BLOGGER TEMPLATES - TWITTER BACKGROUNDS »
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυκλάμινα Στο Χιόνι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυκλάμινα Στο Χιόνι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2010

Κυκλάμινα Στο Χιόνι


                                                       
                                                    Τρίτο μέρος
                                                      Σ’ αγαπώ


Edwards POV

Δεν ήξερα πλέον τι να κάνω. Στεκόμουν έξω από το επιβλητικό κτήριο της τράπεζας όπου δούλευε ο πατέρας μου. Η εικόνα του κτηρίου με έκανε να το θυμάμαι σαν να ήταν μόλις χτες που έφυγε. Η μητέρα μου με είχε στείλει εδώ να δω τον Ευστάθιο. Δεν ξέρω αν θα άντεχα να τον δω. Κανονικά αφού είχε ξεκαθαριστεί το θέμα με την Ιουλιέτα έπρεπε όλα τα έχουν πάρει το δρόμο τους. Δεν είναι όμως έτσι.

Το μικρό κουτί της Πανδώρας είχε ανοίξει και το βάρος όλων των ευθυνών πλέον είχε πέσει πάνω μου. Έπρεπε να κάνω ξανά την μητέρα μου καλά, έπρεπε να βρω δουλειά και να αποφασίσω τι θα κάνω με την ζωή μου. Δεν ήθελα με τίποτα να δουλέψω σε αυτήν την τράπεζα αλλά δεν είχα πλέον άλλη επιλογή.

Μπήκα μέσα νιώθοντας μια ελαφριά ζαλάδα. Χάθηκα μέσα στο σκοτάδι της τεράστιας επιβλητικής αίθουσας. Το θέαμα που αντίκρισα ήταν απερίγραπτο. Η αίθουσα ήταν η πιο μεγάλη που είχα δει ποτέ. Όλα αυτά τα χρόνια που δούλευε εδώ ο πατέρας μου δεν είχα επισκεφτεί ποτέ την τράπεζα. Ίσως φοβόμουν ότι εάν έρθω μια φορά μετά θα με κρατήσουν εδώ για πάντα.

Δεν είχα ιδέα που που μπορεί να ήταν ο Ευστάθιος. Αναζήτησα με το βλέμμα μου τα καστανά σκούρα μαλλιά του και τα μπλε μάτια τους. Ο κόσμος όμως ήταν τόσος πολύ που δεν ξεχώριζα μορφές. Ήταν όλοι μία ενιαία μάζα. Στριμωχνόταν στην τεράστια αίθουσα περιμένοντας μπροστά από τους γρανιτένιους πάγκους.

Πλησίασα και εγώ έναν ψηλό πάγκο που από πίσω καθόταν ένας ευγενικός νεαρός.

«Καλησπέρα.» είπε ευγενικά περιμένοντας να του θέσω το ζήτημα μου.

«Θα ήθελα να δω τον Ευστάθιο .» είπα ευγενικά. Τον είδα να σαστίζει λίγο σαν να ζήτησα να μου δώσουν ένα μπουκάλι με το καλύτερο γάλα αετού. Έπειτα όμως σηκώθηκε.

«Παρακαλώ από εδώ.» είπε και άρχισε να χώνεται μέσα στο πλήθος κάνοντας μου νόημα να τον ακολουθήσω. Χώθηκα μέσα στον κόσμο τινάζοντας παράλληλα το παλτό μου από κάποιες χιονονιφάδες. Με οδήγησε έξω από μια ξύλινη πόρτα που έγραψε πάνω σε νέα χρυσό πλακίδιο με σκαλισμένα καλλιγραφικά γράμματα Ευστάθιος Πάρκερ. Άνοιξε την πόρτα για μένα και ξαναχώθηκε στον κόσμο. Την άνοιξα περισσότερο και μπήκα μέσα.

Ήδη ο ήχος δαχτύλων πάνω σε μια γραφομηχανή αντηχούσε στα αφτιά μου. Μπήκα μέσα και είδα έναν μεσόκοπο άντρα με μπλε μάτια και σκούρα καστανά μαλλιά να με κοιτάζει πίσω από το μεγάλο ξύλινο γραφείο του. Τα δάχτυλα του σταμάτησαν να ανεβοκατεβαίνουν πάνω κάτω στην γραφομηχανή σχηματίζοντας μια περίεργη χορογραφία και με κοίταξε με ενθουσιασμό.

«Έντουαρντ.» η φωνή του ακουγόταν πολύ στοργική. Σαν να ξαναέβλεπε τον χαμένο γιο του.

«Πρώτη φορά έρχεσαι εδώ και μάλιστα αφού ο πατέρας σου πέθανε. Από πότε έχω να σε δω;» φάνηκε σαν να χάρηκε ιδιαίτερα αν και στο βλέμμα του υπήρχε ένα παράξενο συναίσθημα σαν να επανέφερα αναμνήσεις πω το παρελθόν.

«Είναι πολύ καιρός πράγματι. Από όταν έφυγε.» είπα και τα είδα να κατεβάσει για λίγο το βλέμμα του στο γραφείο.

«Λοιπόν προς τι η επίσκεψη;» είπε σαν να μην είχε ιδέα τι κάνω εδώ. Η μητέρα μου μού είπε ότι είχε μιλήσει μαζί του.

«Δεν σας ενημέρωσε η μητέρα μου;» ρώτησα ειλικρινά. Δεν ήξερα τι μπορεί να συνέβαινε. Έκλεισε για λίγο τα μάτια σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί κάτι άλλα τελικά κούνησε το κεφάλι.

«Η Ελίζαμπεθ; » έκανε την ρητορική ερώτηση και συνέχισε «όχι δεν μου είπε τίποτα. Έχω να της μιλήσω αρκετό καιρό επίσης.» ήταν εντελώς σίγουρος δεν φαινόταν ίχνος αμφιβολίας στην φωνή του. Πριν απαντήσω κοίταξα λίγο το κενό ανάμεσα σε αυτό και τον τοίχο. Γιατί η μητέρα μου να έκανε κάτι τέτοιο;

Μου είπε ότι του είχε μιλήσει. Προφανώς ήθελε να με στείλει εδώ και να αποφασίσω μόνος μου ότι το σωστό είναι να δουλέψω εδώ. Μου άφησε αν ήθελα το περιθώριο να αποφασίσω ότι τελικά δεν θα ακολουθήσω αυτό το επάγγελμα. Άφησε πάνω μου την επιλογή. Για λίγο ένιωσα το βάρος να φευγιά από τους ώμους αντί να νιώθω περισσότερο. Αντίθετα αυτή η ελευθερία βούλησης με καθησύχασε. Ήξερα πως το κουτί με της ευθύνες είχε ανοίξει και περίμεναν όλες να τις αναλάβω άλλα ξεχνούσα ότι η επιλογή ήταν δική μου. Δεν ήταν αυτό που ήθελα. Σίγουρα όχι. Έκανα να απαντήσω όταν ένας βήχας συγκλόνισε το λαιμό μου.

«Είσαι καλά Έντουαρντ ;» άκουσα τον Ευστάθιο μέσα από την κρίση βήχα μου.

«Ναι μια χαρά.» άρθρωσα τα λέξεις με δυσκολία σχεδόν πνιγόμουν. Ένιωσα να ζαλίζομαι όλα γύρω μου γυρνούσαν ασταμάτητα. «’Όσο για την μητέρα μου μάλλον θα κατάλαβα λάθος.»

Τον είδα να με κοιτάζει με απορία.

«Καλύτερα να πηγαίνω.» κατάφερα να ψελλίσω με βραχνιασμένη φωνή. Βγήκα από το δωμάτιο με ένα νέο πρόβλημα να βαραίνει τις πλάτες μου πλέον όπου το επάγγελμα που θα ακολουθούσε είχε ξεκαθαριστεί . Ήμουν άρρωστος. Προφανώς τις τελευταίες δυο μέρες που κυκλοφορούσα συνεχώς στο χιόνι αρρώστησα από μια γρίπη.

Βγήκα από το κτήριο αποφασισμένος ότι πλέον τις επιλογές τι έκανα εγώ. Και είχα ήδη κάνει την πιο σοφή. Δεν θα ακολουθούσα κάτι που δεν μου άρεσε. Μόλις όλα έμπαιναν στην θέση τους σχετικά με την υγεία της μητέρας μου, θα ακολουθούσα αυτό που ήθελα να κάνω θα πήγαινα να βοηθήσω στον πόλεμο. Τα πόδια μου βούλιαξαν στο πυκνό χιόνι. Το τσουχτερό κρύο με κατέκλεισε. Έριξα μια τελευταία ματιά στο επιβλητικό κτήριο σίγουρος πλέον πως δεν ανήκω εδώ. Έβαλα την δερμάτινη μου μπότα στον αναβατήρα και ανέβηκα στο άλογο.

