα στο ολοσκότεινο διάδρομο μόνη μου μέχρι κάποιος να ξανανοίξει την πόρτα και να γλιστρήσω πίσω στο δωμάτιο μου.

Άρχισα να ανεβαίνω την ετοιμόρροπη σκάλα. Σήμερα δεν μπορούσα να γυρίσω μόνη πίσω στο σκοτεινό διάδρομο. Ήθελα να αποτινάξω από πάνω μου τον εφιάλτη και ήθελα να αναγκάσω τον εαυτό μου να ξεχάσει ότι σαν σήμερα είχα έρθει στο άσυλο.

Πέρσι την σημερινή μέρα την πέρασα με την Σαμάνθα εξερευνώντας το άσυλο. Ποτέ όλα αυτά τα χρόνια δεν είχα αντικρίσει ολόκληρο το άσυλο. Πέρυσι για πρώτη φόρα είδα τόσα πολλά από αυτό.

Ακόμη όμως υπήρχαν χιλιάδες μέρη που δεν είχα δει. Κάθισα στο σκονισμένο πάτωμα της σοφίτας και χάθηκα στον απέραντο ορίζοντα. Ο ήλιος πλέον είχε φανεί στον ουρανό και είχαν χαθεί κάποια από τα υπέροχα χρώματα.

Πέρσι είχα αντικρίσει για πρώτη φορά τον εαυτό μου σε καθρέφτη μετά από τόσα χρόνια. Η εικόνα μου με τρόμαξε. Έμοιαζε τόσο με την εικόνα που είχα στα όνειρα μου. Στα όνειρα που έβλεπα πριν δεκατέσσερα χρόνια και σήμερα είχαν επιστρέψει. Σε εκείνα τα όνειρα που ήμουν μαζί με τον άντρα με τα χρυσά μάτια. Σε εκείνα τα όνειρα που τον φιλούσα. Που καθόμασταν μαζί κάτω από ένα μεγάλο δέντρο. Σε εκείνα τα όνειρα που όταν ξυπνούσα ένιωθα ένα ανεξήγητο συναίσθημα ευτυχίας, ίσως αγάπης.

Αγάπης γιατί όμως; Για κάποιον που δεν γνώριζα; Για κάποιον που υπήρχε μόνο στην φαντασία μου; Όλα αυτά τα χρόνια δεν είχα μιλήσει ποτέ στην Σαμάνθα για τον νεαρό με τα χρυσά μάτια.

Δεν ξέρω γιατί δεν το είχα κάνει. Ίσως από φόβο ότι έπειτα θα εμφανιζόταν. Φοβόμουν ότι εάν πω δυνατά ότι ίσως να υπήρχε θα γινόταν αληθινός. Παρότι ευχόμουν να εμφανιστεί, βαθιά μέσα μου δεν ήμουν σίγουρη εάν ήθελα. Εάν εμφανιζόταν ίσως να σήμαινε ότι όντως ήμουν τρελή. Η σκέψη της Σαμάνθας με έκανε να ανησυχήσω περισσότερο για αυτήν.

Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι οι σκέψεις μου με οδηγούσαν σε ένα φαύλο κύκλο. Επαναλάμβανα συνεχώς ξανά και ξανά τα ίδια πράγματα μέσα στο κεφάλι μου. Τις ίδιες σκέψεις τις ανακάτευα ξανά και ξανά. Η μνήμη μου είχε αρχίσει να με εγκαταλείπει μαζί με την όραση μου. Πλέον δεν έβλεπα την θέα από την σοφίτα με την διαύγεια που την έβλεπα κάποτε.

Όλα αυτά τα χρόνια μέσα στο απόλυτο σκοτάδι δίχως τίποτα να δω, δίχως τίποτα να απομνημονεύσω έκαναν τις δύο αυτές αισθήσεις σιγά σιγά να εξαφανιστούν.

Το μόνο που τις κρατούσε ακόμα μέσα μου ήταν ότι έβγαινα που και που από το κελί μου μαζί με την Σαμάνθα. Αλλά τώρα κόντευα να χάσω και αυτό, επειδή η Σαμάνθα είχε εξαφανιστεί . Οι σκέψεις μου ξανά γύρισαν εκεί που είχαν αρχίσει.

Εάν δεν έκανα κάτι σύντομα θα τρελαινόμουν τελικά στην πραγματικότητα. Ίσως ήδη να είχε συμβεί αυτό. Τα μάγουλα μου ήταν υγρά. Δεν είχα καταλάβει καν ότι έκλαιγα. Σηκώθηκα και άρχισα να τρέχω. Τα βήματα μου χτυπούσαν πάνω στην σκόνη σχηματίζοντας μικρά σύννεφα. Εάν είχα χρόνο να τα κοιτάξω θα έβλεπα πως έμοιαζαν με τα αφράτα σύννεφα, που παρακολουθούσα στο ουρανό, ξαπλωμένη ανάμεσα στα γογγύλια στην αυλή μας, στο αρχοντικό που είχα αφήσει πίσω μου σαν σήμερα πριν από δεκατέσσερα χρόνια.

Κατέβηκα την ξεχαρβαλωμένη σκάλα με τα βήματα μου να αντηχούν στα ξύλινα σκαλιά. Εάν γυρνούσα να κοιτάξω πίσω μου θα έβλεπα στον διάδρομο μια μορφή. Κάποιος πλησίαζε από το θόρυβο που είχα προξενήσει. Αλλά δεν είχα χρόνο να κοιτάξω πίσω μου.

Όταν το έκανα ήταν αργά. Ή μήπως όχι. Δεν είχε δει το πρόσωπο μου. Δεν ήξερε ότι ήμουν εγώ. Η μορφή ήταν σίγουρα κάποια που δούλευε στο άσυλο. Άκουσα το θόρυβο από το φόρεμα της καθώς θρόιζε την ίδια στιγμή που έστριβα σε ένα σκοτεινό διάδρομο που δεν είχα δει ποτέ.

Εάν δεν ήμουν τόσο απασχολημένη να γυρίσω πίσω ασφαλής στο δωμάτιο μου θα έβλεπα μπροστά μου κάτι που θα με τρέλαινε ακόμη περισσότερο. Γιατί μέσα στο σκοτάδι με κοιτούσε γαλήνια ένα ζευγάρι χρυσαφένια μάτια.

Όταν το συνειδητοποίησα ήμουν ήδη έξω από το δωμάτιο μου τρέμοντας και κλαίγοντας περιμένοντας να ανοίξει κάποιος την πόρτα και να γυρίσω στην ασφάλεια του βελούδινου σκοταδιού μέσα στο κελί μου. Δεν ήξερα εάν το είχα φανταστεί. Ίσως να το είχα φανταστεί αλλά παρόλα αυτά ήμουν πεπεισμένη ότι μόλις πριν λίγα λεπτά ή ίσως να ήταν και ώρες είχα δει για πρώτη φόρα ζωντανά και όχι σε ένα όνειρο τον άντρα με τα χρυσαφένια μάτια.

Δεν ήξερα καν πως είχα φτάσει ξανά πίσω, έξω από την πόρτα στο δωμάτιο μου. Το μόνο που με ένοιαζε ήταν ότι ο άντρας με τα χρυσά μάτια ήταν αληθινός. Ένιωθα ότι πλέον δεν πείραζε που οι αναμνήσεις από τα παιδικά μου χρόνια με είχαν εγκαταλείψει. Πλέον είχα νέες αναμνήσεις να γεμίσω το κεφάλι μου.

***

Η Σύνθια με κοίταζε καθώς ετοιμαζόμουν. Φορούσα ένα λευκό φόρεμα που μου έφτανε μέχρι τα γόνατα. Στο τελείωμα είχε μικρά πολύχρωμα λουλουδάκια με χρυσαφένιες λεπτομέρειες.

Παρά τις αντιρρήσεις της μητέρας μου άφησα τα καστανά μαλλιά μου να πέφτουν ελεύθερα στου ώμους μου. Σήμερα ήταν τα έκτα γενέθλια μου. Θα με αφήναν να κάνω κάτι διαφορετικό.

Τεντώθηκα βάζοντας όλο μου το βάρος στις φτέρνες μου για να πιάσω τον καθρέφτη πάνω στο ράφι.

«Άσε με να σε βοηθήσω αδερφούλα!» άκουσα την Σύνθια να λέει μισογελώντας. Μου έδωσε το καθρέφτη παίρνοντας με αγκαλιά. Της έδωσα ένα απαλό φιλί στο μάγουλο χαμογελώντας.

Κατέβηκα την σκάλα ακούγοντας πίσω μου την Σύνθια να φωνάζει:

«Μην τρέχεις! Πρόσεξε μην πέσεις!» δεν μπορούσε όμως να κρύψει το χαμόγελο της και άφησε το γέλιο της να ξεδιπλωθεί κελαρυστό στον αέρα.

Έπεσα στην αγκαλιά του πατέρα μου μυρίζοντας μόνο το γλυκό του άρωμα. Καθόλου αλκοόλ σήμερα. Η μητέρα μου στεκόταν δίπλα του φορώντας ένα μακρύ κατακόκκινο φόρεμα. Το φλογερό του χρώμα ήταν αρκετά προκλητικό, αλλά σήμερα όλα επιτρέπονταν.

Πέρασε το χέρι της ανάμεσα στα καστανά μου μαλλιά. Ένα μικρό χαμόγελο διαγραφόταν ανάμεσα και στα δικά της χείλη.

«Είσαι έτοιμη για την γιορτινή σου έκπληξη;» ρώτησε τραγουδιστά. Της έγνεψα καταφατικά ανυπόμονα. Σήμερα θα περνούσαμε την μέρα κάπου ξεχωριστά.

Την άφησα να με πιάσει από το χέρι καθώς βγαίναμε από το σπίτι και διασχίζαμε την αυλή προς μια μικρή άμαξα που μας περίμενε στην άκρη του μονοπατιού με δύο λευκά άλογα ζεμένα να μας κοιτάζουν. Μπήκα στην άμαξα με ένα μικρό πηδηματάκι νιώθοντας τα χέρια του πατέρα μου στην μέση μου.

Δίπλα μου κάθισε η μητέρα μου και απέναντι μου ο πατέρας μου με την Σύνθια. Η άμαξα ξεκίνησε με ένα μικρό αναπηδητό στις πέτρες του λιθόστρωτου δρόμου. Απομακρυνθήκαμε από την πόλη περνώντας μέσα από το δάσος με τα έλατα. Μπορούσα σχεδόν να διακρίνω τον πόταμο να κυλάει ανάμεσα τους.

Δεν είχα ιδέα που πηγαίναμε και καθώς ανάμεσα από τα δέντρα άρχισε να διακρίνεται μια λίμνη ένιωσα την ανυπομονησία να ανθίζει μέσα μου. Η άμαξα σταμάτησε στην μέση ενός ξέφωτου δίπλα στην λίμνη. Στις κρυστάλλινες όχθες της ξεπρόβαλλε ένας μικρός ξύλινος φράχτης.

Κατέβηκαν όλοι από την άμαξα αφήνοντας με τελευταία να αγναντεύω την διάφανη επιφάνεια της λίμνης. Μόλις τα πόδια μου πάτησαν το χλωρό γρασίδι έτρεξα κατευθείαν προς τις όχθες τις γελώντας. Η άμαξα πίσω μου απομακρύνθηκε χωμένη προς το δάσος. Θα επέστρεφε αργότερα να μας πάρει.

Έφτασα δίπλα στις όχθες τις κοιτώντας μαγεμένη τα χρώματα που σχημάτιζε ο ήλιος στα διάφανα νερά. Το χρυσό ξεχώριζε ανάμεσα σε όλα τα χρώματα. Βούτηξα το χέρι μου στο δροσερό νερό της λίμνης.

Στις απέναντι όχθες τις σχηματιζόταν μια ελαφριά ομίχλη. Ανάμεσα στα δέντρα μπόρεσα να δω για ένα δευτερόλεπτο έναν γκρίζο λύκο να περνάει κατευθυνόμενος προς το δροσερό σκοτάδι του δάσους.

«Χρόνια πολλά Άλις» άκουσα πίσω μου την μητέρα μου να λέει. Ο πατέρας μου χαμογέλασε μόλις γύρισα να τον κοιτάξω. Μια από τις σπάνιες φορές που χαμογελούσε.

***

                                ‘2 Εβδομάδες μετά’

Το βελούδινο παγωμένο σκληρό σκοτάδι με αγκάλιαζε. Βύθισα τα δόντια μου στην γλυκιά σάρκα του μήλου αφήνοντας τις σκέψεις μου να με παρασύρουν. Είχα δύο εβδομάδες να βγω έξω από το δωμάτιο μου. Τρεις εβδομάδες να δω την Σαμάνθα.

Δεν βγήκα από το δωμάτιο μου παρότι είχα την ευκαιρία. Η Σαμάνθα ήταν αυτή τώρα που περίμενε δύο εβδομάδες έξω από το δωμάτιο μου στο σκοτεινό διάδρομο. Εάν είχε βγει δηλάδη από το δωμάτιο της. Εάν ήταν καλά.

Δύο εβδομάδες τώρα με βασάνιζαν οι ίδιες σκέψεις. Η Σαμάνθα και η μυστηριώδης εξαφάνιση της και η ανάμνηση δύο χρυσαφένιων ματιών να με κοιτάζουν. Ο λόγος που δεν είχα βγει από το δωμάτιο μου δεν ήταν ότι φοβόμουν ότι θα με πιάσουν.

Την προηγούμενη φόρα έφτασα πολύ κοντά σε αυτό. Αλλά δεν με ένοιαζε. Εάν με έπιαναν τι χειρότερο μπορούσαν να μου κάνουν; Ο πραγματικός λόγος που δεν έβγαινα είχε σχέση με τον φόβο.

Φοβόμουν ότι θα ξαναέβλεπα τα χρυσαφένια μάτια που με κυνηγούσαν σε όλη μου την ζωή. Τουλάχιστον σε αυτή που θυμόμουν. Ήθελα τόσο πολύ να είναι αληθινά. Να πραγματοποιηθούν τα όνειρα μου, που τώρα που έγινε, δεν ξέρω εάν πραγματικά το ήθελα ποτέ.

Μήπως το γεγονός ότι τα χρυσά μάτια ήταν αληθινά αποδείκνυε ότι τα όνειρα που έβλεπα έβγαιναν πάντα σωστά; Μήπως υποδείκνυε πως ήμουν τρελή;

Ευτυχώς που δεν γνώριζα την αλήθεια πίσω από το μυστήριο που έκρυβαν αυτά τα πανέμορφα απόμακρα χρυσαφένια μάτια.

Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011

Στοχεύοντας Τα Αστέρια




                                                6ο Κεφάλαιο                                             
                                             Διάθλαση Φωτός


Alices POV

Ο απόηχος δυνατών χτυπημάτων σε μια πόρτα πέρασε μέσα από το νερό στα αφτιά μου. Βγήκα έξω με κομμένη την ανάσα. Τα κοντά μαλλιά μου έσταζαν και κρύωνα. Δεν ήξερα πόση ώρα ήμουν μέσα στο νερό. Το μυαλό μου ήταν ακόμη θολό. Ο ήχος των χτυπημάτων δυνάμωσε τώρα που είχα βγει από το νερό.

Συνοδευόταν από φωνές. Δεν είχα τον χρόνο να καταλάβω τι έλεγαν. Τα δάκρυα έτρεχαν συνεχώς από τα μάτια μου χωρίς λόγο. Μου έλειπε η οικογένεια μου, το σπίτι μου, αλλά περισσότερο από όλα μου έλειπε η ευτυχία. Ακόμα κουδούνιζαν στα αφτιά μου τα λόγια της Σαμάνθα ότι στο άσυλο δουλεύουν μόνο γυναίκες. Ο άντρας με τα χρυσαφένια μάτια δεν υπάρχει.

Χτύπησα με δύναμη το νερό με το χέρι μου. Χιλιάδες μικρές μπουρμπουλήθρες ακολούθησαν το χτύπημα μου. Οι φωνές πλέον αντηχούσαν καθαρά στα αφτιά μου. Προσπάθησα να συνέλθω από την έλλειψη οξυγόνου. Ένιωθα ένα δυνατό πόνο στο στήθος. Βγήκα έξω από το νερό και προσπάθησα να ισορροπήσω στο μαρμάρινο δάπεδο. Έριξα μια τελευταία ματιά στο σκούρο γκρίζο νερό και κουκουλώθηκα με την φθαρμένη πράσινη πετσέτα που ήταν ακουμπισμένη σε ένα γάντζο.

Τύλιξα με την πετσέτα τα αφτιά μου για να καλύψω τα συνεχή χτυπήματα στην πόρτα και τις φωνές που προέρχονταν απ’ έξω. Ντύθηκα γρήγορα, προσπαθώντας ακόμα να χωνέψω ότι για πρώτη ίσως φορά αυτά τα όνειρα που έβλεπα συνεχώς πλέον, δεν θα έβγαιναν αληθινά. Και χωρίς να ξέρω γιατί, αυτό με πονούσε. Για κάποιο λόγο αυτός ο νεαρός με τα χρυσά μάτια με έκανε να νιώθω ζεστασιά. Να νιώθω σαν να βλέπω κάποιο μέλος της οικογένειας μου.

Άφησα την πετσέτα ξανά στο γάντζο και χαϊδεύοντας παράλληλα τα βρεμένα κοντά μαλλιά μου, χωρίς να έχω συνέλθει από την ιδέα ότι οι πανέμορφες μπούκλες μου χάθηκαν, πήγα προς την πόρτα. Δεν πρόλαβα να ακουμπήσω το πόμολο όταν η πόρτα άνοιξε απότομα.

Αντίκρισα την κυρία Hebrew να κοπανάει με μανία την πόρτα. Δεν μίλησε. Με κοίταξε με ένα βλέμμα που από μόνο του έλεγε τα πάντα. Ήξερα τις επιπτώσεις αυτού. Είχα μείνει στο δωμάτιο για περισσότερο από δέκα λεπτά. Πέρασα από μπροστά της δαγκώνοντας τα χείλη μου και πήγα προς την Σαμάνθα. Με κοιτούσε ανήσυχη και δεν μιλούσε ούτε εκείνη.

Ήταν ξαφνικά σαν να είχαν χάσει όλοι την δυνατότητα ομιλίας.

«Είσαι καλά;» είπε απλά.

«Καλά είμαι.» ήταν το μόνο που βρήκα να απαντήσω.

«Τι συνέβη; Ήσουν εκεί σχεδόν δέκα λεπτά.» Με κοίταξε στα μάτια αλλά απέστρεψα το βλέμμα μου. Ένιωσα το χέρι της στον καρπό μου. Με ανάγκασε να την κοιτάξω στα μάτια τραβώντας προς το μέρος της το χέρι μου.

«Τίποτα απλά-» δεν βρήκα κάτι να πω. Δεν μπορούσα να της πως πόσο μόνη ένιωθα. Δεν μπορούσα να της πω για τα όνειρα που βλέπω σχεδόν συνέχεια πλέον. Δεν μπορούσα, ούτε ήξερα πως να της πω για πιο λόγο είμαι εδώ. Δεν ήξερα καν για πιο λόγο ήταν εκείνη εδώ.

«Κοίτα-» έκανε μια μικρή παύση σαν να σκεφτόταν και συνέχισε. «Σήμερα το απόγευμα, σε μια ώρα ακριβώς από τώρα θα μας φέρουν κάτι να φάμε.» έκανε μια μικρή παύση και μουρμούρισε κάτι αλλά δεν άκουσα τι είπε. Συνέχισε μιλώντας ψιθυριστά πλέον.

«Εκείνη την ώρα θα ανοίξει η πόρτα μόλις μια χαραμάδα. Αθόρυβα πέρνα από μέσα και βγες στο διάδρομο. Θα σε περιμένω εκεί. Το έχω δοκιμάσει πολλές φορές. Έτσι ξέρω εξάλλου ότι σε έφεραν εδώ.» Προσπάθησα να θυμηθώ αν όταν με έφεραν εδώ, την στιγμή που είχα χαθεί μέσα στο σκοτάδι, υπήρχε κάποια μορφή κοντά μου. Δεν θυμάμαι να υπήρχε κανείς, μέσα στο απόλυτο σκοτάδι.

«Που θα πάμε;» ρώτησα μιλώντας όσο πιο σιγά μπορούσα.

«Θέλω να σου δείξω κάτι.» Είπε απλά. Προσπάθησα στο μισοσκόταδο να διακρίνω αν η παράξενη νότα που υπήρχε στην φωνή της όταν το έλεγε αυτό υπήρχε και στο βλέμμα της.

«Πως θα ξέρω αν πέρασε η ώρα;» ρώτησα σχεδόν πνίγοντας κάθε λέξη για να μην ακουστεί στην απόλυτη ησυχία που είχε απλωθεί γύρω μας.

«Απλά πρέπει να έχεις καλή ακοή. Θα έρθουν χωρίς φανάρι.» Στα λόγια της πανικοβλήθηκα. Και αν δεν το καταλάβω; Και αν όταν βγω δεν μπορώ να την βρω πουθενά και χαθώ μέσα στα σκοτάδια χωρίς να μπορώ να επιστρέψω στο δωμάτιο μου;

«Θα τα πούμε σε μια ώρα.» Ψιθύρισα αποφασιστικά την ώρα που μια νεαρή κοπέλα με έπιασε από το χέρι για να με οδηγήσει στο δωμάτιο μου. Το άγγιγμα της ήταν απαλό και όχι βίαιο όπως της κυρίας Hebrew. Τα χέρια της όμως ήταν παγωμένα. Το επόμενο πράγμα που είδα πριν μας πνίξει το σκοτάδι των διαδρομών προς το δωμάτιο μου ήταν την Σαμάνθα να μπαίνει μέσα στο δωμάτιο από την μεγάλη δίφυλλη πόρτα.

Προσπάθησα να ακολουθήσω το γρήγορο βήμα της κοπέλας που με συνόδευε μέσα στο σκοτάδι. Δεν είχα ιδέα προς τα που ήταν το δωμάτιο και το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να είμαι συνεχώς κολλημένη στον τοίχο για να μην χαθώ και να ακολουθώ τον ήχο των βημάτων της. Έπειτα από τόσες ώρες στο σκοτάδι είχα αρχίσει να αλληθωρίζω. Άκουσα τον ίδιο θόρυβο που με είχε ξυπνήσει και προηγουμένως.

Σίδερο που τρίβεται πάνω σε σίδερο. Ένα χέρι με οδήγησε μέσα στο δωμάτιο μου. Ανοιγόκλεισα πολλές φορές τα μάτια μου για να προσδιορίσω τον χώρο που βρισκόμουν. Η πόρτα έκλεισε πίσω μου. Ξάπλωσα στο πάτωμα. Τα βρεμένα μου μαλλιά έσταζαν στους ώμους μου και με έκαναν να κρυώνω. Έσφιξα τα δόντια μου επειδή άρχισαν να χτυπούν μεταξύ τους και κουκουλώθηκα σε μια μικρή μπάλα.

Προσπάθησα να ζεστάνω τα χέρια μου. Έκλεισα τα μάτια μου και ανασηκώθηκα. Ακούμπησα στο τοίχο πίσω μου και άνοιξα ξανά τα μάτια μου. Δεν υπήρχε καμία διαφορά. Το μόνο που έβλεπα ήταν το ατέλειωτο σκοτάδι να με πνίγει.

Φαντάστηκα ότι βρίσκομαι στον κήπο μας και βοηθώ τον πατέρα μου να μαζέψει γογγύλια. Ήταν πριν μόλις λίγες μέρες που η σκηνή αυτήν δεν ήταν παρά μόνο μια ανάμνηση αλλά πραγματικότητα. Τότε είχα μόλις αρχίσει να βλέπω τόσο συχνά αυτά τα απαίσια όνειρα που μου στέρησαν την οικογένεια μου. Έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου και άφησα ένα δάκρυ να γλιστρήσει στο μάγουλο μου. Σε λίγο είχα αποκοιμηθεί με την εικόνα χιλιάδων πολύχρωμων λουλουδιών γύρω μου.

Βρισκόμουν σε ένα μεγάλο κήπο, με δέντρα, λουλούδια και καταπράσινο γρασίδι. Κάποια κελαηδίσματα πουλιών σε συνδυασμό με το θρόισμα των φύλλων ήταν το μόνο που ακουγόταν στο χώρο. Με αναγνώρισα ξανά από το λακκάκι στο μάγουλο μου. Ήμουν σε μεγαλύτερη ηλικία καθισμένη στον ίσκιο κάτω από ένα δέντρο. Άφηνα τις αχτίνες που περνούσαν μέσα από τα καταπράσινα φύλλα να χτυπούν το πρόσωπο μου. Έκλεισα τα μάτια μου και άφησα τον ήλιο να ζεστάνει το πρόσωπο μου. Ξαφνικά άκουσα κάποιον να κάθεται δίπλα μου. Δεν έδωσα σημασία. Το μόνο που έκανα ήταν να ανοίξω τα μάτια μου κοιτάζοντας τα κομμάτια του μπλε ουρανού ανάμεσα στα φύλλα.

Γύρισα το κεφάλι μου στο πλάι και αντίκρισα τα χρυσαφένια μάτια του να με κοιτάζουν. Με πλησίασε και άγγιξε απαλά με τα χείλη του τα δικά μου. Έκλεισα τα μάτια μου και ανταπέδωσα το φιλί. Ένιωσα την ζεστασιά να καλύπτει κάθε σημείο του κορμιού μου. Κάθε αίσθηση κατέρρευσε καθώς τα χείλη του απαλά φιλούσαν τα δικά μου.

Και τότε απομακρύνθηκε. Άγγιξε απαλά το χέρι μου. Ένιωσα μόνο κρύο να με κατακλύζει. Απομάκρυνα το χέρι μου από το δικό του και τον κοίταξα στα χρυσάφι του μάτια. Ένιωσα ένα ρίγος φόβου να διαπερνά το κορμί μου. Τα χείλη μου ήταν παγωμένα.

Άνοιξα τα μάτια μου. Σκοτάδι. Προσπάθησα να επικεντρώσω κάπου το βλέμμα μου για να μπορέσω να διακρίνω το δωμάτιο γύρω μου. Για πρώτη φορά από όταν άρχισα να βλέπω τα όνειρα με τον νεαρό με τα χρυσά μάτια δεν ένιωθα θαλπωρή να κατακλύζει το κορμί μου. Το μόνο που ένιωθα ήταν κρύο. Κοίταξα ανήσυχη τριγύρω. Δεν ήξερα πόση ώρα είχε περάσει. Ανασηκώθηκα και αφουγκράστηκα. Δεν ακουγόταν τίποτε. Πέρασα το χέρι μου μέσα από τα στεγνά πλέον μαλλιά μου και ακούμπησα πάλι πίσω. Ήταν το πιο όμορφο όνειρο που είχα δει με τον νεαρό με τα χρυσαφένια μάτια και όμως αντί να νιώθω όμορφα ένιωθα μόνο κρύο. Προσπάθησα να καταλάβω πόση ώρα είχε περάσει. Αν είχαν φέρει το φαγητό μου και η Σαμάνθα είχε βγει και με περίμενε μόνη μέσα στο σκοτάδι;

Σηκώθηκα και ψηλάφισα την περιοχή κοντά στην πόρτα. Δεν υπήρχε τίποτα εκτός από το πέτρινο δάπεδο. Δεν είχαν έρθει ακόμα. Κάθισα πάλι στο πάτωμα και μιας και δεν είχα τίποτα να κάνω για να περάσω την ώρα μου προσπάθησα να αναλύσω το πιο όμορφο όνειρο που είχα δει ποτέ. Αν ο άντρας με τα χρυσά μάτια δεν υπάρχει τότε όλα αυτά τα όνειρα είναι ανούσια. Ότι έχω δει όμως έχει συμβεί άρα γιατί τόσα πολλά όνειρα για κάτι που δεν θα συμβεί; Και αν η Σαμάνθα έκανε λάθος και υπήρχαν άντρες στο άσυλο; Το όνειρο αυτό ήταν το πιο παράξενο που είχα δει μέχρι τώρα. Γιατί να νιώθω τόσο κρύο καθώς τον άγγιξα; Σχεδόν ακόμη μπορούσα να νιώσω το κρύο να απλώνεται στα χείλη μου.

Τις σκέψεις μου διάκοψε ένας σφυριχτός ήχος. Ίσα που ακούστηκε αλλά απλώθηκε στο μικρό δωμάτιο μου κάνοντας αντίλαλο τριγύρω στους τοίχους. Για πρώτη φορά από όταν είχα έρθει, άρχισα να φοβάμαι το σκοτάδι. Ο ήχος ακούστηκε ξανά μόνο που αυτήν την φορά κράτησε περισσότερο και ήταν πιο δυνατός. Μαζί με αυτόν ακολούθησε ο γνωστός ήχος από σίδερο που τριβόταν σε σίδερο. Ένα δροσερό ρεύμα αέρα με τύλιξε και άκουσα κάτι να ακουμπάει στο έδαφος. Είχαν έρθει.

Σηκώθηκα και κράτησα την αναπνοή μου. Έφτασα δίπλα στην πόρτα και άπλωσα το χέρι μου. Εκεί που κανονικά έπρεπε να υπήρχε η ξύλινη επιφάνεια της πόρτας υπήρχε μόνο κενό. Με ένα μεγάλο βήμα γλίστρησα έξω από το δωμάτιο ακριβώς την στιγμή που άκουσα ξανά τον γνώριμο ήχο. Στάθηκα δίπλα στην πόρτα περιμένοντας να ακούσω αυτόν που είχε ανοίξει την πόρτα να φεύγει. Άκουσα τον ήχο βημάτων που όλο και γινόταν πιο σιγανός. Έπειτα άκουσα ξανά αλλά πολύ πιο μακριά τον ήχο από σίδερο που τρίβετε πάνω σε σίδερο. Τα είχα καταφέρει. Είχα βγει από το δωμάτιο.

άρχισα να βηματίζω δίπλα στο τοίχο ψηλαφώντας προσεχτικά για την πόρτα του δωματίου της Σαμάνθας. Ήταν ακριβώς δίπλα από το δικό μου, άρα δεν θα ήταν μακριά. Αφουγκράστηκα προσεχτικά για να ακούσω την αναπνοή της αλλά το μόνο που ακουγόταν ήταν τα βήματα της γυναίκας που όλο και απομακρυνόταν.

«Σαμάνθα;» ψιθύρισα με την σκέψη ότι ίσως να μην είχε καταφέρει να βγει από το δωμάτιο της, να περνάει από το μυαλό μου. Απότομα ένα χέρι μου έκλεισε το στόμα. Ένιωσα ένα ρίγος φόβου να διαπερνάει όλη την πλάτη μου. Γύρισα απότομα και αντίκρισα μέσα στο σκοτάδι την λάμψη των ματιών της.

«Σσς.» Μέσα στα σκοτάδια οτιδήποτε λέμε μεταδίδεται σε όλο τον χώρο.

«Με τρόμαξες.» ψιθύρισα και σχεδόν αμέσως την είδα ξανά να μου κλείνει το στόμα. «Έλα.» είπε και με έπιασε από το χέρι. Άρχισε να τρέχει στο σκοτάδι αφήνοντας με να προσπαθώ να ακολουθήσω το γρήγορο βήμα της. Το χέρι της όλο και με τραβούσε περισσότερο και με το ζόρι ισορροπούσα με στο απόλυτο σκοτάδι.

Πρέπει να είχε πάει αρκετές φορές εκεί που πηγαίναμε, γιατί έδειχνε να ξέρει ακριβώς που να στρίψει ακόμα και στο σκοτάδι. Ξαφνικά σταμάτησε. Άφησε το χέρι μου. «Μείνε εδώ.» ψιθύρισε και άκουσα τα βήματα της να απομακρύνονται. Παρέμεινα ολομόναχη στο σκοτάδι. Μετά από λίγο ένα χέρι έπιασε ξανά το δικό μου.

«Έλα βρήκα τον δρόμο.» είπε και άρχισε πάλι να περπατάει αργά αυτήν την φορά.

«Που πάμε;» κατάφερα επιτέλους να αρθρώσω. Δεν απάντησε. Την ακολουθούσα όταν ξαφνικά είδα μια μικρή αχτίδα φωτός να φωτίζει τα μάτια της. Στρίψαμε σε μια γωνία που αχνοφαινόταν στο μισοσκόταδο που επικρατούσε πλέον. Αντίκρισα ένα μεγάλο παράθυρο.

Ο ήλιος περνούσε από μέσα του φωτίζοντας το διάδρομο. Μια σειρά από πολλά παράθυρα ακολουθούσαν φωτίζοντας ένα διάδρομο που μου φαινόταν ατέλειωτος. Άφησε το χέρι μου και πέρασε στο ηλιόλουστο διάδρομο. Εγώ πλέον δεν κοιτούσα εκείνη. Δεν κοιτούσα καν μέσα στο άσυλο. Το βλέμμα μου πλανιόταν σε όλο το τοπίο έξω από τα παράθυρα, καθώς περνούσα στον ηλιόλουστο διάδρομο. Είχα να δω έστω και μια αχτίδα φωτός από όταν είχα μπει εδώ. Το μόνο που έβλεπα καθώς κοιτούσα έξω ήταν απέραντα λιβάδια πράσινου. Κάποια λουλούδια και δέντρα διέκοπταν την απόλυτη πράσινη μονοτονία. Το άσυλο ήταν κτισμένο έξω από το Μπρούκλιν σε μια απέραντη έκταση πράσινου.

Έστρεψα το βλέμμα μου στα απέναντι παράθυρα καθώς παράλληλα έτρεχα για να προλάβω την Σαμάνθα. Το τοπίο εκεί ήταν διαφορετικό. Μια τεράστια λιθόστρωτη αυλή, προφανώς αυτή που είχαμε διασχίσει πριν μπούμε στο κτήριο όταν είχα πρωτοέρθει εδώ.