***

Άνοιξα την πόρτα και μπήκα μέσα στο ζεστό καθιστικό του σπιτιού. Ήταν για ακόμη μια φορά άδειο. Το είχα συνηθίσει πλέον. Τι τελευταίες μέρες ήταν συνεχώς άδειο. Κρέμασα το παλτό μου όταν η Ρόουζ φάνηκε στο πλατύσκαλο. Το πρόσωπο της φωτιζόταν μόνο από το τζάκι μιας και έξω είχε σουρουπώσει εντελώς.

«Η μητέρα σας είναι πάνω έχει ξαπλώσει από νωρίς κύριε Μέισεν.» είπε μόλις με είδε.

«Η Ιουλιέτα;» είπα με μια μηδενικό ενδιαφέρον να σκαλίζει την φωνή μου.

«Θα κοιμηθεί εδώ απόψε. Έφεραν πριν λίγο τα πράγματα της. Πιθανώς τώρα είναι μαζί με την μητέρα σας.» έκανε μια μικρή παύση και συνέχισε χαμηλώνοντας τον τόνο της φωνής της.

«Είναι χειρότερα τώρα. Η Ιουλιέτα είπε πριν ότι είχε πολύ πυρετό.» έδειχνε ανήσυχη.

«Αύριο το πρωί θα έρθει ο δόκτωρ Καρλάιλ και θα την κοιτάξει. Η ανησυχία δεν βοηθάει σε τίποτα.» έκανα να γυρίσω να πάω στο καθιστικό όταν θυμήθηκα « φτιάξε μου σε παρακαλώ το υπνοδωμάτιο. Θα κοιμηθώ νωρίς σήμερα έχω μια ελαφριά αδιαθεσία. Μάλλον κόλλησα κάποια γρίπη.»

Κατευθύνθηκα προς το καθιστικό και άκουσα τα βήματα καθώς ανεβαίνουν την σκάλα. Η φωτιά τριζοβόληζε ακόμα χαρούμενη στο μεγάλο μαρμάρινο τζάκι. Κάθισα σε μια πολυθρόνα και έκλεισα για λίγο τα μάτια. Ζαλιζόμουν απίστευτα και ένιωθα ένα ρίγος σε όλο μου το κορμί. Είχα σίγουρα αρρωστήσει.

Φώναξα το όνομα της Έλενας. Ύστερα από λίγο φάνηκε στο σαλόνι.

«Σε παρακαλώ φτιάξε μου ένα ποτήρι τσάι με γάλα.» έγνεψε και πήγε στην κουζίνα. Έπειτα από λίγο κρατούσα στα χέρια μου μια καυτή κούπα τσάι με γάλα. Κατέβασα μια γουλιά και σκέφτηκα ότι το μόνο που με περίμενε τώρα ήταν το ζήτημα τη μητέρας μου.

Το ζήτημα με την Ιουλιέτα είχε κλείσει οριστικά. Η μήπως όχι; Ήξερα πλέον ότι δεν ένιωθα τίποτε για εκείνην. Αλλά τώρα δεν ένιωθα και τελείως σίγουρος. Έκλεισα τα μάτια και η ίδια φράση σχηματίστηκε ξανά και ξανά στα χείλη μου. Η υγεία της μητέρας μου προέχει.

Σε λίγο η Ρόουζ πλησίασε το καθιστικό κατεβαίνοντας στην σκάλα.

«Το δωμάτιο σας είναι έτοιμο.» είπε και έκανε μια ελαφριά υπόκλιση.

«Σε ευχαριστώ. Αύριο σε παρακαλώ να με ξυπνήσεις αρκετά νωρίς.»

Το σώμα μου έλεγε πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατον ένιωθα καταβεβλημένος αλλά έπρεπε τόσα να γίνουν. Ανέβηκα την σκάλα με μεγάλα βήματα και μπήκα στο υπνοδωμάτιο. Άλλαξα γρήγορα ρούχα και χώθηκα κάτω από τα παχιά πουπουλένια σκεπάσματα ακόμα και εκεί όμως το ρίγος επέστρεφε ξανά και ξανά στην πλάτη μου. Ο βήχας τάραζε κάθε τόσο το κορμί μου και το κεφάλι μου πονούσε αφόρητα. Έκλεισα σφιχτά τα μάτια και αποκοιμήθηκα με εφιάλτες να βασανίζουν τον ύπνο μου.

***

Αλλεπάλληλα χτυπήματα στην πόρτα με ξύπνησαν. Το φως έμπαινε διάχυτο από τα μεγάλα παράθυρα του δωματίου. Ήμουν χωμένος μέσα στα σκεπάσματα και ακόμα κρύωνα και ζαλιζόμουν. Σηκώθηκα και ντύθηκα γρήγορα με ένα κοστούμι. Άνοιξα την πόρτα και είδα την Ρόουζ να στέκεται και να με κοιτάει με ένα ανήσυχο βλέμμα.

«Είστε λίγος χλωμός.» είπε τελικά.

«Είμαι μια χαρά.» βιάστηκα να την διορθώσω. Ώρα ήταν τώρα να αρχίσω να αρχίσω και με μια απλή γρίπη.

«Η μητέρα σας έχει κατέβει ήδη κάτω. Περιμένει τον γιατρό.» έκανε μια παύση σαν να δίσταζε να συνεχίσει αλλά τελικά ξεστόμισε «Μήπως πρέπει να κοιτάξει και εσάς ο δόκτωρ Καρλάιλ;» είπε και έπιασε το χέρι μου. Το τράβηξα κατευθείαν αλλά έδειχνε σαν να είχε καταλάβει αυτό που ήθελε.

«Έχετε πυρετό.»

«Ρόουζ σου είπα είμαι μια χαρά. Έχω κάποια απλή γρίπη.» την διέκοψα γρήγορα και κατέβηκα τις σκάλες.

Στο καθιστικό καθόταν η μητέρα μου και δίπλα η Ιουλιέτα. Η μητέρα μου μόλις κατέβηκα γύρισε και με κοίταξε. Η Ιουλιέτα αντιθέτως έκατσε ατάραχη στην θέση της κοιτάζοντας έξω από τα μεγάλα παράθυρα. Πίστευα ότι αφότου μου είχε αποκαλύψει πως είναι ερωτευμένη μαζί μου και μετά από αυτό που έγινε χτες στον κήπο θα συμπεριφερόταν διαφορετικά. Ήταν σαν μην έγινε τίποτα. Απορώ πως μια κοπέλα που μπορεί και κρύβει τόσα καλά τα συναισθήματα της προδόθηκε από την λάμψη στα μάτια της.

«Καλημέρα.» είπε η μητέρα μου με μια βραχνή φωνή και αμέσως άρχισε να βήχει.

«Καλημέρα.» είπα κοιτώντας και προς την πλευρά της Ιουλιέτας που δεν γύρισε καν να με κοιτάξει.

«Είσαι καλύτερα;»

«Μια χαρά μόνο λίγο ζαλισμένη.» Έγνεψα και πήγα προς την κουζίνα. Η Έλενα είχε στρώσει το τραπέζι. Κάθισα και την καλημέρισα.

«Καλή μέρα.» αποκρίθηκε και σέρβιρε στο πορσελάνινο φλιτζάνι μου λίγο γάλα. Έπιασα ένα ψωμάκι και άρχισα να κόβω μικρές μπουκιές με το στόμα μου. Την είδα να βγαίνει από το δωμάτιο.

Έστρεψα το βλέμμα μου στο παράθυρο κοιτώντας για κάποια άμαξα να πλησιάζει. Ελπίζω ο δόκτωρ Καρλάιλ να μην αργούσε όπως η Ιουλιέτα. Σήμερα το πρωινό ήταν σχεδόν συνηθισμένο. Η μητέρα μου καθόταν στο σαλόνι και εγώ έτρωγα πρωινό μονός μου στην τραπεζαρία. Η μονιά αλλαγή ήταν η παρουσία της Ιουλιέτας καθώς και η γρίπη της μητέρας μου. Σε αντίθεση όμως με τις δυο προηγούμενες μέρες η σημερινή ήταν απλά υπέροχη. Έπιασα το φλιτζάνι με το γάλα και ανέβασα το χέρι μου να πιω μια γουλιά όταν βήχας με τάραξε πάλι. Το φλιτζάνι έπεσε από τα χέρια μου και έσπασε στο πάτωμα. Ο ήχος της πορσελάνης καθώς διαλυόταν σε χιλιάδες μικροσκοπικά θραύσματα με έκανε να καταλάβω.