«Έλα σχεδόν φτάσαμε.» είπε η Σαμάνθα κοιτώντας παράλληλα πίσω της ανήσυχη. «Κάτι ακούγεται.» ψέλλισε και προσπάθησα ταυτόχρονα να αφουγκραστώ. Βήματα. Κάποιος μας πλησίαζε. Αν έστριβε τώρα θα μας έβλεπε. Κοίταξα μακριά στο διάδρομο από όπου είχαμε έρθει και είδα μια σκιά να πλησιάζει. Η Σαμάνθα με έπιασε από το χέρι και άρχισε να τρέχει.

Έστριψε σε έναν σκοτεινό διάδρομο που φωτίζονταν αχνά από το φως που περνούσε από τα παράθυρα. Άρχισε πάλι να βηματίζει αργά και σε λίγο το μισοσκόταδο μας τύλιξε πάλι.

«Νομίζω δεν βγήκαμε από τον δρόμο.» είπε καθώς παράλληλα κοιτούσε τριγύρω. «Από εδώ.» Μου έδειξε ένα ακόμη πιο στενό διάδρομο. Το σκοτάδι ήταν πυκνότερο εδώ. Ξαφνικά μέσα στο απόλυτο μισοσκόταδο άρχισε να διακρίνεται μια παλιά ξύλινη σκάλα. Η Σαμάνθα προσεχτικά ανέβηκε το πρώτο σκαλί.

Ένα τρίξιμο διαπέρασε το σκοτάδι μέχρι τα αφτιά μου. Την ακολούθησα και προσεχτικά προσπαθώντας να ισορροπήσω με μόνη βοήθεια την σκοροφαγωμένη κουπαστή ανέβηκα την σκάλα. Οδηγούσε σε μια τρύπα στο ταβάνι. Είδα την Σαμάνθα να χάνεται μέσα της. Τεντώθηκα και έπιασα το χείλος της τρύπας με τα χέρια μου. Έσπρωξα με όση δύναμη είχα τον εαυτό μου προς τα πάνω. Γλίστρησα μέσα στην τρύπα.

το πρώτο που αντίκρισα μόλις ανέβηκα πάνω ήταν μια τεράστια άδεια σοφίτα. Το ξύλινο πάτωμα ήταν σκονισμένο και είχε τρύπες. Η ημικλινής στέγη ήταν γεμάτη ιστούς. Κατά μήκος ολόκληρης της σοφίτας υπήρχαν κάποια μεγάλα παράθυρα. Ήταν τόσο βρώμικα που το φως με το ζόρι διαπερνούσε από μέσα τους. Είδα την Σαμάνθα να κάθεται μπροστά από ένα παράθυρο ακουμπώντας σε ένα δοκάρι της στέγης που είχε καταρρεύσει στο πάτωμα. Κάθισα διπλα της.

Κοιτούσε έξω σχεδόν μαγεμένη. Είχε σκουπίσει με το φόρεμα της το παράθυρο και μπορούσες έξω να δεις από ψηλά όλο τον χώρο που περιέβαλλε το άσυλο. Στο βάθος φαίνονταν κάποια πολύ ψηλά κτήρια. Όλο το υπόλοιπο τοπίο περιλάμβανε λιβάδια με κάποια διάσπαρτα δέντρα και χωράφια και ένα λιθόστρωτο δρόμο που ξεκινούσε από την αυλή του ασύλου, περνούσε από τις περίτεχνες καγκελόπορτες και κατέληγε στα απέραντα λιβάδια. Συνεχιζόταν φιδογυριστό σαν ποτάμι μέχρι την πόλη. Ο δρόμος αυτός ήταν η μόνη μας διέξοδος από το άσυλο.

«Λοιπόν εδώ ήταν το μέρος που ήθελες να με φέρεις;» δεν απάντησε αμέσως. Κοιτούσε έξω το γαλάζιο του ουρανού και έμοιαζε να έχει απορροφηθεί από τον φως του ηλίου.

«Ναι.» είπε χωρίς να με κοιτάξει. «Εδώ είναι το μόνο μέρος που μπορώ να έρχομαι και να νιώθω ελεύθερη. Να ξεφεύγω από το απόλυτο σκοτάδι.»

«Είναι πανέμορφα.» είπα κοιτάζοντας και εγώ έξω από το παράθυρο. Ένιωθα επιτέλους ευτυχισμένη. Σηκώθηκα και γυρνώντας γύρω γύρω σε όλα τα παράθυρα, τα καθάριζα με την άκρη τους φορέματος μου. Σε λίγο το δωμάτιο είχε γεμίσει φως.

Κάθισα ξανά δίπλα στην Σαμάνθα και κοίταξα τριγύρω χαζεύοντας όλο τον κόσμο απέξω. Πλέον ήταν σαν να πετούσαμε πάνω από το άσυλο και να βλέπαμε όλη την περιοχή τριγύρω.

Άφησα τις αχτίδες του ηλίου να χαϊδέψουν το σώμα μου και επιτέλους ένιωσα ζεστασιά.

«Λοιπόν Σαμάνθα-» προσπάθησα να αρχίσω την συζήτηση. «Γιατί βρίσκεσαι εδώ; Εννοώ στο άσυλο;» όσο και αν προσπάθησα η αμηχανία σκάλιζε ακόμα την φωνή μου.

Δεν απάντησε. Κοιτούσε ακόμα έξω συγκεντρωμένη σε κάθε τι που συναντούσε το βλέμμα της σαν να προσπαθούσε να βρεθεί εκεί.

«Όταν γεννήθηκα ζούσα με την οικογένεια μου σε μια μεγάλη φάρμα στην Αριζόνα. Ήμουν μοναχοπαίδι αλλά είχα πολλούς φίλους εκεί. Ήμουν μόλις τεσσάρων όταν-» Διέκοψε όσα έλεγε και έκλεισε τα μάτια της. Συνέχισε να μιλάει έχοντας τα μάτια της κλειστά.

«Έπιασε φωτιά στην φάρμα και κάηκαν τα πάντα. Η μητέρα μου χάθηκε στην φωτιά.» Είδα κάτι να γυαλίζει ανάμεσα στα βλέφαρα της και μια διαμαντένια σταγόνα έτρεξε στο μάγουλο της.

«Ο πατέρας μου έπειτα άρχισε να πίνει και εγώ έμενα μόνη στο μικρό σπίτι που είχαμε για τα ζώα στην άκρη της φάρμας. Ήταν το μόνο που σώθηκε από την φωτιά.» Με κοίταξε στα μάτια. Τα δικά της σμαραγδένια μάτια ήταν θολά από τα δάκρυα.

«Έπειτα τρελάθηκε και ήρθαν και με πήραν. Με έφεραν εδώ. Νομίζω όμως πως είναι καλύτερα. Έρχομαι εδώ, έχω γυρίσει σχεδόν όλο το άσυλο. Περνάω καλύτερα σε σχέση με το πως περνούσα από όταν η μητέρα μου έφυγε.»

Έκανε μια παύση και κοίταξε ξανά έξω. Δεν μίλησα. Κοίταξα μαζί της τον καταγάλανο ουρανό και προσπάθησα να ακούσω το ρυάκι που έτρεχε ανάμεσα στα λιβάδια. Εξέλαβα μόνο σιωπή.

«Πως έμοιαζαν;» ψιθύρισα προσπαθώντας να την κάνω να ξεχάσει τις άσχημες στιγμές.

«Η μητέρα μου είχα πανέμορφα μαλλιά σαν τα δικά μου πριν τα κόψουν. Ήταν μπούκλες και συνήθως τα είχε μαζεμένα πάνω. Όλοι έλεγαν ότι μοιάζαμε αλλά εγώ πιστεύω ότι ήταν πολύ πιο όμορφη.» έκανε μια παύση ξανά σαν να προσπαθούσε να αλλάξει όσα είχαν συμβεί.

«Και ο πατέρας σου;» είπα όσο πιο γρήγορα μπορούσα για να προλάβω ένα δάκρυ που τρεμόπαιζε κάτω από τα βλέφαρα της.

«Δεν θυμάμαι πολλά πράγματα για αυτόν. Τα περισσότερα ήταν από όταν η μητέρα μου ζούσε. Έπειτα όταν άρχισε να πίνει προσπάθησα να τον ξεχάσω. Είχε καταγάλανα μάτια. Το χρώμα άνοιγε γύρω από τις κόρες σαν μια αφρισμένη θάλασσα. Παρόλα αυτά τα μάτια μου δεν μοιάζουν καθόλου με τα δικά του. Δεν ξέρω καν αν του μοιάζω έστω και λίγο.» Ακολούθησε για άλλη μια φορά μόνο σιωπή. Ήταν προφανές ότι δεν ήθελε να μιλήσει για αυτούς. Δεν ήθελε να μιλήσει για το παρελθόν της. Ήταν λογικό. Εξάλλου ούτε εγώ ήθελα.

Έστρεψα ξανά το βλέμμα μου έξω. Δεν χόρταινα να βλέπω τον ήλιο και το καταγάλανο χρώμα του ουρανού. Η Σαμάνθα κοιτούσε τις σκιές που σχηματίζονταν στο πάτωμα καθώς το φως περνούσε μέσα από το τζάμι. Προσπάθησα να φανταστώ τους γονείς της. Η εικόνα ήρθε μπροστά μου την ίδια στιγμή που ένιωσα ένα ρίγος να διαπερνά όλο μου το σώμα. Το κρύο με κατάκλεισε ξανά. Ο πατέρας της έμοιαζε υπερβολικά πολύ με τον άντρα στο τραίνο. Κοίταξα ξανά έξω προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν ήταν ο ίδιος. Την σιωπή έσπασε η Σαμάνθα.

«Εσύ γιατί είσαι εδώ;»

Ξεροκατάπια. Δεν μπορούσα να της μιλήσω για τα όνειρα. Μπορεί να πίστευε και εκείνη όπως και όλοι ότι δεν ήμουν καλά. Ίσως να έχανα την μόνη φίλη που είχα εδώ.

«Σαμάνθα, έχεις δει ποτέ κάποιο όνειρο που είναι τόσο ζωντανό που πιστεύεις ότι θα βγει αληθινό;» καθώς άρθρωνα τις λέξεις κατάλαβα ότι αν ήταν πραγματική μου φίλη θα με δεχόταν όπως ακριβώς είμαι.

«Ναι, νομίζω είχα δει. Σταμάτησα να βλέπω όνειρα από όταν όλα χάθηκαν στην φωτιά.» απέστρεψε ξανά το βλέμμα της.

«Λοιπόν εμένα μου συμβαίνει συνέχεια. Και τις περισσότερες φορές το όνειρο βγαίνει αληθινό.» άφησα τις λέξεις να αιωρηθούν για λίγο στον αέρα. Ένιωσα μια πικρίλα να καταβαίνει από την γλώσσα μου μέχρι τον λαιμό μου. Όλα τα όνειρα βγήκαν αληθινά εκτός από αυτά με τον νεαρό με τα χρυσά μάτια.

«Λοιπόν; Και είναι λόγος αυτός για να βρίσκεσαι εδώ;»

«Σαμάνθα δεν καταλαβαίνεις. Είναι περισσότερο σαν οράματα. Ξαφνικά νιώθω τις αισθήσεις μου να χάνονται και βλέπω κάτι που τελικά συμβαίνει. Μερικές φορές αυτό γίνεται καθώς κοιμάμαι. Άλλες φορές απλά όταν στέκομαι.» Την είδα να σαστίζει. Έκλεισε για ένα δευτερόλεπτο τα μάτια της σαν να έκανε μια άσχημη σκέψη.

«Μα αυτό είναι χάρισμα. Για αυτό βρίσκεσαι εδώ;» με κοιτούσε σαστισμένη. Ίσως να πίστευε ότι αν είχε εκείνη το χάρισμα όπως το αποκάλεσε να προέβλεπε το μέλλον θα ήξερε για την φωτιά και ίσως να μην ήταν σήμερα εδώ.

«Ναι για αυτό βρίσκομαι εδώ. Πίστεψαν ότι είμαι τρελή. Ο κληρικός στον καθεδρικό είπε στον πατέρα μου ότι ίσως να έχω πρόβλημα.» Αυτή που έκανε τώρα συνεχώς παύσεις ήμουν εγώ.

«Ξέρεις και ο πατέρας μου έπινε πολύ.» ήταν το τελευταίο που είπα. Δεν ήθελα να το συζητήσω άλλο. Δεν ήθελα να της πω ότι η μητέρα μου με θεωρούσε νεκρή.

Την είδα να ψαχουλεύει κάτι στην τσέπη του φορέματος της. Έβγαλε ένα κομμάτι από ψωμί. Ήταν θρυμματισμένο και έμοιαζε πλέον με παξιμάδι.

«Που το βρήκες αυτό;» την ρώτησα και αμέσως κατάλαβα ότι φάνηκα γελοία.

«Δεν πήρες μαζί το φαγητό που σου άφησαν; Σκεφτόμουν μόνο για απόψε να μείνουμε εδώ. Εξάλλου δεν μπορούμε να επιστρέψουμε στα δωμάτια μας πριν από αύριο.» Κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου. Τα χέρια της πίεσαν το σκληρό ξέρω κομμάτι ψωμί. Ψίχουλα πετάχτηκαν παντού πάνω της αλλά κατάφερε να κόψει το ψωμί σε δυο ίσα μέρη. Μου έτεινε το ένα κομμάτι.

«Ορίστε.» είπε και ξεκίνησε αμέσως να μασουλάει το δικό της. Προσπάθησα να κόψω ένα κομμάτι με τα δόντια μου αλλά ήταν πολύ σκληρό. Αναγκαστικά έκοβα μικρά κομμάτια με τα χέρια μου μέχρι να φάω και την τελευταία μπουκιά. Στο τέλος είχαμε γεμίσει και οι δυο μας ψίχουλα. Απομείναμε να κοιτάμε τον ήλιο καθώς έδυε πίσω από τα τεράστια κτήρια της πόλης, στο βάθος πέρα από τα λιβάδια.

Οι τελευταίες ηλιαχτίδες φωτός χάθηκαν από τον ουρανό και μείναμε να κοιτάζουμε τα μωβ και πορτοκαλί χρώματα που σχηματίζονταν στον ορίζοντα. Το σκοτάδι κατάλαβε ξανά την θέση του φωτός. Μόνο που αυτή την φορά το σκοτάδι δεν ήταν ενιαίο. Την απέραντη άβυσσο σκοταδιού έσπαζαν χιλιάδες αστέρια.

Ξάπλωσα στο πλάι με την πλάτη μου να ακουμπάει το πεσμένο δοκάρι της στέγης. Η Σαμάνθα ξάπλωσε δίπλα μου. Είχαμε να πούμε έστω και μια λέξη για πολύ ώρα. Κοιτούσαμε απλά τον απέραντο ουρανό. Καθώς κοιτούσα τα αστέρια στο μυαλό μου επανερχόταν συνεχώς τα τελευταία λόγια που άκουσα από τα χείλη του πατέρα μου. Άλις στόχευε τα αστέρια. Έκλεισα τα μάτια μου με την εικόνα των χιλιάδων αστεριών στον απέραντο κατάμαυρο ουρανό. Προσπάθησα να φανταστώ τον εαυτό μου ανάμεσα στα χιλιάδες αστέρια.

Την απόλυτη σιωπή διέκοψε η Σαμάνθα.

«Άλις ξέρεις-» έκανε μια μικρή παύση σαν να προσπαθούσε να κατατάξει τις λέξεις στο μυαλό. Άφησα το βλέμμα μου να κυλήσει από τον ουρανό στα καταπράσινα της μάτια.

«Είσαι η μόνη πραγματική φίλη που είχα ποτέ.»

Τα λόγια της πλανήθηκαν για λίγο στον αέρα. Η αλήθεια των λέξεων της με έκανε να συνειδητοποιήσω πως τελικά δεν ξεκινούσα μια καινούργια δυστυχισμένη ζωή. Ούτε η πανέμορφη ζωή μου γινόταν ξαφνικά άσχημη. Συνέχιζα την ζωή που είχα και πριν μόλις λίγες μέρες. Με τις άσχημες αλλά και όμορφες στιγμές.

«Και εσύ.» ψιθύρισα μόνο αφήνοντας το αεράκι που περνούσε από μια χαραμάδα στα παράθυρα να συμπληρώσει την υπόλοιπη φράση. Έκλεισα ερμητικά τα μάτια μου. Έπειτα από λίγο η ανάσα της Σαμάνθας επιβραδύνθηκε. Είχε αποκοιμηθεί.

Σε λίγο αποκοιμήθηκα και εγώ χωρίς καθόλου όνειρα.

***

Γλίστρησα μέσα στο δωμάτιο. Άφησα την αναπνοή σαν βγει ξανά ελεύθερη από τα πνευμόνια μου. Η μυρωδιά της σκόνης και του ξύλου που διάχυτη πλανιόταν στην σοφίτα ήταν ακόμη στα ρουθούνια μου. Πριν μόλις λίγα λεπτά ήμουν εκεί.