Είχα πάθει την ισπανική γρίπη. Εμφάνιζα ακριβώς τα ίδια συμπτώματα με τους γονείς μου. Ένιωσα τον φόβο να διατρέχει όλη μου την σπονδυλική στήλη. Έκλεισα σφιχτά τα μάτια και σκέφτηκα το ενδεχόμενο να έχω και εγώ την γρίπη. Δεν θα το άντεχα. Δεν θα μπορούσα να σηκώσω όλο αυτό το βάρος σε συνδυασμό με την γρίπη. Θα πέθαινα και θα άφηνα μόνη την μητέρα μου.

Είδα μια μαύρη άμαξα να πλησιάσει την αυλόπορτα. Ένας νεαρός με ξανθά μαλλιά βγήκε από μέσα. Ο δόκτωρ Καρλάιλ. Κάποιος βγήκε από το σπίτι και τον έφερε μέσα. Προφανώς η Έλενα. Άκουσα την πόρτα από το καθιστικό να ανοίγει και φωνές που καλωσόριζαν. Είχε έρθει.

Βγήκα από την τραπεζαρία με ένα αποπροσανατολισμένο βλέμμα.

«Καλησπέρα κύριε Μέισεν.» είπε μόλις με είδε.

«Σας ευχαριστώ που ήρθατε» έγνεψε και μετά είδα μια λεπτή ρυτίδα να σχηματίζεται ανάμεσα στα μάτια του.

«Φαίνεστε λίγο χλωμός. Συμβαίνει κάτι;» η ερώτηση του με πάγωσε. Δεν μπορούσα μπροστά σε όλους να πω ότι μάλλον έχω κολλήσει την ισπανική γρίπη.

«Ας επικεντρωθούμε στην μητέρα μου καλύτερα.»

«Μάλιστα.» είπε και της έκανε νόημα να τον ακολουθήσει. Ανέβηκαν στα πάνω δωμάτια. Κάθισα στο καθιστικό δίπλα στην Ιουλιέτα ζαλισμένος. Κρύος ιδρώτας έτρεχε στο μέτωπο μου. Η Έλενα αποσύρθηκε στον διάδρομο προς στα μέσα δωμάτια αφήνοντας με μόνο με την Ιουλιέτα.

«Έντουαρντ» ψιθύρισε με την φωνή της να τρεμοπαίζει σαν φλόγα. Με το ζόρι άκουσα τι είπε γιατί ψιθύρισε.

Η συνέχεια αποδείχτηκε μοιραία. Δεν μπορούσα να μην παραδεχτώ την αλήθεια στα λόγια που επακολούθησαν.

«Σ’ αγαπώ.» η φωνή της στο τέλος έσπασε σε αυτό το συναίσθημα που δεν ήξερα τι ακριβώς ήταν μέχρις χτες. Ήταν ο έρωτας. Όχι τώρα σκέφτηκα από μέσα μου. Δεν ήξερα τι ένοιωθα σχετικά με την Ιουλιέτα και δεν μπορούσα να το μάθω τώρα.

Δεν ήξερα αν η μητέρα μου είναι καλά, εάν εγώ είμαι καλά. Αυτό θα με σκότωνε τώρα.

«Δεν ξέρω.» απάντησα ψιθυριστά. Δεν κατάλαβε τι εννοούσα αλλά φτάνει και μόνο που άκουσα τον εαυτό μου να λέει μπροστά της την αλήθεια. Δεν ήξερα.

Έκλεισα τα μάτια μου. Έπειτα από λίγο άκουσα βήματα στην σκάλα. Το χνότο της Ιουλιέτας ακουγόταν όλη αύτη την ώρα δίπλα μου. Δεν μιλούσε όμως. Άνοιξα τα μάτια μου και είδα τη μητέρα μου να κατεβαίνει την σκάλα. Η Ιουλιέτα σκούπισε τα μάτια της. Έκλαιγε.

Ο Καρλάιλ ήταν φανερά ανήσυχος.

«Κύριε Μέισεν.» είπε και πλησίαζε δίπλα μου «Φοβάμαι πως η υγεία της μητέρας σας χειροτερεύει. Θα πρέπει να μεταφερθεί στο νοσοκομείο οπού θα μπορώ να την παρακολουθώ.»

Τα λόγια του με συγκλόνισαν έπρεπε να περιμένω κάτι τέτοιο. Ήταν χάλια. Έκλεισα για άλλη μια φόρα τα μάτια μην θέλοντας να αντικρίζω τα προβλήματα μου. Σε λίγα λεπτά ήμουν μέσα σε μια άμαξα και πλησίαζα προς το νοσοκομείο.

***

Η πτέρυγα του νοσοκομείου που φιλοξενούσε όσους έπασχαν από την ισπανική γρίπη χωριζόταν σε χιλιάδες μικρά δωμάτια. Το καθένα είχε ένα κρεβάτι και έναν μικρό μαρμάρινο νιπτήρα. Καθόμουν σε μια ξύλινη καρέκλα μέσα σε ένα τέτοιο δωμάτιο και κοιτούσα την μητέρα μου ξαπλωμένη στο κρεβάτι.

Η Ιουλιέτα είχε μαζέψει τα πράγματα της και είχε έρθει μαζί μας. Τώρα ήταν κάπου μέσα στο νοσοκομείο. Ίσως να μην την ξαναέβλεπα ποτέ. Ένιωσα μια συνεχής ζαλάδα και κάθε τόσο βήχας συγκλόνιζε τον λαιμό ο όποιος έκαιγε. Η μητέρα μου κοιμόταν γαλήνια. Ιδρώτας έλουζε το μέτωπο της.

Βγήκα από το δωμάτιο και έπεσα πάνω στο γιατρό. Έπρεπε να του πω ότι μάλλον ήμουν επίσης άρρωστος. Φοβόμουν να κάνω τέτοιο. Δεν θα μπορούσα να αντέξω την αρρώστια. Θα άφηνα μόνη την μητέρα μου. Το χέρι μου άγγιξε κατά λάθος το δέρμα του χεριού του. Ήταν παγωμένο. Όσος να ήταν επειδή εγώ είχα πυρετό. Δεν έδωσα σημασία .

«Πρέπει να σας μιλήσω.» είπα και έκανα στην άκρη για να περάσει μια νοσοκόμα.

«Συμβαίνει κάτι σχετικά με την μητέρα σας;» είπε με ήρεμη φωνή.

«Όχι βασικά πρόκειται για εμένα.» έγνεψε και περίμενε να συνεχίσω. Δεν έβρισκα όμως την δύναμη. Η αλήθεια με φόβιζε. Αν τελικά πράγματι ήμουν άρρωστος δεν θα άντεχα. Τώρα τουλάχιστον υπήρχε μια ελπίδα.

«Φοβάμαι πως αρρώστησα και εγώ.» τα λόγια χόρεψαν στην γλώσσα μου και έμειναν να αιωρούνται στον αέρα. Τον είδα να ξεροκαταπίνει.

«Θα πρέπει να σε εξετάσω .» μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω. Χώθηκα μέσα στον στενό διάδρομο και τον ακολούθησα ως μια πόρτα που έγραφε απέξω δόκτωρ Καρλάιλ Κάλλεν. Άνοιξε την πόρτα και αντίκρισα ένα μεγάλο αρκετά φωτεινό δωμάτιο. Είχε στο κέντρο ένα γραφείο. Από πίσω υπήρχε ένα τεράστιος πινάκας ζωγραφικής.

Έδειχνε τρεις μορφές ντυμένες με όμορφα ρούχα σε ένα μπαλκόνι να κοιτούν το πλήθος από κάτω. Κρατούσαν ένα ποτήρι στο χέρι και έμοιαζαν από μια άλλη εποχή. Στον λαιμό τους κρεμόταν ένα χρυσό μενταγιόν με κάποιο έμβλημα.

Κάθισε στην πολυθρόνα πίσω από το γραφείο και μου έκανε νόημα να καθίσω. Άνοιξε ένα συρτάρι και έβγαλε ένα ασημένιο στηθοσκόπιο. Αφουγκράστηκε απαλά τους χτύπους της καρδίας μου. Ήταν έτοιμη να σπάσει από όλο τον φόρτο.

«Μάλιστα. Πολύ φοβάμαι πως θα πρέπει να μείνετε μαζί μας για κάποιες μέρες. Πιθανώς πάσχετε από την ισπανική νόσο.»

Τα λόγια του με χτύπησαν σαν δυνατά χαστούκια. Ένιωθα ακριβώς σαν ένα κυκλάμινο στο χιόνι. Ένα πανέμορφο λουλούδι σαν την ζωή μου πριν το θάνατο του πατέρα μου που τελικά όταν χιονίσει μαραίνεται και τελικά πεθαίνει.