Ξύπνησα σήμερα το πρωί, για πρώτη φορά από όταν ήρθα εδώ, με τις αχτίδες του ηλίου να χτυπάνε τα μάτια μου. Καθίσαμε με την Σαμάνθα επί ώρες απλά κοιτάζοντας το φως και τις απέραντες εκτάσεις πράσινου γύρω από το άσυλο. Κάθισα στο κρύο πέτρινο πάτωμα και ακούμπησα στον τοίχο πίσω μου.

Το σκοτάδι στο δωμάτιο πλέον δεν με έπνιγε. Η εικόνα του ήλιου ήταν ακόμη αποτυπωμένη στο μυαλό μου. Ψαχούλεψα δίπλα μου να δω τι είχαν φέρει. Έπιασα ένα κρύο μεταλλικό κύπελλο. Χωρίς να σκεφτώ τι μπορεί να είχε μέσα το έφερα γρήγορα στα χείλη μου. Διψούσα τόσο πολύ.

Το υγρό έβρεξε την γλώσσα μου και κατέβηκε ως τον λαιμό μου. Είχε παράξενη γλυφή γεύση αλλά είχα τουλάχιστον λίγο νερό. Δίπλα από το ποτήρι υπήρχε ξανά ένα κομμάτι ψωμί και αυτήν την φορά ένα μήλο. Τύλιξα το μήλο στο μαντήλι μου και το έβαλα στην τσέπη του φορέματος μου. Θα το έτρωγα αύριο όταν με την Σαμάνθα θα ανεβαίναμε ξανά στην σοφίτα. Έκλεισα τα μάτια μου και βύθισα τα δόντια μου στο ξερό κομμάτι ψωμί.

***

Οι επόμενες μέρες πέρασαν στο ίδιο επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Κάθε μέρα έβγαινα από το δωμάτιο μου και πηγαίναμε με την Σαμάνθα στην σοφίτα. Είχα μόλις αρχίσει να την γνωρίζω και την ένιωθα ήδη σαν κάποιον δικό μου. Περνούσαμε ώρες κοιτάζοντας από τα παράθυρα και συζητώντας για χιλιάδες θέματα.

Κοιτούσα συνεχώς το λιθόστρωτο δρομάκι με την ελπίδα κάποιος άντρας να εμφανιστεί. Δεν είχα πειστεί ακόμη ότι ο άντρας με τα χρυσά μάτια δεν υπάρχει, αν και τα όνειρα είχαν πλέον σταματήσει.

Το συνεχές μοτίβο έσπαζαν μόνο κάποια μικρά περιστατικά που όμως τα αποζητούσα έστω για να σπάσει η μονοτονία. Είχα αρχίσει να συνηθίζω την καινούργια μου ζωή ή πιο σωστά όπως με έκανε να καταλάβω η Σαμάνθα τα καινούργια δεδομένα στην ζωή μου. Παρόλα αυτά ποτέ δεν έπαψα να αναζητώ κάθε φορά που έβγαινα με την Σαμάνθα από το δωμάτιο μου τον άντρα με τα χρυσά μάτια. Ήθελα να μάθω ποιος είναι και γιατί τον βλέπω συνεχώς στα όνειρα μου. Ο άντρας όμως με τα χρυσαφένια μάτια όσο και αν το αποζητούσα δεν εμφανίστηκε ποτέ.

Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010

Στοχεύοντας Τα Αστέρια





                                                     5ο Kεφάλαιο
                                                    Διαυγές νερό


Alices POV
Μπρούκλιν Νέα Υόρκη, 1906
Ο πόνος κατέκλυζε ακόμα το σημείο στο οποίο είχα χτυπηθεί. Ένιωθα το ένα μου μάτι πρησμένο και δεν μπορούσα να το ανοιγοκλείσω καλά. Σκοτάδι κατέκλυζε ακόμα τα πάντα σαν να μην μετακινήθηκα ούτε ένα εκατοστό. Δεν πρέπει να είχαν περάσει περισσότερο από δέκα λεπτά που έπεσα αναίσθητη στο πάτωμα.

 Το μόνο που θυμάμαι είναι ένα χέρι να με χτυπάει και το όνομα της μητέρας μου να κυλάει σαν νερό από τα χείλη μου. Η λέξη βγήκε από το στόμα μου σαν το τελευταίο κελάηδημα ενός πουλιού πριν ο θάνατος το αγκαλιάσει.

Ανασηκώθηκα στην θέση μου και προσπάθησα να προσδιορίσω τον χορό που βρισκόμουν. Ανοιγόκλεισα πολλές φορές τα μάτια μου αλλά δεν συνήθισαν στο σκοτάδι. Ο πόνος στο χτυπημένο μάτι έγινε πιο οξύς. Σύρθηκα στο πέτρινο πάτωμα μέχρι να συναντήσω εμπόδιο. Δεν σύρθηκα παρά μόνο λίγα μέτρα όταν χτύπησα πάνω σε ένα λείο πέτρινο τοίχο.

Τον ακολούθησα μπουσουλώντας μέχρι που συνάντησα γωνία. Συνέχισα να σέρνομαι ψηλαφώντας συνεχώς τον τοίχο δίπλα μου. Έπειτα από είκοσι μέτρα, ίσως και λιγότερο, συνάντησα άλλη μια γωνία. Συνέχισα να ψηλαφίζω τον επόμενο τοίχο. Το μέγεθος ήταν ακριβώς το ίδιο. Άρχισα να προχωράω στο τελευταίο τοίχο. Έπειτα από πέντε μέτρα η υφή του τοίχου άλλαξε. Εκεί ακριβώς υπήρχε μια ξύλινη πόρτα.

Σηκώθηκα όρθια όσο μπορούσα μιας και δεν είχα από κάπου να πιαστώ και τεντώθηκα μέχρι να συναντήσω κάποιο πόμολο. Το μόνο που συνάντησα ήταν ένα μεγάλο μπρούτζινο λουκέτο. Προφανώς ήμουν σε ένα πέτρινο τετράγωνο δωμάτιο με μια μόνο πόρτα που ήταν κλειδωμένη με λουκέτο. Άφησα το βάρος του σώματος μου να καταρρεύσει στο πάτωμα. Ξάπλωσα κάτω και κουλουριάστηκα σε μια μικρή μπάλα. Φοβούμουν. Σφράγισα ερμητικά τα μάτια μου. Ο ύπνος δεν άργησε να έρθει. Αποκοιμήθηκα βλέποντας ένα όνειρο που είχα καιρό να δω. Γέμισε τον ύπνο μου με γλύκα κάνοντας τον ομορφότερο. Και για λίγο ένιωσα ξανά όμορφα. Σαν να βρισκόμουν ανάμεσα στις λευκές και κόκκινες ορχιδέες στον κήπο του σπιτιού μου πίσω στο Μπίλοξι.

Είδα πως βρισκόμουν μέσα σε μια μπανιέρα με νερό. Ήμουν σε μεγαλύτερη ηλικία αλλά ήμουν σίγουρα εγώ. Αναγνώριζα τα μάτια μου και το λακκάκι στο μάγουλο μου. Το νερό έφτανε μέχρι τα αφτιά μου. Βούλιαξα ολόκληρη μέσα στο νερό και άνοιξα τα μάτια μου. Ήταν σκούρο και δεν μπορούσα να δω καθαρά. Βγήκα ξανά έξω και αντίκρισα τον πανέμορφο νεαρό που είχα ξαναδεί στα προηγούμενα πιο όμορφα όνειρα μου, να κάθεται και να με κοιτάει. Τυλίχτηκα με μια φθαρμένη πράσινη πετσέτα. Έκανα να βγω έξω από την μπανιέρα αλλά γλίστρησα και σκόνταψα στο μάρμαρο της. Ο άντρας με σήκωσε και με κοίταξε μέσα στα μάτια.

Κοίταξα τα δικά του. Ήταν χρυσαφένια. Τα πιο όμορφα που είχα δει ποτέ. Αλλά δεν τα κοίταξα για πολύ. Βγήκα εντελώς από το νερό. Η πετσέτα ήταν μούσκεμα και έσταζε. Μίλησα ανήσυχη. Κοίταξα τριγύρω και τον προειδοποίησα πως πρέπει να φύγει. Χάιδεψε τα μαλλιά μου και έσκυψε κοντά στα χείλη μου. Ένιωσα πάνω στο δέρμα των χειλιών μου την καυτή ανάσα του.

Ένας δυνατός ήχος από μέταλλο που τριβόταν πάνω σε μέταλλο με ξύπνησε. Η θαλπωρή του ονείρου αντικαταστάθηκε από την ανατριχίλα που έφερε μαζί του αυτός ο απαίσιος σφυρικτός ήχος. Ένα αμυδρό φως έπεσε πάνω στα μάτια μου. Μετά από τόσες ώρες σκοτάδι με τύφλωσε και για λίγα λεπτά δεν μπορούσα να δω τίποτα. Μόλις συνήθισα στην απότομη αλλαγή φωτός σκοταδιού μπόρεσα να δω στην λάμψη του την γυναικά που με είχε φέρει εδώ. Ακόμα στο φως του κεριού είδα ότι το δωμάτιο στο οποίο βρισκόμουν ήταν πράγματι ένα τέλειο τετράγωνο.

Μόλις αντίκρισα ξανά την μορφή της κυρίας Ηebrew πάγωσα. Δεν ένιωσα θυμό. Ούτε φόβο. Απλά ένιωσα τους χτύπους τις καρδιάς μου να παγώνουν. Ένα δυσάρεστο ρίγος διαπέρασε τις ρίζες των μαλλιών μου και οι τρίχες στο χέρι μου σηκώθηκαν. Ανασηκώθηκα και προσπάθησα να σταθώ εντελώς όρθια. Μόλις κατάφερα να σταθώ έκανα ένα βήμα μπροστά. Και τότε αντίκρισα αυτό που κρατούσε η κυρία Hebrew στα χέρια της. Γυάλισε στο φως του κεριού. Η σταματημένη καρδιά μου έσπασε σε θρύψαλα. Στα χέρια της κρατούσε ένα ασημένιο ξυράφι.

Την είδα να αφήνει κάτω το κερί και με πλησίασε με το ξυράφι. Με τα δάχτυλα της χάιδεψε απαλά τα μαλλιά μου. Το άγγιγμα της ήταν παγωμένο. Το χέρι με το ξυράφι σηκώθηκε στο αέρα. Το άκουσα να σφυρίζει καθώς έσκιζε τον άνεμο και κατευθυνόταν προς τα μαλλιά μου. Έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου. Τα άνοιξα δίχως να περάσει δευτερόλεπτο και αντίκρισα μια τούφα από τα μαύρα μακριά μαλλιά μου να πέφτει στο πάτωμα. Οι τρίχες σκόρπισαν κάτω και ένιωσα την μια πλευρά του κεφαλιού μου ελαφρύτερη. Τα δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στα μάτια μου σαν ρυάκι. Θόλωσαν τα πάντα και δεν μπόρεσα να δω την επόμενη τούφα των μαλλιών μου να πέφτει και να σκορπίζεται στο πάτωμα.

Στο επόμενο δευτερόλεπτο κατέρρευσα και εγώ σαν ακόμη μια τούφα μεταξιών μαλλιών στο δάπεδο. Αμέσως ένα χέρι με άρπαξε και με έβγαλε έξω από το δωμάτιο. Έσφιξα τα δόντια μου και έκανα ένα βήμα εμπρός. Η κυρία Hebrew άρχισε να περπατάει στον πέτρινο σκοτεινό διάδρομο που τώρα φωτιζόταν αμυδρά από το κερί στο χέρι της. Στο φως του κατάλαβα ότι όλες οι υποθέσεις μου ήταν αληθινές. Αριστερά και δεξιά του διαδρόμου, σε όλο το μήκος του, υπήρχαν ξύλινες πόρτες όλες κλειστές με ένα μπρούτζινο μεγάλο λουκέτο.

 Συνεχίσαμε να περπατάμε για αρκετά λεπτά ακολουθώντας σταθερή πορεία. Όταν ξαφνικά στρίψαμε σε ένα νέο παρακλάδι που δεν γνώριζα. Συνεχίσαμε να περπατάμε στον νέο αυτόν για μένα διάδρομο. Ο συγκεκριμένος είχε πολύ λιγότερες πόρτες και ήταν πιο πλατείες. Ακόμα μια διαφορά δεν είχαν λουκέτο η καθεμιά μόνο ένα ασημένιο στρογγυλό πόμολο. Συνεχήσαμε για ακόμη μερικά μέτρα όταν άρχισα να ακούω μια βαβούρα. Ήταν η βαβούρα που έκαναν πολλά παιδιά μαζί καθώς συζήτησαν. Για πρώτη φορά από όταν μπήκα σε αυτό το απαίσιο κτήριο ένιωσα ελπίδα

. Και όχι γιατί έβλεπα τον πανέμορφο νεαρό με τα χρυσά μάτια στον ύπνο μου. Αλλά γιατί ήξερα ότι δεν ήμουν μόνη εδώ. Συνέχισα να προχωράω με πιο γοργό βήμα. Ήμουν σχεδόν χαρούμενη.

Η χαρά μου έγινε ευτυχία όταν αντίκρισα μια σειρά από δεκάδες κορίτσια να στέκονται στον διάδρομο. Περίμεναν όλες μπροστά από μια πλατεία δίφυλλη πόρτα.

«Στάσου εδώ.» η τραχεία φωνή της κυρίας Ηebrew με ξάφνιασε όχι όμως εξαιτίας της τραχύτητας απλά επειδή συνειδητοποίησα ότι δεν είχα ακούσει ανθρώπινη φωνή για ώρες ίσως και μέρες. Είχε σημασία ο χρόνος τώρα ;

Απότομα με συγκλόνισε η αλήθεια τον ιδίων μου των λέξεων. Δεν είχε. Το άσυλο τελικά δεν ήταν η αρχή μια καινούργιας ζωής. Ήταν η αρχή του τέλους. Η αρχή του τέλους της ευτυχισμένη μου ζωής. Είναι για το καλό όλων επανέλαβα τα λόγια που τόσες φορές άκουσα πριν έρθω εδώ από το στόμα των γωνιών μου. Το πίστευα και εγώ πλέον; Πριν το βάρος των σκέψεων μου με πλακώσει προσπάθησα να πιάσω κουβέντα με το κορίτσι μπροστά μου.

Τα μαλλιά της όταν θα ήταν μακριά πρέπει να ήταν υπέροχα. Είχαν ένα πυρόξανθο χρώμα που ταίριαζε τέλεια με το δέρμα της και ερχόταν σε αντίθεση με τα πράσινα μάτια της. Είχαν το πράσινο του σμαραγδιού. Ακόμα και με ξυρισμένα μαλλιά ήταν όμορφη. Έκανα να αρχίσω κουβέντα όταν κατάλαβα ότι δεν είχα κάποιο θέμα.

«Λοιπόν τι περιμένουμε εδώ;» ρώτησα σχεδόν ανάλαφρα. Υπερβολικά χαρούμενα. Πρέπει να φάνηκα γελοία. Δεν έλαβα καμιά απάντηση σαν να μην με άκουσε.

«E συγγνώμη;» δεν ολοκλήρωσα την φράση μου. Δεν ήταν δεσποινίς. Ήταν μικρότερη από ότι μου είχε φανεί αρχικά. Περίπου στην ηλικία μου.

«Είσαι η καινούργια;» ρώτησε με μια αδιάφορη όπως μου φάνηκε αρχικά φωνή. Μετά κατάλαβα ότι δεν ήταν αδιάφορη ήταν καταβεβλημένη.

«E νομίζω. Άλις.» της έτεινα το χέρι μου. Δεν ανταπέδωσε.

«Εμένα με λένε Σαμάνθα »είπε παγερά και συνέχισε «μάλλον είμαι η μόνη που ξέρω ότι ήρθες. Σε έφεραν χθες το βράδυ στο δωμάτιο δίπλα.»

«Η μόνη που ξέρεις ότι ήρθα; Δεν καταλαβαίνω»

«Είμαι η μόνη που ξέρει τόσα πολλά εδώ μέσα.» η φωνή της δεν ήταν αινιγματική ούτε το έλεγε με υπερηφάνεια. Ήταν ειλικρινής.

«Λοιπόν τι περιμένουμε εδώ;»

«Μια φορά την εβδομάδα κάνουμε μπάνιο. Βάζουν το νερό σε μια μπανιέρα και το αφήνουν για όλες. Είσαι τυχερή που είσαι μικρή. Πρώτα περνούν τις μικρές και έπειτα τις μεγαλύτερες.» έσκυψε πιο κοντά ψιθυρίζοντας τώρα «έχω ακούσει ότι οι μεγάλες δεκανέα είκοσι χρόνων κάνουν μπάνιο σε τόσο παγωμένο νερό που δεν μπορείς καν να αγγίξεις.»