Μετά τον θάνατο τους πατέρα μου η μητέρα μου αρρώστησε ερωτεύτηκα κάποια που δεν ήξερα και τώρα ήρθε η ώρα να γίνει το τελευταίο;

Έκλεισα για μια τελευταία φόρα τα μάτια μου αναγκάζοντας την ζαλάδα να εξαφανιστεί. Βγήκα από το δωμάτιο και μια νοσοκόμα με οδήγησε σε ένα δωμάτιο. Ξάπλωσα και ένιωσα αμέσως φυλακισμένος. Όλη μου η ζωή γκρεμίστηκε μέσα σε μόλις δυο μέρες. Δεν ήξερα πλέον τι να κάνω. Είχα αρρωστήσει από την γρίπη, με είχε ερωτευτεί μια κοπέλα που ούτε ήξερα καλά και μάλλον την ερωτεύτηκα και εγώ. Πάνω από όλα όμως ήταν η υγεία της μητέρας μου. Και τώρα ακολούθησα την ίδια οδό. Ένιωθα καταβεβλημένος. Έκλεισα τα μάτια και σε λίγο αποκοιμήθηκα.

Ονειρεύτηκα τον πατέρα μου να κάθεται μαζί με την μητέρα μου στον κήπο μας. Κάτω από τις δυο ανθισμένες κατακόκκινες πασχαλιές. Ήταν και οι δυο υγείες και ευτυχισμένοι.

***

Όταν άνοιξα τα μάτια μου ήταν σαν μην είχε περάσει ούτε δευτερόλεπτο. Ήμουν ακόμη στο δωμάτιο ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Το φως που έμπαινε προηγουμένως από το παράθυρο δεν υπήρχε πλέον καθώς έξω ο ήλιος έδυε. Αφουγκράστηκα προσεχτικά. Άκουγα μια φωνή να μιλάει σε κάποιον. Ήταν πολύ σιγά αλλά παρόλα αυτά μέσα στην απόλυτη σιγή που επικρατούσε στο δωμάτιο μπορούσα να την ακούσω. Δεν μπορούσα όμως να καταλάβω τα λόγια.

Η φωνή μου θύμιζε εκείνη της Ιουλιέτας. Τα λόγια της ‘σ’ αγαπώ’ ήταν τελευταία λέξη που είχα ακούσει από τα χείλη της. Ακόμα δεν ήξερα τη να απαντήσω σε κείνη την δική της φράση. Η φωνής σε λίγο σταμάτησε. Το κεφάλι μου πονούσε αφόρητα και ένιωθα το λαιμό μου να καίει.

Η πόρτα άνοιξε και μια νοσοκόμα μπήκε στο δωμάτιο. Άφησε την πόρτα ανοιχτή και πλέον μπορούσα να ακούσω καθαρά την φωνή. Ήταν της μητέρας μου. Τα λόγια της ήταν μπερδεμένα δεν είχα ιδέα τι εννοούσε.

«Σε ικετεύω κάνε ότι μπορείς να κανείς για να σώσεις τον γιό μου.»

Δεν άντεχα άλλο το βάρος όλων αυτών. Ένιωθα ένα βάρος να πλακώνει την καρδια μου. Βήχας συγκλόνισε τα πάντα. Είδα την νοσοκόμα να βγαίνει από το δωμάτιο. Έκλεισα για ένα δευτερόλεπτο τα μάτια μου.

Τα άνοιξα μετά από λίγο. Ίσως όμως και να ήταν έπειτα από ώρες. Μπορεί να είχα αποκοιμηθεί. Είδα την πόρτα να ανοίγει ξανά και μια μορφή μπήκε μέσα. Δεν μπορούσα να δω καθαρά. Δάκρυα έτρεχαν στα μάτια μου. Δεν έπρεπε να αφήσω την μητέρα μου. Ειδικά τώρα δεν έπρεπε να την αφήσω μόνη.

Είδα την μορφή του Καρλάιλ να με πλησιάζει. Το χέρι του άγγιξε το λαιμό μου. Ήταν παγωμένο σαν να άγγιξα χιόνι. Τα δάκρυα έτρεχαν στα ματιά μου. Ένιωσα το χέρι του να τρέμει. Σαν να δίσταζε.

Ένιωσα τα χείλη του να αγγίζουν τον λαιμό μου. Η υφή των δοντιών του σκάλισε το δέρμα μου. Μετά όλα κατακλείστηκαν από πόνο. Καιγόμουν καθώς τα δόντια του μπήγονταν στην σάρκα του λαιμού μου.

Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010

Κυκλάμινα Στο Χιόνι


                                                    Μέρος δεύτερο
                                          Ο κήπος με τα βατόμουρα.


Edwards POV
Το χέρι μου κύλησε πάνω στο μαονένιο γραφείο του Καρλάιλ. Τα λόγια του αντηχούσαν ακόμα στον αέρα. Δεν θα άφηνα έτσι την μητέρα μου. Έσφιξα τα δόντια μου και τον κοίταξα ξανά στα χρυσαφένια του μάτια.

«Πρέπει να έρθετε να την δείτε.» επανέλαβα αποφασιστικά.

«Κύριε Μέισεν σας εξήγησα ότι η Ιουλιέτα που έστειλα είναι πολύ καλή. Αν συμβαίνει κάτι θα σας ειδοποιήσει. Σήμερα τουλάχιστον δεν έχω χρόνο να επισκεφτώ την μητέρα σας.»

«Ωραία τότε αύριο. Το συντομότερων δυνατόν.» παρακάλεσα σχεδόν ικετευτικά.

«Θα σας ενημερώσω μήπως περάσω αύριο.» είπε τελικά. Ξεκίνησα να προσπαθήσω να τον αναγκάσω να περάσει τώρα αλλά ήταν αμείλικτος.

«Ευχαριστώ πολύ.» είπα χρησιμοποιώντας όσο πιο ζεστό τόνο μπορούσα. Φόρεσα το παλτό μου και βγήκα από το δωμάτιο. Προσπέρασα γρήγορα του διαδρόμους με το μυαλό μου κενό. Δεν ήξερα τι να σκεφτώ πλέον.

Αν όντως ήταν μια χαρά; Αν δεν είχε την ισπανική γρίπη και ήταν απλά μια εμμονή που μου είχε κολλήσει; Το κρύο με κατάκλεισε μόλις βγήκα από το κτήριο. Οι δρόμοι ήταν έρημοι και χιόνι έπεφτε πυκνό καλύπτοντας τα πάντα.

Ανέβηκα πάνω στο άλογο και το χτύπησα για να ξεκινήσει. Άρχιζε να καλπάζει στο χιόνι. Τα πράγματα ήταν πολύ μπερδεμένα τις τελευταίες μέρες. Τόσο που πια δεν ήξερα τι να κάνω. Το μόνο που μπορούσα να επαναλάβω συνεχώς μέσα μου ήταν ότι δεν έπρεπε να μείνω άπραγος. Αυτό ήταν εύκολο αρκεί να ήξερα τι έπρεπε να γίνει.

Σκέφτηκα ξανά την νοσοκόμα που είχε στείλει ο δόκτωρ Καρλάιλ. Δεν μπορούσα με τίποτα να καταλάβω γιατί το πρόσωπο της έλαμπε τόσο έντονα όταν με είδε. Ήταν σαν να ζωντάνεψα κάτι μέσα της. Κάποιο συναίσθημα. Έδιωξα με θυμό τις σκέψεις από το μυαλό μου. Δεν είχα καμιά όρεξη να ασχοληθώ με μια απλή κοπέλα που θα αναγκαζόμουν να βλέπω κάποιες μέρες μέχρι η μητέρα μου να γίνει καλά. Ή μήπως είχα;

Δεν ξέρω γιατί αλλά ένιωσα όμορφα μόλις την σκέφτηκα. Εντάξει ήταν πολύ όμορφη αυτό ήταν γεγονός. Αλλά έτρεχε κάτι παραπάνω;

Έσφιξα τα μάτια μου και σταμάτησα το άλογο. Το χιόνι που έπεφτε τώρα μανιωδώς άρχισε γρήγορα να βρέχει τα ρούχα μου. Δεν κουνήθηκα όμως χιλιοστό. Δεν έπρεπε με τίποτα τώρα να ασχοληθώ με αυτά. Έτσι θα χάσω τον πόλεμο. Αν δεν επικεντρωθώ στην υγεία της μητέρας μου. Δεν τρέχει τίποτα με αυτήν την κοπέλα. Απλά το γεγονός ότι με κοιτούσε με τόση…

Δεν μπορούσα να ολοκληρώσω την πρόταση. Δεν είχα ιδέα τι είδους συναίσθημα ήταν αυτό στα μάτια της. Και μόνο η ιδέα ότι ίσως να με αγαπούσε με έκανε να την σκέφτομαι όμορφα. Δεν ήταν όμως τίποτε άλλο. Ήταν απλά το γεγονός ότι ίσως να έτρεφε συναισθήματα για μένα. Μόνο αυτό επανέλαβα στον εαυτό μου πολλές φορές. Το χιόνι είχε κάτσει πάνω στους ώμους μου. Είχα παγώσει.

Χτύπησα με δύναμη τα χαλινάρια. Το άλογο χλιμίντρισε και σηκώθηκε στα δυο πόδια. Αμέσως ξαναχτύπησε το έδαφος και άρχισε να τρέχει. Ένα στρώμα χιονιού σηκώθηκε στον αέρα. Οι σκέψεις μου συνέχιζαν να γεμίζουν με την εικόνα των ματιών της και το πως έλαμπαν καθώς με αποχαιρετούσε. Επικεντρώθηκα ξανά στην μητέρα μου. Δεν είχε όμως νόημα δεν ήξερα τι μπορεί να είχε.

Σταμάτησα να σκέφτομαι οτιδήποτε. Όλες μου οι σκέψεις οδηγούσαν σε αδιέξοδο. τόσο για την μητέρα μου όσο και για την Ιουλιέτα. Προσπάθησα να αδειάσω εντελώς το μυαλό μου. Τα κατάφερα μετά από λίγο. Ο ήχος του χιονιού καθώς έπεφτε προς το έδαφος με γαλήνευε.

Το σπίτι άρχισε να διακρίνεται έπειτα από λίγο. Χτύπησα μια φορά με τα χαλινάρια για να κόψει το άλογο ταχύτητα. Σταμάτησε έξω από το φράχτη. Κατέβηκα και έπιασα το λουρί το. Περπάτησα πάνω στο πυκνό χιόνι. Κάθε μου βήμα βούλιαζε μέσα του. Είχα παγώσει ολόκληρος. Έβαλα γρήγορα το άλογο στον αχυρώνα και μπήκα μέσα στο σπίτι. Ζεστασιά με κατέκλυσε. Το τζάκι έκαιγε στο καθιστικό. Η Έλενα που με άκουσε καθώς έμπαινα ήρθε και πήρε το παλτό μου. Ήταν μούσκεμα όπως και τα ρούχα μου.

«Να σας βοηθήσω;» πρότεινε και άρχισε να ξεκουμπώνει τα κουμπιά του πουκαμίσου μου. Το έβγαλε εντελώς από πάνω μου. Το μεσοφόρι μου ήταν μούσκεμα και είχε κολλήσει πάνω στην επιδερμίδα μου. Οι κοιλιακοί μου διαγράφονταν μέσα από το ύφασμα. Ένιωσα άβολα καθώς έβγαζε το ρούχο και αποκάλυψε το στήθος μου γυμνό. Το άγγιγμα της ήταν ζεστό. Αμηχανία με κατέκλεισε αμέσως.

«Εντάξει σε ευχαριστώ.» είπα και αποτραβήχτηκα πίσω «θα βγάλω τα υπόλοιπα πάνω και θα στα φέρω μετά κάτω να τα στεγνώσεις.»

Έκανα να ανεβώ την σκάλα όσο πιο γρήγορα μπορούσα μήπως και καταφέρω να σπάσω την αμηχανία στο δωμάτιο όταν θυμήθηκα ότι δεν είχα ρωτήσει για την μητέρα μου.

«Η μητέρα μου;» είπα με απορία.

«Είναι πάνω με την Ιουλιέτα. Ξεκουράζεται.» είπε καθώς παράλληλα δίπλωνε το πουκάμισο μου και το γιλέκο.

«Σε ευχαριστώ.» είπα αγνοώντας το όνομα της Ιουλιέτας. Δεν ξέρω πραγματικά τι με είχε πιάσει. Όλο αυτό το συναίσθημα που εξέπεμψε προς το μέρος μου με είχε καταβάλει άσχημα. Δεν ήξερα τι ήταν ακριβώς και πως έπρεπε πως να αντιδράσω. Όχι τώρα. Δεν μπορούσα τώρα. Είχα να σκεφτώ την μητέρα μου. Και αυτή η γυναίκα απλά μπέρδευε τα πράγματα. Δεν μπορούσα να καταλάβω πως. Δεν έκανε τίποτα.

Αλλά μόνο και μόνο η ζωντάνια και η λάμψη που υπήρχε στα μάτια της καθώς μου μιλούσε ήταν αρκετή. Ίσως να ήταν τυχαίο. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι με αναστατώσει τόσο. Δεν είχε συμβεί τίποτα. Γιατί ένιωθα τόσο περίεργα;

Ανέβηκα γρήγορα την σκάλα και μπήκα μέσα στο δωμάτιο μου. Έβγαλα εντελώς τα βρεμένα ρούχα. Άνοιξα την ντουλάπα και έβγαλα από μέσα ένα καινούργιο καθαρό κουστούμι. Το φόρεσα και κάθισα στην άκρη του κρεβατιού. Έκρυψα με τα χέρια μου το πρόσωπο μου προσπαθώντας να σκεφτώ καθαρά. Κάτι πάνω σε αυτήν την γυναίκα με είχε αποπροσανατολίσει εντελώς. Η μητέρα μου δεν ήταν καλά. Αυτό μετρούσε. Προείχε εκείνη. Έπρεπε να την ξανακάνω καλά. Αυτός δεν ήταν ο στόχος μου σήμερα το πρωί;

Τι είχε συμβεί ξαφνικά και τον είχα χάσει; Βγήκα από το δωμάτιο με το μυαλό μου καθαρό. Είχα ξαναβρεί τον στόχο μου. Να κάνω τα πάντα ώστε η μητέρα μου να είναι ξανά υγιείς. Κατέβηκα γρήγορα την σκάλα και αντίκρισα στο πλατύσκαλο την Iουλιέτα. Δίπλα της καθόταν η μητέρα μου. Ένιωσα το λαιμό μου να καίγεται και με κατέκλυσε βήχας.

Γύρισαν και οι δυο προς το μέρος μου. Ωραία . έσφιξα σε γροθιά τα χέρια μου και πήγα προς το σαλόνι. Χαμογέλασα και κάθισα σε μια πολυθρόνα.

«Καλησπέρα.» είπα κρύβοντας με επιδεξιότητα την αμηχανία μου «δεν είχα την ευκαιρία να συστηθώ την σήμερα το πρωί.» είπα κοιτώντας την Ιουλιέτα. Ξεροκατάπια και πριν κατακλειστώ ξανά από την αναποφασιστικότητα άρθρωσα το όνομα μου. «Έντουαρντ.»

Το βλέμμα της είχε εκείνη ακριβώς την λάμψη. Ήταν ακόμα όμως ρηχό όπως και την προηγούμενη φορά. Μόνο που αυτήν την φορά η λάμψη του ήταν μεγαλύτερη. Με το ζόρι κρατήθηκα να μην την ρωτήσω ευθέως αν τρέχει κάτι. Ήταν η μητέρα μου μπροστά όμως. Μόνο αυτό με λογίκεψε. Τις είδα να κάθονται στον καναπέ κοντά στην πολυθρόνα που είχα καθίσει και εγώ.

«Λοιπόν;» είπα με την αμηχανία να διαπνέει αυτή τη φορά την φωνή μου. Η Ιουλιέτα απάντησε με έναν τόνο που δεν περίμενα να ακούσω στην φωνή της. Το πρόσωπο της έλαμπε αλλά δεν υπήρξε ενθουσιασμός στον τόνο της. Ίσα ίσα η φωνή της ήταν σταθερή και συγκρατημένη.

«Κύριε Μέισεν φοβάμαι ότι η μητέρα σας ίσως πάσχει από την ισπανική γρίπη.» το τελευταίο δευτερόλεπτο η φωνή της έσπασε και ένιωσα ένα παράξενο συναίσθημα να με κατακλείνει. Τα λόγια της σε συνδυασμό με τον παράξενο τόνο που υπήρχε στην φωνή της καθώς πρόφερε την τελευταία λέξη στην φράση της με έκαναν να παγώσω ολόκληρος. Ένιωσα ένα ρίγος να διαπερνάει όλο μου το σώμα. Η ανάσα μου κόπηκε και ένα παράξενο συναίσθημα φώλιασε στο στήθος μου.

Οποιαδήποτε αμφιβολία σχετικά με το αν είναι καλά είχε γκρεμιστεί. Δεν το άντεχα αυτό, τώρα, μόλις ένα μήνα μετά από όταν ο πατέρας μου έφυγε. Και σε συνδυασμό είχε έρθει αυτή η γυναίκα και είχε βαλθεί να με τρελάνει.