«Μπορώ να σε ρωτήσω κάτι;» είπα με εκνευρισμένο τόνο. Ήταν ο τόνος που όταν χρησιμοποιούσα η μητέρα μου με αποκαλούσε πολύ ώριμη για την ηλικία μου.

«Λοιπόν;»

«Γιατί φέρονται έτσι; πόσοι δουλεύουν στο άσυλο;» Η Σαμάνθα χαμογέλασε πριν απαντήσει.

«Άκου είσαι ακόμα πολύ καινούργια και δεν ξέρεις τίποτα. Αλλά βλέπω ότι είσαι ωριμότερη από οποιαδήποτε άλλη. Πήρες πολύ χαλαρά το κούρεμα σου.» έκρυψε ένα χαμόγελο και συνέχισε «μετά τον θάνατο του ιδρυτή το άσυλο πέρασε στα χέρια αυτής.» το είπε με απέχθεια τονίζοντας την λέξη. «και από τότε παρακμάζει συνεχώς» έκανε μια μικρή πάση και συνέχισε «στο άσυλο τώρα δουλεύουν μόνο γυναίκες. Τουλάχιστον έτσι γνωρίζω.»

Η φωνή της κυρίας Hebrew αντήχησε σε όλο το διάδρομο κάνοντας τους πάντες να σωπάσουν.

Γύρισα από την άλλη για να κρύψω τα δάκρυα που βούρκωναν ήδη τα μάτια μου. Το βάρος των σκέψεων μου τελικά με πλάκωσε. Έσφιξα σφιχτά τα μάτια μου. Τόσο πολύ που τα ματόκλαδα μου μπλέχτηκαν μεταξύ τους. Είναι για το καλό όλων. Επανέλαβα ψιθυριστά. Ένα χαμόγελο διαγράφηκε στα χείλη μου όταν ακόμα μια φράση γέμισε τα πάντα στο μυαλό μου. Άλις στόχευε τα αστέρια. Δεν θα καταλάβαινα ποτέ το νόημα της. Περίκλειε τόσα πολλά. Η κυρία Hebrew συνέχιζε να μιλάει και να μιλάει αλλά δεν είχα το θάρρος να ακούσω ποσό μάλλον να καταλάβω το νόημα όσων έλεγε. Μιλούσε συνεχώς για το ίδιο το πράγμα. Ότι , ότι και αν συμβεί ποτέ δεν πρέπει να βγούμε από το δωμάτιο μας.

Τα επόμενα λεπτά κύλησαν πολύ γρήγορα και πριν το καταλάβω στεκόμουν μπροστά στην δίφυλλη πόρτα. Η κυρία Ηebrew πλησίασε και την άνοιξε.

«Πέντε λεπτά.» είπε παγερά. Δεν κατάλαβα τι εννοούσε. Έχω μόνο πέντε λεπτά; Και πως θα ξέρω αν πέρασαν;

Μπήκα μέσα στο δωμάτιο κλείνοντας πίσω μου την πόρτα με αρκετή δυσκολία. Ήταν απίστευτα βαριά και το πάτωμα που ήταν φτιαγμένο από κάποιο άγριο πέτρωμα –ίσως γρανίτη- δεν βοηθούσε καθόλου.

Η εικόνα που αντίκρισα μέσα στο δωμάτιο ήταν το τελειωτικό χτύπημα συναισθημάτων. Η καρδιά μου δεν μπορούσε να αντέξει τόσα πολλά. Πάγωσε, έσπασε σε χιλιάδες κομμάτια από φόβο, από λύπη και τώρα ˙ από ευτυχία. Η εικόνα που αντίκρισα ήταν πολύ γνώστη. Την είχα δει τόσες και τόσες φορές στα όνειρα μου. Ήταν το δωμάτιο με την μαρμαρένια μπανιέρα. Εκεί ήταν που εξελισσόταν και το τελευταίο όνειρο που είδα. Αυτό με τον άντρα με τα χρυσά μάτια. Ένας συνδυασμός γεγονότων με έκανε να καταλάβω ότι ο άντρας με τα χρυσά μάτια ήταν υπαρκτός.

 Και μάλιστα βρισκόταν κάπου εδώ. Όταν είχα δει στο τραίνο ότι θα έπεφτα μέσα στα σκοτάδια ˙ συνέβη. Οπότε όλα τα όνειρα που είχα δει με τον πανέμορφο αυτό νεαρό θα πραγματοποιούνταν; Η Σαμάνθα είχε πει όμως πως μόνο γυναίκες δουλεύουν στο άσυλο. Η ευτυχία πάγωσε μέσα μου μέχρι που τελικά έλιωσε αφήνοντας ένα κενό.

Έβγαλα γρήγορα το φόρεμα μου και έκανα να μπω στην μπανιέρα όταν η αντανάκλαση μου στο διαυγές νερό που υπήρχε στην μπανιέρα με έκανε να συνειδητοποιήσω δυο πράγματα. Το πρώτο ότι δεν είχα άλλα ρούχα. Η κόκκινη φθαρμένη βαλίτσα μου δεν υπήρχε δίπλα μου όταν συνήλθα σε αυτό το απαίσιο μέρος. Και δεύτερον κατάλαβα πόσο ταλαιπωρημένη ήμουν.

Το ένα μου μάτι ήταν πρησμένο και στην θέση που τα μαύρα λιτά μαλλιά μου έπεφταν γύρω από το πρόσωπο μου υπήρχε κενό. Το δέρμα μου είχε μια γκρίζα απόχρωση. Άλλα ίσως να ήταν και λόγο του χρώματος που είχε το νερό. Τα λόγια της Σαμάνθα σχετικά με το κούρεμα μου με εξαγρίωσαν. Ήμουν νευριασμένη με όλους.

Μπήκα στο νερό. Ήταν παγωμένο και τελικά μόνο διαυγές δεν ήταν. Ούτε καν γκρίζο όπως μου είχε φανεί στην αρχή. Ήταν μαύρο. Τα δάκρυα που έτρεχαν ασταμάτητα στα μάτια μου θόλωναν τα πάντα. Ίσως το νερό τελικά να ήταν διαυγές . Δεν είχα ιδέα. Βούλιαξα μέσα του με δύναμη. Χρυσαφένιες μπουρμπουλήθρες τυλίχτηκαν γύρω μου θολώνοντας ακόμα περισσότερο τα πάντα. Και τότε για ένα δευτερόλεπτο ένιωσα πως πετούσα σε έναν κατάμαυρο ουρανό γεμάτο αστέρια.

Το τελευταίο οξυγόνο που υπήρχε στα πνευμόνια απελευθέρωνε από το στόμα μου σε χιλιάδες μικροσκοπικές μπουρμπουλήθρες. Δεν βγήκα όμως έξω από το νερό. Παρέμεινα εκεί να πετάω ανάμεσα στα αστέρια του δικού μου ουρανού.

Και για λίγο ένιωσα ευτυχία. Τα πάντα άρχισαν να μαυρίζουν γύρω μου περισσότερο. Τα πνευμόνια μου ασφυκτιούσαν για λίγο οξυγόνο. Αλλά δεν ήθελα να βγω από τον ουρανό με τα αστέρια μου. Με έκανε να ξεχνάω πόσο πολύ μου έλειπε η οικογένεια μου.

Δεν ήξερα γιατί πονούσα πιο πολύ. Από την έλλειψη οξυγόνου στα πνευμόνια μου ή από την έλλειψη ευτυχίας στην καρδιά μου;

Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2010

Στοχεύοντας Τα Αστέρια



                                                              


                                                 4ο κεφάλαιο
                                                    Σκοτάδι

Alices POV
Ο θόρυβος που έκανε το τραίνο καθώς έβγαινε από τον σιδηροδρομικό σταθμό δεν μπορούσε να διώξει τα τελευταία λόγια που θα άκουγα από τα χείλη του πατέρα μου. Αντηχούσαν ακόμα στα αυτιά μου. Πλανιόνταν στο αέρα μπερδεύοντας με ακόμα πιο πολύ.

Έβαλα την κόκκινη φθαρμένη βαλίτσα μου κάτω από το κάθισμα και κάθισα στην θέση μου. Έσκυψα και έκλεισα την πόρτα του βαγονιού μου. Το τραίνο διέσχιζε μια αχανείς έκταση από χωράφια. Ο ήχος που έκαναν οι ροδές καθώς περνούσαν πάνω από τις ράγες με ανακούφιζε. Καπνός παρασύρθηκε από τον αέρα και κάλυψε το οπτικό μου πεδίο αναγκάζοντας με να κοιτάξω μέσα στο βαγόνι. Άκουσα την πόρτα του βαγονιού να ανοίγει. Μπήκε μέσα ένα κύριος που φορούσε κουστούμι και κρατούσε έναν δερμάτινο χαρτοφύλακα. Κάθισε απέναντι μου.

Κοίταξα ξανά έξω αγνοώντας τον. Τα χωράφια συνεχίζονταν οπού έφτανε το μάτι. Προσπάθησα να ησυχάσω από τον ήχο του τραίνου και να δω πιο καθαρά ότι είχε συμβεί τις τελευταίες μέρες. Ένα ήταν σίγουρο τώρα. Δεν θα αντίκριζα ξανά τους γονείς μου. Η μητέρα μου πιστεύει ότι είμαι νεκρή. Άλλα ίσως αυτό να είναι καλύτερο. Θα ήταν ήδη πολύ δύσκολο για εκείνη να είμαι κάπου στην γη και να μην μπορεί να με δει. Τώρα τουλάχιστον θα πιστεύει ότι είμαι σε κάποιο καλύτερο μέρος.

Εκεί που πήγαινα δεν ήξερα τι να περιμένω. Δεν είχε νόημα να ανησυχώ ούτε να φοβάμαι. Έκλεισα σφιχτά τα ματιά μου για να αποτρέψω ένα δάκρυ να κυλήσει στο μάγουλο μου. Ξάπλωσα ανθυπατικά στην θέση μου και άφησα τον ήχο του τραίνου να με νανουρίσει. Σε δευτερόλεπτα είχα αποκοιμηθεί. Τα όνειρα μου τάραζε συνεχώς το ίδιο πράγμα.

Ήμουν ξαπλωμένη μέσα στα σκοτάδια σε ένα στενό πέτρινο διάδρομο. Δεν μπορούσα να πιαστώ από κάπου και να σηκωθώ. Η πτώση μου είχε κόψει την ανάσα. Άρχισα να ουρλιάζω σαν τρελή μέσα στα σκοτάδια. Μια φωνή με ξύπνησε.

«Εεε μικρή συγγνώμη είσαι καλά;» με ρωτούσε ο κύριος που καθόταν νωρίτερα απέναντι μου. Τώρα είχε σκύψει ανήσυχος από πάνω μου. Κρύος ιδρώτας έλουζε όλο μου το κορμί.

«Άρχισες ξαφνικά να ουρλιάζεις στον ύπνο σου.» συνέχισε. Ανασηκώθηκα και σφούγγισα το πρόσωπο μου.

«Ήταν ένα άσχημο όνειρο.» αποκρίθηκα κοιτώντας έξω από το παράθυρο το κατάλευκο από το χιόνι βουνό που διασχίζαμε τώρα.

Ήταν πράγματι ένα άσχημο όνειρο. Το χειρότερο που είχα δει ποτέ ίσως. Και ένιωθα ότι ήταν τόσο κοντά. Ότι σύντομα θα συνέβαινε στην πραγματικότητα. Με τα δάχτυλα μου ανακάτεψα τα μαλλιά μου για να σκεφτώ πιο καθαρά. Αλλά δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα γιατί η θολούρα του ονείρου που μόλις είχα δει ανακάτευε ακόμα το μυαλό μου.

Κοίταξα ξανά έξω από το παράθυρο. Μέσα στο μυαλό μου φώναζα τα τελευταία λόγια του πατέρα μου. «Άλις στόχευε τα αστέρια.» Η εικόνα του πατέρα μου να λέει αυτά τα λόγια ξεθόλωσε κάπως το μυαλό μου.

Ο άντρας που καθόταν απέναντι μου άφησε το χαρτί που διάβαζε και προσπάθησε να μου πιάσει κουβέντα. Χάρηκα κάπως. Έτσι θα ξεχνούσα λίγο τι με περίμενε.

«Λοιπόν πας Νέα Υόρκη;»

Η λέξη με το ζόρι βγήκε από τα δόντια μου.

«Ναι.» απάντησα κοιτώντας τον για πρώτη φορά στα ματιά. Ήταν γαλανά. Άλλα ήταν τα πιο ιδιαίτερα γαλάζια ματιά που είχα δει. Είχαν έναν μπλε τόνο στο κέντρο σαν μια θάλασσα που γύρω από την κόρα άφριζε.

«Δεν είσαι λίγο μικρή για αυτό; Εννοώ να πας μόνη σου στην Νέα Υόρκη;» ακουγόταν αμήχανος.

«Δεν πάω με στέλνουν.» είπα παγερά διακόπτοντας εδώ την κουβέντα. Κοίταξα ξανά έξω. Ρούφηξα με όλο μου το μυαλό κάθε τοπίο που έβλεπα. Διασχίζαμε τώρα τους πρόποδες του χιονισμένου βουνού που ανεβαίναμε προηγούμενος. Απορρόφησα κάθε μικρό λουλούδι που είδα. Κάθε μικρό πτηνό . Κάθε μικρό ζώο. Με αυτό τον τρόπο γέμιζα αναμνήσεις που ίσως να μην είχα την ευκαιρία να ζήσω ξανά από την στιγμή που θα διέσχιζα την πόρτα του ασύλου που με περίμενε στην Νέα Υόρκη.

Το υπόλοιπο του ταξιδίου το πέρασα κοιμισμένη μέσα στην κάπα μου. Ο άνδρας με τα γαλανά ματιά που ποτέ δεν έμαθα το όνομα του ,ούτε εκείνος το δικό μου, δεν με ενόχλησε ξανά. Μόνο μια φορά όταν είδε ότι σε καμιά στάση δεν κατέβαινα μου πρόσφερε ένα κομμάτι πίτα.

Όταν το τραίνο σταμάτησε στον τελευταίο σταθμό στην Νέα Υόρκη κατέβηκα από το τραίνο με ανάμεικτα συναισθήματα. Κυρίως φόβου συνδυασμένο με ένα παράξενο αίσθημα γαληνής. Διέσχισα την αποβάθρα κρατώντας την κόκκινη βαλίτσα μου στο χέρι και φορώντας την κάπα που. Έκανε αρκετό κρύο για αυτό την έσφιξα σφιχτά πάνω μου. Πριν χωθώ μέσα στο πλήθος κοίταξα για μια τελευταία φορά τον άνδρα με τα γαλανά ματιά να στέκετε όρθιος στην αποβάθρα κρατώντας τον χαρτοφύλακα του και να με κοιτάζει. Αμέσως γύρισα και χώθηκα στο πλήθος.

Στην αρχή δεν πήγαινα κάπου συγκεκριμένα απλά τριγυρνούσα στριμωγμένη μέσα στο πλήθος χωρίς να μπορώ να πάρω ανάσα όταν άκουσα έναν άντρα δίπλα σε μια μαύρη αμαξά να φωνάζει το όνομα μου.

«Μπράντον.» ρωτούσε συνεχώς κοιτώντας γύρω γύρω. Πήγα προς το μέρος του.

«Είσαι η Μέρυ Άλις Μπράντον;» με ρώτησε κοιτώντας πότε εμένα και πότε τα παπούτσια του.

«Ναι.» απάντησα χωρίς να είμαι σίγουρη τι έπρεπε να απαντήσω.

«Καλώς όρισες στην Νέα Υόρκη λοιπόν.» είπε και με βοήθησε να μπω στην άμαξα. Μου έδωσε την βαλίτσα μου και κάθισε στην θέση του οδηγού. Ακολούθησε ο ήχος μαστιγώματος και τα άλογα άρχισαν να καλπάζουν στον δρόμο. Δεν ήξερα τι περίμενα να δω από την Νέα Υόρκη. Δεν είχα ακούσει ποτέ περιγραφές για το πώς είναι. Δεν γνώρισα ποτέ κάποιον που να είναι από την Νέα Υόρκη ή να έχει πάει σε αυτήν.

Οπότε μόλις αντίκρισα την πόλη σοκαρίστηκα. Ήταν ότι πιο διαφορετικό είχα δει μέχρι στιγμής στην ζωή μου. Οι δρόμοι ήταν τεράστιοι και χιλιάδες άμαξες και κόσμος τους διέσχιζε. Είδα και κάτι που δεν μπορούσα το περιγράψω. Σαν άμαξα χωρίς άλογα έμοιαζε περισσότερο. Πέρασε πολύ γρήγορα και δεν μπόρεσα να το παρατηρήσω. Το πιο εντυπωσιακό όπως ήταν τα κτήρια. Τα περισσότερα ήταν φτιαγμένα από κόκκινο τούβλο ή ασβεστόλιθο και ήταν πολύ ψηλά. Δεν έβλεπες σχεδόν καθόλου σπίτια ή επαύλεις. Μόνο τεράστια κτήρια. Κοιτούσα συνεχώς τριγύρω μην μπορώντας να χορτάσω αυτό που έβλεπα. Ήξερα όμως πως ήταν μονό προσωρινό. Σε λίγο θα βρισκόμουν κλεισμένη μέσα σε ένα άσυλο.