«Είναι σίγουρο;» είπα κοιτώντας στα μάτια την μητέρα μου. Η απάντηση ήρθε από την μεριά της Ιουλιέτας. Ο τόνος που πλημμύριζε την φωνή έκανε κάθε ίχνος ζέστης να φύγει από το δωμάτιο. Δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί αλλά ήταν σαν να μιλούσε σε κάποιον που ήξερε χρόνια και αγαπούσε υπερβολικά πολύ. Δεν μπορούσα να αντιμετωπίσω αυτό το συναίσθημα τουλάχιστον τώρα. Με τόσα πράγματα να με περιμένουν και το μικρό κουτί της Πανδώρας να περιμένει υπομονετικά μέσα στο μυαλό μου να ανοίξει, ο έρωτας ήταν το τελευταίο που ήθελα τώρα.

Το συναίσθημα που έβγαζε η Ιουλιέτα προς τα μένα έκανε απειλητικά την κλειδαριά στο μικρό αυτό κουτί στο μυαλό μου να τρίζει. Αν άνοιγε θα έβλεπα όλη μου την ζωή να καταρρέει.

«Τίποτα δεν είναι σίγουρο Έντουαρντ.» είπε το όνομα μου με μια δόση ντροπής. Συνέχισε πριν προλάβω να την διακόψω. «Να σε λέω με το μικρό σου;» ρώτησε λες και ήταν βέβαιη για την απάντηση παρόλα αυτά περίμενα να γνέψω θετικά. Μόλις δέχτηκα με μια κάποια αμφιβολία και κυρίως επειδή είδα το βλέμμα της μητέρας μου να συμφωνεί η Ιουλιέτα άρχισε παλιά να μιλά. «Αν όμως τελικά έχει την γρίπη μπορούμε μόνο να ελπίζουμε.»

Ήταν το τελειωτικό χτύπημα. Τα λόγια της, ο τόνος της, όλο αυτό το βάρος που έπρεπε ξαφνικά μέσα σε δυο μέρες να σηκώσω με πλάκωσε. Η μητέρα μου πέθαινε σχεδόν, ακολούθησε αυτό που έπαθε ο πατέρας μου και έμεινα πίσω να την βοηθήσω όλα όμως περιπλέχτηκαν τόσο που το μόνο που κάνω είναι να μην την βοηθάω. Δεν ήξερα πραγματικά τι να κάνω. Ήμουν σίγουρος πως η Ιουλιέτα ένιωθε κάτι για μένα.

Εγώ όμως δεν ήξερα αν ένιωθα κάτι για εκείνη. Ούτε την γνώριζα καλά καλά. Ούτε με γνώριζε. Μήπως ήταν όλα στο μυαλό μου;

«Ελίζαμπεθ πας λίγο μέσα να μιλήσω με την Ιουλιέτα;» χρησιμοποίησα το μικρό της όνομα για να την πείσω ευκολότερα. Έδεινα μια επισημότητα σε αυτό οπότε θα καταλάβαινε. Την είδα να σηκώνεται και να κατευθύνετε προς τον διάδρομο για τα μέσα δωμάτια.

Το φως της φωτιάς έπεφτε πάνω στα χαρακτηριστική της Ιουλιέτας αμβλύνοντας τα. Κάνοντας τα ομορφότερα.

«Λοιπόν;» μια απλή λέξη που περίκλειε τόσα πολλά και την έκανε να καταλάβει τα πάντα. Ο τόνος μου ήταν ουδέτερος και όμως μόνο αυτή η λέξη έφτανε για να ακούσω την απάντηση που περίμενα. Είδα το βλέμμα της να αλλάζει δείχνοντας ότι κατάλαβε της όμως ήταν αυτή που δεν περίμενα.

«Τι εννοείς;» η φωνή της ήταν εντελώς ουδέτερη. Φαίνεται πως είχε και εκείνη χάρισμα να μεταμορφώνει την φωνή της ανάλογα με αυτό που ήθελε. Πριν απαντήσω έκλεισα για ένα δευτερόλεπτο τα μάτια. Ήταν σαν να τα έκλεισα για έναν αιώνα. Μέσα σε λίγο ξεκαθάρισα όσα ήξερα και όσα δεν γνώριζα.

Η μητέρα μου πιθανότητα έχει την ισπανική γρίπη. Θα πάλευα για αυτό μέχρι τέλους. Δεν θα την άφηνα να ακολουθήσει ούτε στο ελάχιστον τον δρόμο του πατέρα μου.

Το δεύτερο που ήξερα χρειάστηκε περισσότερη ώρα για να ξεκαθαριστεί. Το επάγγελμα του πατέρα μου. Η μητέρα μου ήθελε να το ακολουθήσω. Προς το παρών όμως μπορούσα να το βάλω στην άκρη να ασχοληθώ μόνο με την μητέρα μου και έπειτα να επιλέξω αν θα το ακολουθήσω η αν θα πάω να κάνω αυτό που θέλω.

Ωραία όλα ήταν τόσο ξεκάθαρα όμως το τρίτο και τελευταίο ήταν αυτό που κατάστρεφε τα άλλα δυο. Η Ιουλιέτα. Δεν ήξερα πραγματικά τι συνέβαινε. Αρχικά ήμουν πεπεισμένος πως είναι ερωτευμένη μαζί μου. Τώρα όμως δεν είμαι σίγουρος ούτε για αυτό. Όταν άρχισα σήμερα μετά την επίσκεψη μου στον δόκτωρ Καρλάιλ να τρέφω ένα παράξενο συναίσθημα για αυτήν το εξήγησα στο γεγονός ότι είναι αντίκτυπο των συναισθημάτων που ένιωθε εκείνη για μένα. Πως εγώ δεν νιώθω τίποτε. Ούτε για αυτό ήμουν όμως σίγουρος πλέον.

Ένιωθα ότι ίσως ο έρωτας να είχε έρθει την χειρότερη στιγμή για να ανακατέψει τα άλλα προβλήματα και να δημιουργήσει ένα γόρδιο δεσμό. Ο μόνος τρόπος που είχα να λύσω όλο αυτό το μπέρδεμα ήταν περάσω στην αντεπίθεση. Απάντησα στη ερώτημα της εντελώς ευθέως κρατώντας στην φωνή μου εντελώς ανέκφραστη και μιλώντας ψιθυριστά.

«Ο τρόπος που με κοιτάς το πως μιλάς.» έκανα μια μικρή παύση για να σχηματίσω την πρόταση στο μυαλό μου.

«Είναι περίεργος. Νιώθω ένα συναίσθημα που αντλώ από εσένα να αντανακλάται πάνω μου.» είπα ακριβώς ότι πίστευα ξεκάθαρα.

«Νομίζω πως κάνετε λάθος. Δεν συμπεριφέρομαι κάπως διαφορετικά σε εσάς από ότι σε οποιονδήποτε άλλον.»

Ήταν το τελειωτικό χτύπημα. Η απάντηση της δεν μπορούσε να με καταστρέψει περισσότερο. Μήπως ήταν μόνο μια ιδέα που είχα; Μήπως νόμιζα ότι πραγματικά ότι με είχε ερωτευτεί επειδή την είχα εγώ ερωτευθεί;

Χρειαζόμουν επειγόντως οξυγόνο. Η ζωή μου είχε περιπλεχτεί τόσο.

«Μάλλον θα κάνω λάθος.» είπα παγερά «μπορείς να κοιτάξεις λίγο την μητέρα μου; Θα κάνω μια βόλτα και θα επιστρέψω αργότερα.» Πριν ολοκληρώσω την τελευταία λέξη μου βήχας κατάκλεισε όσα έλεγα. Ένιωσα τον λαιμό μου να γδέρνετε και έναν αφόρητο πόνο ανάμεσα στα μάτια. Ζαλιζόμουν.

Άνοιξα την πόρτα του σπιτιού αρπάζοντας μια κάπα. Την φόρεσα και βγήκα στο τσουχτερό κρύο. Το πυκνό χιόνι που έπεφτε νωρίτερα με μανία είχε γίνει τώρα ένα παγερό αεράκι. Κάποιες μικρές χιονιάδες έπεφταν ακόμη αλλά η κακοκαιρία είχε κοπάσει. Προσπάθησα να αντιμετωπίσω τα συναισθήματα μου.

Αποκλείεται να την είχα ερωτευτεί. Ένιωθα ακόμη να κενό στην καρδιά μου και το συναίσθημα που ένιωθα αν ένιωθα τελικά κάτι για αυτήν την κοπέλα δεν κάλυπτε αυτό το κενό. Έλεγε ψέματα. Δεν μπορώ να εξηγήσω διαφορετικά την συμπεριφορά της. Ήταν ξεκάθαρο πως ένιωθε κάτι για μένα.

Δεν ήταν αυτό ο ερώτημα μέχρι και πριν λίγο. Αυτό το είχα σίγουρο. Το ερώτημα ήταν αν ένιωθα εγώ κάτι για αυτήν. Και τώρα δέκα λεπτά αργότερα το σίγουρο είναι ότι νιώθω κάτι για αυτήν και δεν ξέρω τι νιώθει εκείνη για μένα. Η μήπως ούτε αυτό ήταν σίγουρο;

Ήθελα να ουρλιάξω και να αποτινάξω από πάνω μου όλο αυτό που είχε δημιουργηθεί τις τελευταίες δυο μέρες. Με τον θάνατο του πατέρα μου πήρα μόνο μια ελάχιστη γεύση σχετικά με το τι θα επακολουθούσε. Δεν μπορούσα να καταλάβω πως έγινε όλο αυτό το μπέρδεμα. Μήπως ήταν απλά όλο στο μυαλό μου; Είχα πάρει μια απόφαση. Θα τα ξεχνούσα όλα αυτά και θα ασχολιόμουν μόνο με την υγεία της μητέρας μου.

Άνοιξα ξανά την πόρτα και μπήκα μέσα στο σπίτι. Η ζεστασιά του με κατάκλεισε. Ένιωσα όμορφα. Χτένισα με το βλέμμα μου το χώρο καθώς κρέμαγα την κάπα μου. Είδα την μητέρα μου να κάθεται στον καναπέ. Δεν υπήρχε ίχνος άλλης παρουσίας στο δωμάτιο. Πήγα και κάθισα δίπλα της.

«Η Ιουλιέτα;» η ερώτηση σκαλίστηκε αυθαίρετα στον λαιμό μου.

«Είναι πάνω ετοιμάζει το δωμάτιο της.» σταμάτησε λίγο καθώς βήχας ανέβηκε στον λαιμό της. Ένιωσα την ζαλάδα μου να αυξάνετε καθώς συνέχισε την φράση της. «Θα μείνει εδώ λίγο καιρό έως ότου γίνω καλά. Θα φέρει κάποιος τα ρούχα της αργότερα.» στην τελευταία φράση η φωνή της ήταν τόσο βραχνή που με το ζόρι κατάλαβα τι είπε. Έπιασα το χέρι της. Ήταν παγωμένο. Της ανέβαινε πυρετός. Χειροτέρευε λεπτό το λεπτό.

«Μητέρα φοβάμαι ότι θα φύγεις όπως ο πατέρας και θα με αφήσεις εδώ.» είπα για πρώτη φορά τις σκέψεις μου τόσο ανοιχτά και με βοήθησε να ξεμπερδέψω κάποια πράγματα. Αν έφευγε θα χανόμουν. Δεν θα μπορούσα να σηκώσω το βάρος των ευθυνών.

Άφησε το χέρι μου και με κοίταξε στα μάτια. Έπιασε με το ένα της χέρι απλά το πηγούνι μου. Έπειτα ξανακατέβασε το χέρι της κοντά στο άλλο.

«Έντουαρντ είσαι χλωμός.» είπε και κοίταξε τα μάτια μου. Τα πράσινα μάτια της αντικατόπτρισαν τα δικά μου. «Δεν θέλω να ανησυχείς για μένα. Θα γίνω καλά. Ο πατέρας σου ήταν χειρότερα εγώ είμαι μια χαρά. Γιατί νομίζεις ότι άφησα την Ιουλιέτα να μείνει από την πρώτη στιγμή δεν την ήθελα. Μπορώ μια χαρά και μόνη μου. Την άφησα μόνο για να μην στεναχωριέσαι.»

Σάστισα. Είχε καταλάβει ότι ίσως να ένιωθα κάτι για την Ιουλιέτα. Επεξεργάστηκα λίγο τα λόγια της στο μυαλό μου και συνειδητοποίησα ότι απλώς εννοούσε ότι την είχε αφήσει εδώ για να μην ανησυχώ για εκείνην. Και αυτό έπρεπε να κάνω. Να ανησυχώ για εκείνη. Όχι να ασχολούμαι με προβλήματα που ίσως να μην υπήρχαν καν.

Συνέχισε να μιλάει επαναφέροντας ένα πρόβλημα που είχα αφήσει στην άκρη.

«Υποσχέθηκα στον Ευστάθιο ότι θα περάσεις σήμερα να μιλήσετε μήπως αρχίσεις και δουλεύεις στην θέση του πατέρα σου Έντουαρντ. Πρέπει κάτι να κάνεις κάτι. Είναι ένας μήνας από όταν έφυγε και ακόμη δεν έχεις βρει δουλειά.»

Τα λόγια της ήταν αποφασισμένα. Ο Ευστάθιος ήταν ο καλύτερος φίλος του πατέρα μου καθώς ζούσε. Δούλευαν μαζί. Αυτή η συνάντηση που έπρεπε να κάνω μαζί του μου θύμισε την σκέψη που έκανα μόλις χθες το απόγευμα. Πρέπει να αναλάβω τις ευθύνες μου. Πόσο μακρινό έμοιαζε αυτό πλέον. Είχαν τόσα ακολουθήσει.

Η μητέρα μου αρρώστησε και εγώ άρχισα να ερωτεύομαι κάποια που ούτε ξέρω, νομίζοντας ότι εκείνη είναι ερωτευμένη μαζί μου. Και μόλις χθες το απόγευμα νόμιζα ότι το μόνο μου πρόβλημα ήταν ένα θα πάω στον πόλεμο ή αν θα μείνω να φροντίσω την μητέρα μου. Τώρα ήταν που ήθελα πιο πολύ να πάω από κάθε άλλη φορά.

Έπρεπε να συναντήσω τον Ευστάθιο. Το όνομα του, η εικόνα του, όλα αυτά που κουβαλούσε μαζί του μου έφεραν στην μνήμη εκτός από τις ευθύνες μου και το τελευταίο δευτερόλεπτο που αντίκρισα τον πατέρα μου. Η ανάμνηση κύλησε σαν νερό στο μυαλό μου.



Ο ήχος του χώματος καθώς έπεφτε πάνω στο ξύλινο φέρετρο που είχε μέσα τον πατέρα μου αντηχούσε ακόμα στον αέρα. Ένιωσα τον ήχο αυτό σαν κάποιος να είχε πάρει ένα μαστίγιο και να βαρούσε την ψυχή μου. Έκλεισα τα μάτια μου και είδα ένα δάκρυ να κυλάει μέχρι το μάγουλο μου. Δεν ήθελα να βλέπω την μητέρα μου και τους λιγοστούς φίλους του πατέρα μου καταβεβλημένους να κοιτούν την νεκρή μορφή του.

Είδα τον Ευστάθιο να γονατίζει και να πιάνει μια χούφτα χώμα. Το χέρι του άνοιξε πάνω από το φέρετρο και είδα το χώμα να πέφτει και τελικά να χάνεται μέσα στην σκοτεινή τρύπα που θα αποτελούσε την τελευταία κατοικία του πατέρα μου.

Δεν μπορούσα να καταλάβω πως η γρίπη μου στέρησε ένα πρόσωπο που μπορούσα να στηριχτώ. Έσκυψα με την σειρά μου και βούλιαξα τα δερμάτινα γάντια μου στο αφράτο υγρό χώμα. Έσφιξα σφιχτά μια χούφτα χώμα και κατευθύνθηκα προς τον τάφο. Τα μάτια του με κοιτούσαν νεκρά. Δεν άντεχα να βλέπω την μορφή του. Άνοιξα το χέρι μου απελευθερώνοντας το χώμα πάνω του.

Ο Ευστάθιος ψιθύρισε μια ευχή. «Ας αναπαυθεί εν ειρήνη.»





Η ανάμνηση έφερε ένα νέο δάκρυ στα μάτια μου. Είδα το χέρι της μητέρας μου να το σκουπίζει. Έπρεπε να φανώ δυνατός.

«Μην στεναχωριέσαι Έντουαρντ. Σε καμιά περίπτωση δεν θα ακολουθήσω το δρόμο του. Στο υπόσχομαι.» ήταν σαν να είχε καταλάβει ακριβώς για πιο λόγο δάκρυσα.

«Λοιπόν θα πάω να συναντήσω τον Ευστάθιο.»

Ήξερα πως σε καμιά περίπτωση δεν θα ακολουθούσα το επάγγελμα του. Απλά ήθελα να κάνω το χατίρι της μητέρα μου. Ακόμη έπρεπε μέχρι να γίνει τελείως καλά να ασχοληθώ με κάτι.

Ανέβηκα στο δωμάτιο μου και ντύθηκα μηχανικά. Το μυαλό μου ήταν κενό από σκέψεις. Όσο μπορούσα να κρατήσω το μικρό εκείνο κουτάκι της Πανδώρας κλειστό στο κεφάλι μου όλα θα ήταν καλά. Δεν θα το άνοιγα ακόμα. Καθώς ντυνόμουν άκουσα βήματα στις σκάλες. Φόρεσα ένα ημίψηλο και βγήκα από το δωμάτιο. Δεν ήταν κανείς στο διάδρομο. Κατέβηκα στο επίσης άδειο καθιστικό. Άνοιξα την πόρτα και ξεκρέμασα ένα γκρι χνουδωτό παλτό. Με τύλιξε με την ζεστασιά του. Βγήκα έξω.