Ήδη οι γονείς μου μού έλειπαν και ιδιαίτερα η μητέρα μου που πότε δεν αποχαιρέτησα. Δεν θα την έβλεπα ποτέ ξανά. Έσφιξα κλειστά τα μάτια μου και άφησα ένα δάκρυ να κυλήσει στο μάγουλο μου. Άνοιξα τα μάτια μου και κοίταξα έξω. Δεν κοιτούσα πλέον τα ψηλά κτήρια παρά μονό τον ουρανό. Κάτι μου έλεγε ότι δεν θα τον ξαναέβλεπα για πολύ καιρό.

Η άμαξα σταμάτησε έξω από έναν τεράστιο κτήριο. Ήταν όλο κατασκευασμένο από κόκκινο τούβλο και με έμοιαζε με κάστρο μέσα από τα παραμύθια. Είχε δώδεκα πύργους που ενωνόταν με τοίχους δίχως καθόλου παράθυρα. Μια τεραστία λιθόστρωτη αυλή το τριγύριζε και ψηλά τείχη από το ίδιο τούβλο που είχε φτιαχτεί το κτήριο περιτριγύριζαν όλο το χώρο.

Ο οδηγός μου άνοιξε την πόρτα και με βοήθησε να κατεβώ. Προχώρησα κρατώντας την βαλίτσα μου προς την τεραστία μεταλλική πόρτα που περίμενε ανοιχτή. Μια κυρία με γκρίζα μαλλιά πιασμένα σε κότσο περίμενε.

«Η Άλις Μέρυ Μπράντον;» με ρώτησε κοιτώντας ένα χαρτί. Δεν απάντησα. Μόνο έγνεψα καταφατικά και αμέσως ξεκίνησε. Την ακολούθησα κοιτώντας γύρω μου τον χώρο. Δεν φαινόταν κανένα παιδί οπού και αν κοιτούσες. Διασχίσαμε την αυλή με γοργό βήμα. Δεν μιλούσα καθόλου και κρατούσα συνεχώς την αναπνοή μου για να αποτρέψω τον εαυτό μου από το να δακρύσει. Ανεβήκαμε τα σκαλιά που οδηγούσαν σε μια μεγάλη ξύλινη πόρτα που περίμενε ανοιχτή. Την διασχίσαμε σύντομα και βρεθήκαμε σε ένα μεγάλο δωμάτιο. Στον χώρο υπήρχε ένα ξύλινο γραφείο, δυο καρέκλες και ένα χαλί. Το δωμάτιο φωτιζόταν από κάποια λιγοστά κεριά που με το ζόρι έριχναν το φως τους στο χώρο. Δεν υπήρχε πουθενά παράθυρο.

«Εμένα με λένε Hebrew» είπε η γυναικά με τα γκρίζα μαλλιά αναγκάζοντας με να την κοιτάξω ξανά. Η φωνή της ήταν παγερή. Διασχίσαμε το δωμάτιο και βρέθηκα σε ένα στενό διάδρομο φτιαγμένο όλο από πέτρα. Κάποια παράθυρα έριχναν το φως τους φωτίζοντας τον. Αρχίσαμε να το διασχίζουμε.

Περπατούσαμε αρκετή ώρα χωρίς να μιλάμε. Όλη αυτήν την ώρα δεν είδαμε ψυχή . Ήταν σαν να μην υπήρχε κανείς άλλος στο άσυλο. Ένα παγερό συναίσθημα κατέκλυσε όλο μου το κορμί.

Στρίψαμε σε ένα ακόμα διάδρομο αυτήν την φορά όμως δεν υπήρχε ούτε παράθυρο ούτε κερί να τον φωτίζει. Χώθηκα μέσα στο σκοτάδι ψηλαφίζοντας συνεχεία με το ένα μου χέρι τον τοίχο στα δεξιά μου. Με αυτόν τον τρόπο δεν θα χανόμουν. Άρχισα να κάνω μικρά βήματα γιατί όση ώρα και αν πέρασε τα ματιά μου δεν συνήθισαν στο απολυτό σκοτάδι άρα υπήρχε κίνδυνος να σκοντάψω. Το χέρι μου όλη την ώρα που περπατούσαμε συνάντησε μονό λείο πέτρινο τοίχο. Ούτε μια εσοχή ,ένα παράθυρο ή πόρτα.

Μετά από αρκετή ώρα περπάτημα το χέρι μου συνάντησε ένα ξύλινο αντικείμενο. . Ψηλάφισα προσέχτηκα και πράγματι εκεί υπήρχε μια πόρτα. Συνέχισα να περπατώ στα σκοτάδια ψηλαφιστά πάντα και ακούγοντας σταθερά την αναπνοή της κυρίας Hebrew στο αριστερό αυτί μου.

Συνειδητοποίησα πως από εκείνο το σημείο και μετά κάθε δέκα μέτρα υπήρχε και μια ξύλινη πόρτα. Δεν υπήρχε όμως πουθενά πόμολο. Στην επόμενη που συνάντησα ψηλάφισα πιο προσέχτηκα. Τίποτα. Τέντωσα όλο μου το κορμί προς τα πάνω και τότε έπιασα ένα κρύο μεταλλικό λουκέτο. Η πόρτα όταν αμπαρωμένη. Ότι και αν ήταν πίσω από αυτή δεν μπορούσε να βγει έξω. Αφουγκράστηκα με το αυτί μου πάνω στην πόρτα άλλα εισέβαλα μόνοι νεκρική σιγή.

Πάγωσα για ένα λεπτό στην θέση μου. Ένα ρίγος διαπέρασε όλο μου το κορμί. Συνέχισα να προχώρα και είδα ότι όλες οι πόρτες όταν κλειδωμένες με λουκέτο. Επιτάχυνα το βήμα μου γιατί η αναπνοή της κυρίας Hebrew δεν ακουγόταν πλέον δίπλα μου. Καθώς έτρεχα με κατέκλυσε απίστευτος φόβος. Δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα ματιά μου και ήθελα να φωνάξω γεμάτη μανία. Τότε γλίστρησα και έπεσα στο κρύο πέτρινο δάπεδο. Η πτώση μου έκοψε την ανάσα. Το όνειρο που είχα δει στο τραίνο βγήκε αληθινό. Και τότε κατάλαβα πως ότι είχα δει μέχρι στιγμής θα συνέβαινε.

Προσπάθησα να σηκωθώ δεν είχα όμως από που να πιαστώ. Έπεσα ανάμεσα στο κενό που υπήρχε σε δυο πόρτες. Ο τοίχος όταν πολύ λείος για να με βοηθήσει. Τα ματιά μου άρχισαν να τσούζουν από το κλάμα. Απελπίστηκα. Άρχισα να ουρλιάζω γεμάτη τρόμο το όνομα της κυρίας Hebrew.

Ένα δυνατό χέρι με έπιασε απότομα από το μπράτσο. Πόνος διαπέρασε εκείνο το σημείο. Πριν προλάβω να βρω την ισορροπία μου και να συνεχίσω να περπατώ στο κατασκότεινο διάδρομο ένα χέρι με χτύπησε δυνατά στο πρόσωπο. Όλα γύρω μου άρχισαν να στριφογυρίζουν και έπεσα αναίσθητη μέσα στα σκοτάδια.

Το μαύρο του σκοταδιού έγινε πιο ισχυρό πνίγοντας τα πάντα στον διάβα του. Πριν το κεφάλι μου χτυπήσει με δύναμη στο πέτρινο δάπεδο το όνομα της μητέρας μου βγήκε από τα χείλη μου.

Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2010

Στοχεύοντας Τα Αστέρια



                                                                
                                             
                                               3ο  Κεφάλαιο
                                         Δίχως Αποχαιρετισμό


Alices POV
Όταν άνοιξα τα μάτια μου ήμουν ξαπλωμένη σε ένα ξύλινο στασίδι. Ένιωθα ένα δυνατό πόνο στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου και αίμα έτρεχε ακόμα καυτό στο πίσω μέρος του λαιμού μου. Γύρισα όσο πιο πολύ μπορούσα το κεφάλι μου στο πλάι και είδα τον πατέρα μου να με κοιτάζει. Με ένα μαντήλι σκούπιζε συνεχώς την πληγή. Όταν με είδε ,ότι είχα ξυπνήσει, δεν μίλησε. Σφούγγιξε ξανά το αίμα και κάθισε δίπλα μου. Προσπάθησα να ανασυντάξω τις σκέψεις μου καθώς κοίταζα το φως που περνούσε από το βιτρό και χόρευε στο πάτωμα. Ένα μπορούσα να θυμηθώ μόνο. Θα με πάρουν κοντά από του γονείς μου. Θα με κλείσουν σε ένα άσυλο. Δεν χρειαζόταν να θυμάμαι τίποτα άλλο. Αυτό έφτανε. Η μόνη λέξη που μου ερχόταν στο μυαλό διατυπώθηκε αυτόματα στα χείλη μου.

«Γιατί;» ρώτησα χωρίς να σταματήσω να κοιτάω τις πολύχρωμες κηλίδες φωτός που χόρευαν στο πάτωμα.

«Ξέρεις γιατί Άλις.» ψιθύρισε κοιτώντας το ιερό της εκκλησία αντί για μένα.

Είχε όμως δίκιο. Ήξερα ακριβώς γιατί. Ήταν το καλύτερο για όλους. Όλοι θα ήταν ασφαλής και μαζί εγώ. Αφού είμαι στο σημείο να μην καταλαβαίνω ότι έχω πρόβλημα τότε ναι έχω. Και μόνο έτσι θα το λύσω.

Ανασηκώθηκα .Ο πατέρας μου ήρθε αμέσως και με πήρε αγκαλιά στηρίζοντας με την παλάμη του το κεφάλι μου για να μην πονάω.

«Δεν είναι τίποτα» είπα «μπορώ να περπατήσω μια πληγή είναι.» προφανώς ήξερε ότι είχα λιποθυμήσει και ότι είχα χτυπήσει. Ήξερε ότι αύτη την φορά δεν είχα λιποθυμήσει για να δω κάποιο από αυτά τα όνειρα. Λιποθύμησα από αυτά που άκουσα. Ήταν τόσα πολλά που δεν μπορούσα να τα αντέξω.

Βγήκαμε από την εκκλησία. Μια μαύρη άμαξα περίμενε την είσοδο μας λίγα μέτρα πιο κει. Άνοιξε την πόρτα της άμαξας με το ελεύθερο χέρι του και με ακούμπησε απαλά στο ένα κάθισμα. Περίμενα να κλείσει την πόρτα και η άμαξα να ξεκινήσει μόνη της. Να με πάει κατευθείαν στον σιδηροδρομικό σταθμό και μετά στην Νέα Υόρκη. Θα ήταν καλυτέρα δεν θα χρειάζονταν πολλοί αποχαιρετισμοί. Θα έφευγα και μετά θα πήγαινα κατευθείαν εκεί. Αλλά αντίθετα μπήκε και αυτός μέσα και έκατσε αντικριστά μου.

Κανείς από τους δυο δεν μίλησε. Δεν είχαμε να πούμε τίποτα. Και οι δυο ξέραμε. Θα πήγαινα στο άσυλο γιατί είναι καλυτέρα για όλους. Ίσως όχι για μένα αλλά για τους άλλους είναι σίγουρα. Η άμαξα έστριψε στον γνωστό δρόμο προς την έπαυλη. Δεν κοιτούσα έξω. Δεν κοιτούσα καθόλου. Είχα κλειστά τα μάτια μου και περίμενα. Φτάσαμε αρκετά γρήγορα. Με βοήθησε να κατεβώ από την άμαξα και με άφησε να περπατήσω δίπλα του. Άνοιξε την μπρούτζινη πόρτα του κήπου και περπατήσαμε αργά το δρομάκι με τις λεύκες.

 Όταν φτάσαμε στην είσοδο χτύπησα την πόρτα και αμέσως μας άνοιξε η Μάντυ. Το σπίτι ήταν άδειο. Η μητέρα μου ήταν ακόμα με την Σύνθια στην θεία Γερτρούδη. Μπήκα μέσα και με ακολούθησε ο πατέρας μου. Αγνόησα την κατεύθυνση που πήρε και πήγα προς την κουζίνα να βοηθήσω την Μάντυ με το γεύμα. Έπρεπε κάπως να ξοδέψω την ώρα μου μέχρι να έρθει η άμαξα που θα με πάει στην Νέα Υόρκη. Ήμουν σίγουρη πλέον ότι η ώρα αυτή δεν αργούσε. Η μητέρα μου θα αναγκαζόταν να με αφήσει να πάω.

Η Μάντυ καθάριζε ένα λάχανο. Την βοήθησα για να τελειώσει πιο γρήγορα. Επικεντρώθηκα στην δουλειά μπλοκάροντας κάθε σκέψη που ερχόταν στο μυαλό μου. Η ώρα πέρασε όταν άκουσα την πόρτα να ανοίγει και να κλείνει ξανά. Ο πατέρας μου έφυγε προφανώς για να πάει με του φίλους του να πιουν. Ήταν δύσκολο και για εκείνον σίγουρα. Το να σκοτώνει όμως τα συναισθήματα του στο πότο δεν ήταν λύση. Άφησα αυτό που έκανα και έπλυνα τα χέρια μου με παγωμένο νερό. Ανέβηκα την σκάλα και κατευθύνθηκα προς το δωμάτιο μου. Ξάπλωσα στο κρεβάτι μου κοιτώντας το ταβάνι. Σύντομα αποκοιμήθηκα με το ίδιο πράγμα να περνάει ξανά και ξανά από τα όνειρα μου.

Ήμουν ξαπλωμένη μέσα σε ένα μικροσκοπικό χώρο. Παντού επικρατούσε σκοτάδι και κάθε τόσο μια σταγόνα νερού έπεφτε στο πέτρινο πάτωμα. Είχα κλειστά τα μάτια μου. Η πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα ο πανέμορφος νεαρός που είχα δει στο όνειρο μου χθες. Τα μάτια του είχαν ένα πιο σκούρο χρυσάφι χρώμα.

Χτυπήματα στην πόρτα με ξύπνησαν διαλύοντας την προσωρινή ευτυχία που είχα καθώς έβλεπα αυτό το τόσο υπέροχο όνειρο. Ανασηκώθηκα σκουπίζοντας τα μάτια μου. Άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα η μητέρα μου. Έξω είχε σκοτεινιάσει. Κοιμόμουν πολλές ώρες. Αμέσως σηκώθηκα και την αγκάλιασα. Ίσως να ήταν η τελευταία φορά που θα την έβλεπα σε αυτό το δωμάτιο. Δεν ήξερα πότε ακριβώς αλλά ήμουν σίγουρη ότι πολύ σύντομα κάποια άμαξα θα περίμενε να με πάει στο τέλος της ευτυχισμένης μου ζωής.

Χάιδεψε με τα δάχτυλα της τα μαλλιά μου και με φίλησε απαλά στο μέτωπο. Κίνηση αποχαιρετισμού. Καθίσαμε μαζί στο κρεβάτι χωρίς καμιά να κάνει την πρώτη κίνηση να μιλήσει. Ήξερε την απόφαση του πατέρα μου να με πάει στο άσυλο. Ήμουν σίγουρη ότι είχε διαλέξει να την εξακολουθήσει.

«Άλις δεν πρόκειται να σε αφήσω να φύγεις ποτέ από κοντά μου» ψιθύρισε τελικά διαλύοντας κάθε τι που νόμιζα για σίγουρο. Δεν θα με άφηνε να πάω στο άσυλο. Σήμερα το πρωί ήμουν σίγουρη για αυτό τελικά όμως άλλαξα γνώμη. Είχα συμφιλιωθεί με αυτήν την ιδέα ότι θα επιτρέψει να κλειστώ στο άσυλο. Και τώρα άρχετε με μια κουβέντα και μου χαλάσει όλα τα σχέδια.

«Και αν είναι καλύτερο;» ψιθύρισα. Πλέον δεν ήξερα τι είναι καλύτερο και τι όχι. Αλλά είχα ακούσει τα λογία του ιερέα. Θα με κάψουν ως μάγισσα.

«Ω μα Άλις είναι καλύτερο.» είπε και πριν προλάβω να μιλήσω συμπλήρωσα « για όλους εκτός από εσένα. Δεν θα αφήσουμε κανέναν να το μάθει. Ξέρω ότι δεν είσαι τρελή. Ούτε μάγισσα. Δεν ξέρω τι έχεις αλλά δεν νομίζω πως ότι είναι θα λυθεί με το να σε κλείσουμε σε ένα άσυλο.»
Προσπάθησα να χωνέψω τα λογία της. Δηλαδή δεν θα με κλείσουν πουθενά;
Ο πατέρας μου όμως είχε πει καθαρά ότι θα με κλείσουν. Προφανώς η μητέρα μου δεν το επέτρεψε.

«Καλυτέρα να κοιμηθείς τώρα.» ψιθύρισε κα βγήκε από το δωμάτιο.

Ξάπλωσα στο κρεβάτι με μια μικρή ελπίδα ότι τελικά όλα θα πήγαιναν καλά. Αποκοιμήθηκα αμέσως χωρίς όνειρα για να ξυπνήσω ξανά μετά από ώρες και κάθε ελπίδα που είχα να χαθεί. Άνοιξα τα ματιά μου επειδή δυνατές φωνές ακούγονταν από το κάτω πάτωμα. Δεν ήξερα τι να κάνω επειδή αμέσως τις αναγνώρισα. Φώναζαν ο πατέρας μου με την μητέρα μου. Ο πατέρας μου ήταν μεθυσμένος άλλα ότι έλεγε ήταν αληθινό και χτυπούσε μέσα μου σαν κάποιος να μαχαίρωνε την καρδιά μου.

«Δεν καταλαβαίνεις αν την αφήσουμε κινδυνεύει και η ίδια αλλά και εμείς!» φώναζε ο πατέρας μου φανερά εξαγριωμένος. Η μητέρα μου απάντησε αποφασιστικά άλλα με ένα κοφτό τόνο σαν να μην μπορεί να πει περισσότερο επειδή έκλαιγε η κάτι άλλο την εμπόδιζε.

«Δεν θα αφήσω το παιδί μου κλεισμένο σε ένα άσυλο! Να ξέρω ότι είναι κάπου εκεί έξω και εγώ να μην μπορώ να το δω!»

Δεν ήξερα τι να κάνω . Όλο το σπίτι σειόταν από τις φωνές τους. Η μητέρα μου δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Ο πατέρας μου θα με κλείσει στο άσυλο με κάθε κόστος νομίζοντας ότι έτσι κάνει καλό σε εμένα. Δεν μπορούσα να ελέγξω τις κινήσεις μου. Τα δάχτυλα μου έτρεμαν και δάκρυα έτρεχαν ανεξέλεγκτα από τα ματιά μου. Τις τελευταίες μέρες είχα κλάψει τόσο πολύ. Και γιατί; Εντελώς άδικα αφού τελικά ότι και να κάνω θα βρεθώ μακριά από τους γονείς μου.
Τράβηξα το πάπλωμα μέχρι τα αυτιά μου και κουλουριάστηκα σε μια μικρή μπάλα. Με τα χέρια μου έκλεισα τα αυτιά μου σφράγισα τα μάτια μου. Οι φωνές έφταναν σε εμένα σαν κάτι μακρινό. Τελικά αποκοιμήθηκα.

Ξύπνησα τα χαράματα από απότομα και αλλεπάλληλα σκουντήματα. Ο πατέρας μου στεκόταν από πάνω μου φορώντας ταξιδιωτικά ρούχα και κρατώντας μια βαλίτσα. Ο εφιάλτης είχε μόλις ξεκινήσει. Κάθε ελπίδα που είχα ότι θα μείνω εδώ, ότι η μητέρα μου θα με προστατεύσει έσβησε καθώς αντίκρισα την βαλίτσα στα χέρια του πατέρα μου. Δεν μίλησε. Μου έδωσε ευγενικά μια αλλαξιά ρούχα και βγήκε από το δωμάτιο χωρίς να πει λέξη. Άλλαξα γρήγορα προσπαθώντας να χωνέψω ότι ίσως είναι η τελευταία φορά που βλέπω του γονείς μου. Κατέβηκα την σκάλα και πήγα στο σαλόνι. Ο πατέρας μου περίμενε εκεί σαν χθες μονό που σήμερα το ταξίδι θα ήταν μεγαλύτερο.

«Μπορώ να αποχαιρετίσω την μαμά ; » ρώτησα αβέβαια. Η απάντηση ήρθε παγώνοντας κάθε αίσθηση στο σώμα μου.

«Πιστεύει ότι είσαι νεκρή. Ότι έπεσες από ένα βράχο.» Δεν μπορούσα να κατανοήσω τα λόγια του. Η μητέρα μου δεν αφήνει να με κλείσουν σε ένα άσυλο και για να με αφήσει της είπε ότι είμαι νεκρή;

Ήθελα να φωνάξω. Κάθε μέρος του σώματος μου με παρότρυνε να το κάνω. Να πω στην μητέρα μου ότι δεν είμαι νεκρή. Ότι ο πατέρας μου προσπαθεί να με κλείσει σε ένα άσυλο. Άλλα δεν το έκανα. Γιατί ήξερα. Και πλέον το είχα επιβεβαιώσει. Ήταν για το καλό όλων. Ακόμα και το δικό μου.

Άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Φόρεσα την κόκκινη ταξιδιωτική κάπα μου και βγήκα από το σπίτι. Δεν κοίταξα πίσω μου. Δεν είχα το κουράγιο να το αποχαιρετήσω. Περάσαμε το δρομάκι με τις λεύκες. Ήταν η τελευταία φορά που θα περνούσα αυτόν τον δρόμο στην ζωή μου. Καθώς ο πατέρας μου έκανε να ανοίξει την πόρτα και να βγούμε από το κτήμα οι λέξεις που τόση ώρα γύριζαν στο κεφάλι μου κύλησαν στα χείλη μου.

«Συγγνώμη.» ξεροκατάπια «που σας αναγκάζω να το υπομείνετε όλο αυτό. Που πρέπει να αποχαιρετήσετε την κόρη σας. Εγώ φταίω. Με αυτό που έπαθα και βλέπω αυτά τα όνειρα.» Προσπάθησα να συγκρατήσω τα δάκρυα στα μάτια μου αλλά απέτυχα.

«Άλις δεν φταις εσύ.» με έπιασε από τα δυο χέρια και γονάτισε για είναι στο ίδιο ύψος με εμένα. «κανείς δεν φταίει.»

Σηκώθηκε ξανά και με βοήθησε να μπω σε μια άμαξα που περίμενε την είσοδο μας. Με ένα χλιμίντρισμα τα άλογα ξεκίνησαν να καλπάζουν. Είδα το σπίτι να απομακρύνετε. Ήξερα πως δεν θα το έβλεπα ποτέ ξανά. Ο πατέρας μου καθόταν απέναντι μου δεν με κοιτούσε όμως. Ίσως να μην μπορούσε. Μες στα μάτια του διέκρινα μια υποψία δακρύων. Αμέσως τα σκούπισε με το μαντήλι του. Η άμαξα έστριψε στον δρόμο για τον σιδηροδρομικό σταθμό. Κοίταξα έξω καθώς περνούσε από αχανείς εκτάσεις γης ,πόλεις και μικρά χωριά μέχρι τελικά να φτάσουμε στο σιδηροδρομικό σταθμό. Το μέρος που θα ξεκινούσε η καινούργια μου ,διαφορετική ζωή.

Το τρένο αυτό δεν θα με πήγαινε στο τέλος της ευτυχισμένης μου ζωής. Απλά θα με πήγαινε στο τέλος της τωρινής μου ζωής. Πλέον ήξερα για αυτό ήμουν δυνατή. Η άμαξα σταμάτησε. Ο πατέρας μου άνοιξε την πόρτα και με κατέβασε. Με κράτησε λίγο στην αγκαλιά του και μου έδωσε την βαλίτσα. Πέρασα γρήγορα την αποβάθρα χωρίς να κοιτάξω λεπτό πίσω μου και επιβιβάστηκα στο τρένο. Καπνός ήδη είχε ξεκινήσει να βγαίνει από το φουγάρο. Στην αποβάθρα στεκόταν πολύ κόσμος κουνώντας μαντίλια.

Προχώρησα μέσα στο τρένο και κάθισα σε ένα βαγόνι. Κοίταξα από το παράθυρο αναζητώντας τον πατέρα μου. Τον βρήκα να κάθετε να περιμένει να ξεκινήσει το τρένο. Και τότε συνειδητοποίησα ότι δεν τον είχα αποχαιρετήσει. Δεν είχα αποχαιρετήσει κανέναν. Άνοιξα το παράθυρο και άρχισα να του φωνάξω πως τον αγαπώ όταν η φωνή του αντήχησε στην αποβάθρα ακριβώς την στιγμή που το τρένο ξεκινούσε. Προσπάθησα μέσα στον θόρυβο που έκαναν οι ράγες καθώς το τρένο επιτάχυνε να καταλάβω τι έλεγε.

Τα λόγια του με μπέρδεψαν θα τα θυμάμαι όμως πάντα γιατί ήταν η τελευταία κουβέντα που άκουσα από το στόμα κάποιου που ανήκει στην οικογένεια μου.

Τα λόγια του ήταν «Άλις στόχευε τα αστέρια.»

Μαρινάκι (LizzyCullen) αυτό το κεφάλαιο αφιερώνετε σε εσένα για όλη την στήριξη που μου έχεις δείξει.

Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2010

Στοχεύοντας Τα Αστέρια





                                                     2ο Κεφάλαιο
                                                        Δάκρυα


Alices POV

Ξύπνησα ξανά πριν ξημερώσει γιατί το πάτωμα ήταν άβολο και κρύο. Κοίταξα από τα τεραστία παράθυρα τον έναστρο ουρανό. Ήταν πολύ αργά την νύχτα ακόμα ούτε καν τρεις η ώρα μάλλον. Σηκώθηκα από το πάτωμα και πήγα προς το κρεβάτι. τράβηξα το πουπουλένιο πάπλωμα και πήγα να ξαπλώσω όταν άκουσα έναν θόρυβο από το κάτω πάτωμα. Κατευθύνθηκα προς την πόρτα και την άνοιξα για να ακούσω πιο καθαρά αλλά δεν ακουγόταν τίποτα. Σίγουρα δεν ήταν η ιδέα μου.

Βγήκα στον κατασκότεινο διάδρομο και ψηλαφιστά προσπάθησα να βρω την σκάλα. Άρχισα αργά αργά προσπαθώντας να μην κάνω καθόλου θόρυβο να καταβαίνω ένα ένα τα σκαλοπάτια. Αφουγκράστηκα ξανά και αυτήν την φορά άκουσα καθαρά την φωνή του πατερά μου. Ερχόταν από την τραπεζαρία. Κατέβηκα και το τελευταίο σκαλοπάτι της σκάλας και κρύφτηκα σε μια εσοχή του τοίχου έτσι ώστε ενώ εγώ θα μπορώ να βλέπω την τραπεζαρία αυτοί που είναι μέσα να μην μπορούν να με δουν. Προσπάθησα μέσα στο σκοτάδι να διακρίνω ποιοι ήταν μέσα.

 Ένα κερί τρεμόφεγγε στο τραπέζι και στο φως του μπόρεσα να δω την μητέρα μου να κάθετε στο τραπέζι κρατώντας το πρόσωπο της. Πρέπει να έκλεγε. Ο πατέρας μου ήταν όρθιος και μιλούσε ψιθυριστά. Προσπάθησα να ακούσω τι έλεγε.

« Είναι η μονή επιλογή» είπε « Αφού είσαι σίγουρη ότι η Άλις είδε ξανά σήμερα στην εκκλησία αυτά τα ''όνειρα''.»

«Δεν ξέρω νομίζω » είπε η μητέρα μου ανάμεσα σε αναφιλητά και λυγμούς «Την είδα ξαφνικά να λιποθυμά και όταν ξύπνησε μου είπε ότι αποκοιμήθηκε. Τις προηγούμενες φορές που είχε συμβεί αυτό είχε δει κάποιο όνειρο που βγήκε αληθινό.»

«Τι πιστεύεις ότι συμβαίνει ;»

«Πραγματικά δεν ξέρω » ένας λυγμός διέκοψε όσα έλεγα και συνέχισε να κλαίει.

Εγώ είχα παγώσει στην εσοχή και αν δεν στηριζόμουν στον τοίχο θα έπεφτα κάτω. Ήξεραν ακριβώς τι συνέβαινε ...και τώρα τι θα κάνουν; Το όνομα του πατέρα μου κινδυνεύει αν μάθουν ότι η κόρη του είναι τρελή. Και αν όντως είμαι;

Ο πατέρας μου συνέχισε να μιλάει.

«Αύριο το πρωί θα πάρεις την Σύνθια και θα πάτε με μια αμαξά στην θεια Γερτρούδη στην επαρχία. Εγώ θα πάρω την Άλις και θα την πάω στον καθεδρικό του Άγιου Μιχαήλ να μιλήσω με τον ιερέα. Θα έχει μια δεύτερη γνώμη.»

Η μητέρα μου συνέχισε να κλαίει και αυτήν την φορά δεν μπόρεσε να συγκρατήσει έναν πολύ δυνατό λυγμό. Ένιωθα πολύ άσχημα που την έβλεπα να κλαίει.

« Και αν χρειαστεί να την πάρουν από κοντά μας; » κατάφερε να ψελλίσει τελικά. «Με τον έναν η δεν θέλω να σκέφτομαι τον άλλο τρόπο.» Με αυτά της τα λόγια σχεδόν λιποθύμησα. Εννοεί ότι υπάρχει περίπτωση να με σκοτώσουν ; Δεν θέλω ούτε να το σκέπτομαι.

Η μητέρα μου συνέχισε να μιλάει.

«Τουλάχιστον μην πάτε αύριο. Άσε ακόμα μια μέρα να δούμε μπορεί να συμβεί ξανά κάτι παρόμοιο και μεθαύριο πρωί πρωί θα κάνουμε αυτό που πρότεινες.»

«Εντάξει αλλά αύριο θα μείνω σπίτι.»

Δεν ήθελα να ακούσω τίποτα άλλο. Αθόρυβα και προσπαθώντας να συγκρατήσω τα δάκρυα μου ανέβηκα την σκάλα και μπήκα μέσα στο δωμάτιο μου. Κλείδωσα με το σκαλιστό μπρούτζινο κλειδί την πόρτα και χώθηκα κάτω από τα σκεπάσματα στο κρεβάτι μου. Πριν προλάβω να τα συγκρατήσω δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια μου. Και τώρα θα με πάρουν από κοντά τους; Αν αύριο δω πάλι κάποιο τέτοιο όνειρο σίγουρα θα με πάρουν ίσως ακόμα και να με… αν όμως είμαι τρελή η κάτι άλλο; Αλλά το ξέρω ότι δεν είμαι. Γιατί όμως βλέπω αυτά τα όνειρα; Η εικόνα της μητέρας μου να κλαίει με φόβο να με χάσει έφερε νέα δάκρυα . Κουκουλώθηκα πιο σφιχτά και έκλεισα ερμητικά τα μάτια μου.

Το πρωί σηκώθηκα πολύ αργά γιατί ήμουν τόσο καλά κουκουλωμένη με τα σκεπάσματα που το φως του ήλιου που μπήκε στο δωμάτιο από τα μεγάλα παράθυρα δεν έφτασε τα μάτια μου. Μόλις ξύπνησα κάθισα λίγο στο κρεβάτι γιατί άπλα δεν ήθελα να αντιμετωπίσω ακόμα αυτά που φοβόμουν ότι με περίμεναν σήμερα και αύριο. Αφού πέρασαν τουλάχιστον δέκα λεπτά στα όποια προσπάθησα να μπλοκάρω κάθε αρνητική η άσχημη σκέψη, αναγκαστικά σηκώθηκα από το κρεβάτι. Άλλαξα ρούχα και κατέβηκα την σκάλα.

 Στην τραπεζαρία καθόταν η μητέρα μου και προς μεγάλη μου απογοήτευση διπλά της ο πατέρας μου. Αυτό σημαίνει πως ότι είπαν χτες την νύχτα θα το έκαναν πράξη. Η Σύνθια ήταν όρθια πιο κει και κάτι έκανε μέσα σε ένα καλάθι. Μάλλον καθάριζε κάποιο φυτό.

«Μπαμπά;» προσπάθησα να κάνω την έκπληκτη.

«Σήμερα αποφάσισα να περάσω λίγο χρόνο με τις κόρες μου.»

Δεν ήταν μεθυσμένος κάτι που σπάνια έβλεπα. Κάθισα στο τραπέζι και μετά από λίγο ήρθε η Μάντυ με ένα φλιτζάνι γάλα. Ήμασταν αρκετά εύπορη οικογένεια και τέτοιες πολυτέλειες τις θεωρούσαμε δεδομένες.

Ήπια γρήγορα το γάλα μου με φόβο μην δω ξανά κατά την διάρκεια που ήμουν στο πρωινό κάποιο ''όνειρο''. Μόλις τέλειωσα σηκώθηκα γρήγορα και έκανα να ανεβώ την σκάλα όταν ο πατέρας μου με διέκοψε.

«Άλις ήλπιζα να με βοηθήσεις με τον κήπο. Είπα στον Τζορτζ να μην ασχοληθεί μιας και θα είμαι σήμερα εγώ σπίτι και σκέφτηκα ότι θα με βοηθούσες.»

Ωραία , σκέφτηκα. Δεν πρόκειται να με αφήσουν από τα μάτια τους.

«Ε εντάξει...» είπα μην μπορώντας να πω και τίποτα άλλο. Η μητέρα μου σηκώθηκε και βγήκε από το δωμάτιο. Επέστρεψε σχεδόν σε δευτερόλεπτα κρατώντας ένα καλάθι.

«Θα μαζέψεις και μερικά γογγύλια για το φαγητό;» με ρώτησε.

«Ε ναι .» είπα και πηρά το καλάθι. Βγήκα με τον πατέρα μου στον κήπο . Ο καιρός ήταν μουντός σχεδόν συννεφιασμένος. Κατευθυνθήκαμε στο σπιτάκι της Μάντυ και του Τζορτζ. Διπλά σε ένα μικρό δωμάτιο φυλούσαμε ένα ξύλινο φτυάρι και μία σκαπάνη. Τα πήραμε και εγώ πήγα προς το σημείο που ήταν φυτεμένα τα γογγύλια. Ο πατέρας μου με ακολούθησε. Δεν πρόκειται να με άφηνε από τα μάτια του δευτερόλεπτο.

Μόλις έφτασα στο συγκεκριμένο σημείο έσκυψα στο χώμα και με τα δυο μου χέρια άρχισα να προσπαθώ να ξεριζώσω ένα μεγάλο γογγύλι. Αφού γέμισα το καλάθι με αρκετά από αυτά σηκώθηκα και τίναξα τα χώματα από το φόρεμα μου. Ο πατέρας μου τόση ώρα καθόταν πιο κει και σκάλιζε ένα μποστάνι. Πήγα προς το μέρος του όταν με την άκρη του ματιού μου είδα την μητέρα μου να έρχεται προς τα εδώ.

«Τελείωσες με τα γογγύλια; » μου φώναξε από μακριά. Με πλησίασε και με το βλέμμα της αναζήτησε το καλάθι.

«Ναι μόλις..» είπα και πήγα προς το καλάθι. Εντωμεταξύ ο πατέρας μου σήκωσε το βλέμμα του και με κοίταξε. Έσκυψα να πιάσω το καλάθι όταν ξαφνικά μου ήρθε μια ζαλάδα. Έκλεισα τα μάτια μου για ένα δευτερόλεπτο αλλά μόλις τα άνοιξα τα πράγματα είχαν χειροτερέψει. Όλα γύρω μου περιστρέφονταν. Προσπάθησα να διώξω αυτήν την αίσθηση και σήκωσα το καλάθι με τα γογγύλια. Η μητέρα μου με κοιτούσε παραξενεμένη κάτι είχε καταλάβει. Η ζαλάδα είχε χειροτερέψει. Έκανα ένα βήμα μπροστά όταν ξαφνικά όλα μαύρισαν. Έπεσα κάτω και τα γογγύλια σκορπιστήκαν γύρω μου.

Είδα ξανά το ίδιο ακριβώς που είχα δει και στην εκκλησία. Ήμουν σε πολύ μεγαλύτερη ηλικία μέσα σε μια μαρμάρινη μπανιερά με το νερό να καλύπτει όλο μου το σώμα έκτος από την μύτη μου. Ξαφνικά δυνατά χτυπήματα ακούστηκαν στην πόρτα.

Όταν συνήλθα ήμουν ακόμα πεσμένη στο χώμα με τα γογγύλια σκορπισμένα διπλά και πάνω μου. Η μητέρα μου ήταν σκυμμένη από πάνω μου και σκούπιζε το κρύο ιδρώτα που έτρεχε στο πρόσωπο μου με ένα μαντήλι. Ο πατέρας μου μόλις συνήλθα ήρθε από πάνω μου. Ο κρύος ιδρώτας όμως δεν έτρεχε εξαιτίας του ονείρου. Άπλα φοβόμουν τι θα γινόταν στην συνεχεία. Αύριο που θα πηγαίναμε στην εκκλησία ίσως με έπαιρναν από κοντά τους. Ήθελα να βρεθώ μόνη μου και να κλάψω. Μονό αυτό ήθελα τώρα.

«Άλις τι συνέβη;»

«Δεν δεν ξέρω...ζαλίστηκα ξαφνικά και μετά όλα χάθηκαν...δεν είμαι πολύ καλά σήμερα..ίσως να αρρώστησα.»

Αντάλλαξαν μεταξύ τους ένα βλέμμα που μπορώ να το ερμηνεύσω μόνο ως : σίγουρα δεν συμβαίνει αυτό. Έπρεπε να φύγω από άδω όσο πιο γρήγορα γινόταν. Ένιωθα ήδη τα δάκρυα να βουρκώνουν τα μάτια μου. Από φόβο πάντα για το ότι θα έφευγα.

«Καλυτέρα να πάω να ξαπλώσω.» Ο ουρανός είχε συννεφιάσει και έκανε κρύο.

Σηκώθηκα όρθια και τρέχοντας σχεδόν μπήκα μες στο σπίτι και ανέβηκα στο δωμάτιο μου. Μόλις η πόρτα έκλεισε πίσω μου δάκρυα άρχισαν να τρέχουν στα μάτια μου. Και τώρα; Αναρωτήθηκα . Αν όμως είναι καλύτερο να με πάρουν από κοντά τους; Τα δάκρυα εδίωξαν κάθε σκέψη έκτος από μια: αν όντως έχω κάποιο πρόβλημα; Είμαι τρελή ίσως και δαιμονισμένη; Αυτή η σκέψη με βασάνιζε συνεχώς από χθες . Χτύπησε η πόρτα. Σκούπισα τα μάτια μου και πριν ανοίξω έριξα μια μάτια έξω. Είχε αρχίσει να βρέχει. Μια αστραπή έσκισε τον ουρανό φωτίζοντας το εσωτερικό του δωματίου. Πρέπει να έκλαιγα για πολύ ώρα. Η πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα η Μάντυ κρατώντας μια πορσελάνινη κανατά και πετσέτες.

«Η μητέρα σου με έστειλε να σε βοηθήσω να κανείς μπάνιο.» Άφησε κάτω τις πετσέτες και την κανατά που μάλλον είχε βραστό νερό και με έγδυσε τελείως. Με τα δάχτυλα της ξέμπλεξε τα μαλλιά μου. Σήκωσε ξανά τα πράγματα και πήγαμε στο δίπλα δωμάτιο . Ήταν άδειο έκτος από μια μεγάλη μαρμάρινη μπανιερά στο κέντρο. Γύρω της υπήρχαν κουρτίνες και κάποια σβησμένα κεριά. Η Μάντυ άναψε ένα από αυτά για να βλέπει καλυτέρα και με έβαλε μέσα στην μπανιερά. Βγήκε από το δωμάτιο.

Μετά από μερικά λεπτά επέστρεψε κρατώντας ένα τεράστιο πήλινο δοχείο με βραστό νερό. Το έριξε μέσα στην μπανιερά. Το νερό ήταν καυτό και αμέσως υδρατμοί κατέκλυσαν όλο το δωμάτιο. Σε λίγο το δέρμα μου το συνήθισε. Με το βραστό νερό από την κανατά έβρεξε τα μαλλιά μου και με μια πλάκα σαπούνι που μάλλον είχε φτιάξει μόλις πριν λίγες μέρες με έλουσε και έπλυνε προσέχτηκα όλο μου το σώμα. Προσπάθησα να χαλαρώσω με το καυτό μπάνιο και να ξεχάσω ότι με περίμενε αλλά δεν τα κατάφερα.

Με ξέπλυνε και με βοήθησε να βγω από την μπανιερά. Με τύλιξε στην μεγάλη πετσέτα και με βοήθησε να ντυθώ. Πηρέ ξανά το μεγάλο δοχείο την κανάτα και τις πετσέτες και βγήκε από το δωμάτιο. Εγώ ίσιωσα με τα δάχτυλα μου τα μακριά μαύρα μου μαλλιά. Κοιτάχτηκα σε ένα καθρέφτη. Τα μάτια μου ήταν πρησμένα.

Ξάπλωσα στο κρεβάτι και έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου. Αποκοιμήθηκα δίχως σκέψεις.

Στον ύπνο μου είδα ξανά το ίδιο όνειρο μονό που αυτήν την φορά είχε διαφορετικό τέλος. Ήμουν πάλι μέσα στην μπανιερά με το νερό όταν η πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα ένας παρά πολύς όμορφος νεαρός. Ο πιο όμορφος που είχα δει ποτέ στην ζωή μου. Είχε πλούσια καστανόξανθα μαλλιά. Το δέρμα του ήταν πολύ χλωμό και τα μάτια μου είχαν το χρώμα του μελιού. Όταν μίλησε η φωνή του ήταν τόσο μαγική που δεν έδωσα σημασία σε αυτά που είπε.

Ένας θόρυβος με ξύπνησε. Άνοιξα τα μάτια μου. Έξω έβρεχε ακόμα. Μέσα στο δωμάτιο ήταν η Μάντυ που ακουμπούσε έναν δίσκο πάνω στο τραπεζάκι άθελα της όμως έριξε κάτω έναν βαρύ μπρούτζινο βιβλιοστάτη και με ξύπνησε. Με κοίταξε.

«Σου έφερα κάτι να φας. Συγγνώμη σε ξύπνησα.»

Δεν απάντησα και αφού περίμενε λίγο να με δει να σηκώνομαι βγήκε έξω. Στον δίσκο υπήρχε σε ένα πιάτο ένας μωβ πηχτός πουρές από γογγύλια. Είχε χάλια εμφάνιση αλλά η γεύση του ήταν φοβερή και έλιωνε στο στόμα. Διπλά είχε ένα τσαμπί μαύρα σταφύλια. Αφού έφαγα τον πουρέ έφαγα αργά αργά και τα σταφύλια. Είχα στεναχωρηθεί που ξύπνησα από ένα τόσο όμορφο όνειρο. Με έκανε να ξεχάσω σχεδόν τα προβλήματα μου.

Τα γογγύλια στον πουρέ μου τα θύμισαν ξανά. Άφησα δάκρυα να κυλήσουν ξανά στα μάτια μου. Ένιωσα λίγο καλυτέρα τώρα που είχα ξεσπάσει. Ξάπλωσα ξανά στο κρεβάτι και αποκοιμήθηκα πολύ γρήγορα αυτήν την φορά χωρίς όνειρα.

Αλλεπάλληλα χτυπήματα στην πόρτα με ξύπνησαν . Ήταν πρωί και η ημέρα ήταν ηλιόλουστη. Μόλις άνοιξα τα μάτια μου όμως συνειδητοποίησα τι με περίμενε σήμερα. Σηκώθηκα με βαριές κινήσεις και άνοιξα την πόρτα. Ήταν ο πατέρας μου ντυμένος με φράκο και κάπα. Ένα ηλίθιο χαμόγελο διαγραφόταν στα χείλη του. Ήξερα ακριβώς που θα πηγαίναμε.

«Καλημέρα» είπε . «Ντύσου θα φύγουμε σε λίγο.»

«Και που θα πάμε;» ρώτησα δήθεν αδιάφορα.

Δεν απάντησε αλλά γύρισε και έφυγε. Ντύθηκα γρήγορα και κατέβηκα στο σαλόνι. Ήξερα χωρίς καν να κοιτάξω ότι με περίμενε στην πόρτα. Έριξα δήθεν μια ερευνητική μάτια γύρω μου.

«Που είναι η Σύνθια και η μαμά;»

«Αποφάσισαν να επισκεφτούν την θεια Γερτρούδη και έτσι σκέφτηκα να περάσουμε λίγο καιρό μαζί.»

Όσο μου απομένει σκέφτηκα. Ξεκρέμασα την κάπα μου από τον τοίχο και την φόρεσα.

Βγήκαμε έξω και παρά τον ήλιο έκανε αρκετό κρύο. Διασχίσαμε το λιθόστρωτο δρομάκι με τις λεύκες και βγήκαμε από τον χώρο της έπαυλης. Μια αμαξά ζεμένη με τρία κατάμαυρα άλογα μας περίμενε. Μπήκε μέσα ο πατέρας μου και μετά με τράβηξε πάνω. Κάθισα αντικριστά του αλλά απέφυγα να τον κοιτάζω . Κοίταξα έξω. Η άμαξα ξεκίνησε.

«Λοιπόν που πάμε;» ρώτησα επιμένοντας .

Προσπάθησε να αποφύγει την απάντηση.

«Δεν έπιασες τα μαλλιά σου; »

Τον αγνόησα και επανέλαβα την ερώτηση.

«Που πηγαίνουμε;»

Μην μπορώντας να κάνει αλλιώς απάντησε.

«Στον καθεδρικό του Αγίου Μιχαήλ.»

Έκανα να μιλήσω αλλά με διέκοψε γρήγορα.

«Θα δεις γιατί.»

Κοίταξα ξανά έξω εκνευρισμένη αλλά πιο πολύ φοβισμένη. Ήξερα ακριβώς γιατί. Η άμαξα μετά από λίγο σταμάτησε έξω ακριβώς από τον καθεδρικό. Κατέβηκα και άρχισα να περπατώ αλλά ο πατέρας μου μού έκλεισε τον δρόμο. Έκανε κάτι που δεν είχε ξανακάνει ποτέ και δεν το περίμενα. Με αγκάλιασε.

«Ότι και αν γίνει να ξέρεις ότι σε αγαπάμε και ότι είναι για το καλό όλων.»

Ήξερε ότι ήξερα; Η απάντηση ήρθε από μόνη της.

«Άλις κοίταξε με.» Με ανάγκασε να τον κοιτάξω στα μάτια. «Το ξέρω ότι άκουσες την συζήτηση που είχα με την μητέρα σου προχθές βραδύ. Πίστεψε με Άλις όλα θα πάνε καλά. Δεν θέλουμε να σε χάσουμε αλλά αν πράγματι έχεις πρόβλημα;»

Δεν μίλησα παρά άρχισα να περπατώ ξανά προς την εκκλησία. Μπήκαμε μέσα και χωρίς να μου πει πήγα και έκατσα. Αντίθετα αυτός πήγε προς μια πόρτα. Η πόρτα άνοιξε για ένα μονό δευτερόλεπτο αλλά μπόρεσα να δω έναν κληρικό να κάθετε σε μια πολυθρόνα. Ο πατέρας μου μπήκε μέσα και έκλεισε πίσω του την πόρτα. Εγώ άρχισα να κουνώ περά δοθώ τα πόδια μου. Κάποια στιγμή και αφού είχαν περάσει τουλάχιστον δέκα λεπτά βαρέθηκα και σηκώθηκα. Τριγύρισα λίγο στον καθεδρικό χωρίς να βρω τίποτα ενδιαφέρον για αυτό πήγα και έκατσα αυτήν την φορά σε ένα στασίδι διπλά ακριβώς στην πόρτα από την όποια είχε μπει ο πατέρας μου. Τώρα μπορούσα να ακούσω καθαρά ότι έλεγαν. Εκείνη την στιγμή μιλούσε ο κληρικός.

«Ακριβώς ξέρετε είναι επικίνδυνο και για εσάς και για εκείνη. Νομίζω ότι αυτό θα ήταν το καλύτερο για όλους. Αν μαθευτεί από την κοινότητα θα την κάψουν ως μάγισσα. Μόνο έτσι θα γλιτώσει.»

«Δηλαδή μου λέτε ότι το μονό που μπορούμε να κάνουμε είναι να την κλείσουμε έγκλειστη σε ένα άσυλο;»

«Κοιτάξτε ξέρω ότι είναι δύσκολο για σας αλλά ναι, είναι η μόνη λύση. Λυπάμαι . Θα σας πρότεινα το άσυλο Hebrew στην Νέα Υόρκη.»

Με όλα αυτά τα λόγια ένιωσα την γη να χάνετε από τα πόδια μου. Δεν μπορούσα να ελέγξω τον εαυτό μου. Άρχισα να κλαίω. Δηλαδή θα με πάρουν από κοντά τους; Θα με κλείσουν μέσα σε ένα άσυλο; Όλα μου φαίνονταν τρελά. Η μητέρα μου δεν θα το επιτρέψει ποτέ αυτό. Αν όμως το όνομα της οικογενείας μου είναι πιο σημαντικό από εμένα; Σηκώθηκα και ένιωσα μια αναγούλα. Τα μάτια μου έτσουζαν από το κλάμα. Όταν ξαφνικά λιποθύμησα. Όχι όπως λιποθυμώ όταν πρόκειται να δω ένα όνειρο. Απλά όλα μαύρισαν. Από την μια στιγμή στην άλλη. Καθώς έπεφτα το κεφάλι μου χτύπησε στην γωνία ενός στασιδιού. Ένιωσα ένα καυτό υγρό να ρέει από την πίσω πλευρά του κεφαλιού μου. Αίμα.

Αυτό το κεφάλαιο το αφιερώνω σε δυο άτομα στην Σάντρα (Sandra21) και στην Χριστίνα ( Mrs.Christina) γιατί μου έχουν δείξει τεράστια στήριξη και τις ευχαριστώ και τις στηρίζω και εγώ σε κάθε τους βήμα.