Ήλιος είχε βγει αν και υπήρχαν ακόμα κάποια μουντά σύννεφα στον ουρανό. Το κρύο συνέχιζε να παγώνει κάθε κύτταρο μου. Έκλεισα την πόρτα πίσω μου και βγήκα στο πυκνό χιόνι. Οι μπότες μου βούλιαζαν μέσα του. Σε κάποιο σημείο στην άκρη του λιθόστρωτου δρόμου που οδηγούσε στον αχυρώνα το χιόνι είχε λειώσει οπότε προτίμησα να περπατήσω σε εκείνη την πλευρά.

Τα περισσότερα δέντρα του κήπου μας είχαν ρίξει τα φύλλα τους αν και υπήρχαν ένα δυο φυτά που δεν είχαν εξαφανιστεί από το χιόνι. Τα περισσότερα ήταν δίπλα στον αχυρώνα. Ήταν πολλές μικρές βατομουριές. Δεν είχαν άνθη τα πυκνά όμως αγκαθωτά φύλα τους διακρινόταν ακόμα σπάζοντας λίγο την μουντάδα του χιονιού.

Είδα μια μορφή εκεί ανάμεσα στα βατόμουρα να κάθεται και να με κοιτάζει. Η Ιουλιέτα. Έστριψα και άρχισα να κατευθύνομαι εκεί έναντι του αχυρώνα. Το βλέμμα της έλαμπε με αυτόν τον ανεξήγητο τρόπο καθώς πλησίαζα. Το χαμήλωσε στο έδαφος και είδα την λάμψη να χάνεται. Υπήρχε μόνο όταν κοιτούσε στα μάτια μου.

«Ιουλιέτα;» είπα καθώς την πλησίαζα. Δεν απάντησε. Έφτασα σχεδόν δίπλα της. Το χνότο μου σχηματίστηκε στο αέρα από το κρύο. Δεν άρθρωσε ούτε λέξη. Έκανε ένα δισταχτικό βήμα μπροστά και έπειτα τα χείλη της ακούμπησαν απαλά τα δικά μου.

Κάθε άμυνα είχε σπάσει. Μου είχε πει ψέματα. Ήταν ερωτευμένη μαζί μου. Το ερώτημα επέστρεφε σε εμένα. Τι ένιωθα για αυτήν;

Ανταπέδωσα το φιλί. Τα χείλη της λαχταρούσαν τα δικά μου. Απομακρύνθηκα. Δεν την ήξερα καν δεν γινόταν να τρέφω τίποτα για αυτήν. Αν όμως γινόταν; Τα χείλη της παθιασμένα ενώθηκαν ξανά με τα δικά μου. Δεν μπορούσα να καταλάβω την συμπεριφορά της. Ένα μυστήριο που θα έμενε άλυτο.

Με τράβηξε από την μέση και έπεσε στο έδαφος ανάμεσα στα αγκαθωτά φύλλα των βατομουριών. Έπεσα δίπλα της. Το παγωμένο χιόνι πάγωνε το δέρμα μου. Τα χείλη της κόλλησαν πάνω μου. Διέγραψαν τον λαιμό μου. Τα χέρια της απαλά έβγαλαν το παλτό μου. Ένιωσα το κρύο να μου παγώνει κάθε αίσθηση, τα χείλη της όμως τις γέμιζαν ξανά με ζέστη.

Δεν ήξερα τι να κάνω. Δεν ήξερα πως ένιωθα. Το κενό στην καρδιά μου δεν είχε καλυφθεί με την παρουσία αυτής την κοπέλας. Τελικά ήξερα. Δεν ένιωθα τίποτα για αυτήν. Ήταν μόνο ο αντίκτυπος των συναισθημάτων της πάνω μου.

Αποτραβήχτηκα και φόρεσα το παλτό μου. Έκανα να ψελλίσω κάτι αλλά δεν έβρισκα τα λόγια. Το παγωμένο χιόνι είχε λιώσει κάτω από την θέρμη των κορμιών μας. Δεν κρύωνα πλέον. Σηκώθηκα σίγουρος ότι δεν ένιωθα τίποτα.

Αισθανόμουν ακόμα την θέρμη των χειλιών της στα δικά μου χείλη. Το μικρό κουτί της Πανδώρας μέσα στο μυαλό μου ,γεμάτο ευθύνες που με περίμεναν να της αναλάβω, είχε μόλις ανοίξει.

Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2010

Κυκλάμινα Στο Χιόνι

                                                     

                                                    Πρώτο Μέρος
                                                     Τσάι με γάλα

Edwards POV

Σικάγο, 1918


Τα δάχτυλα μου κύλησαν πάνω στα πλήκτρα του πιάνου ακολουθώντας πιστά την μελωδία του Mozart. Η μουσική με έκανε να ξεχάσω. Ήταν ακριβώς ένας μήνας από όταν ο πατέρας μου άφησε την τελευταία του πνοή. Ήταν μόλις ένας μήνας και φαινόταν σαν ένα αιώνας από όταν είδα τα μάτια του να με κοιτάζουν νεκρά.

Η σκέψη με έκανε να ανατριχιάσω πατώντας λάθος πλήκτρο και δημιουργώντας μια παραφωνία στην μελωδία που κατέκλυζε το μυαλό μου.

Ακόμα όμως και η μουσική δεν κατάφερνε να σβήσει τις αναμνήσεις. Έστω και προσωρινά. Σήμερα έκλεινε ένας μήνας. Έπρεπε να αναλάβω πλέον τις ευθύνες μου. Μετέφερα τα δάχτυλα μου μια οκτάβα πιο πάνω στο πιάνο παίζοντας δυναμικότερα στην προσπάθεια μου να ξεχάσω εκτός από τον θάνατο του πατέρα μου και τις ευθύνες μου περίμεναν κλεισμένες σε ένα μικρό κουτί μέσα στον εγκέφαλο μου, το κουτί της Πανδώρας, υπομονετικά να το ανοίξω και να τις αναλάβω.

Η μητέρα μου ήξερε πως δεν ήθελα σε καμιά περίπτωση να ακολουθήσω το επάγγελμα του πατέρα μου και να γίνω δικηγόρος. Γιατί δεν έλεγε να το καταλάβει επιτέλους; Ήθελα να βοηθήσω στον παγκόσμιο πόλεμο. Να νιώσω χρήσιμος κάπου. Και όχι να κάθομαι κλεισμένος μέσα σε αυτό σπίτι περιμένοντας κάποιος να μου ανοίξει το κλουβί μου για να πετάξω μακριά.

Μετά τον θάνατο του πατέρα μου όλα άλλαξαν. Η μητέρα μου κλείστηκε στον εαυτό της και τα σχέδια μου να φύγω και να βοηθήσω τα στρατεύματα που στείλαμε για ενίσχυση στον πόλεμο κατέρρευσαν.

Περίμενα έως σήμερα. Σήμερα πρέπει να αποφασίσω αν θα φύγω. Αύριο το πρωί ένα νέο στράτευμα φεύγει. Η απορία είναι θα το ακολουθήσω ή θα μείνω εδώ περιμένοντας και ακολουθώντας το επάγγελμα του πατέρα μου;

Σήμερα έπρεπε να αποφασίσω. Το είχα κάνει όμως; Δεν είχα κουράγιο να γυρίσω την σελίδα στην παρτιτούρα και άρχισα να παίζω ξανά τις ίδιες νότες γεμίζοντας ξανά τον χώρο με την ίδια μελωδία. Όχι. Η λέξη σχηματίστηκε με βεβαιότητα στις σκέψεις μου. Δεν είχα αποφασίσει. Να άφηνα την μητέρα μου μόνη τώρα που ήταν πιο δυστυχισμένη από ποτέ η να μείνω μαζί της κάνοντας το εαυτό μου δυστυχισμένο;

Μια δέσμη φωτός γέμισε στο δωμάτιο και άκουσα βήματα πίσω μου. Κοίταξα με την άκρη του ματιού μου την μητέρα μου να μπαίνει.

«Σου έφερα λίγο τσάι.» είπε και η φωνή της ακούστηκε βραχνή ειδικά, με υπόκρουση την μελωδία που τα χέρια μου επαναλάμβαναν συνεχώς ανεπαίσθητα. Έγνεψα κλείνοντας τα μάτια μου. Ακόμα και με κλειστά τα μάτια, τα χέρια μου ήξεραν ακριβώς που είναι κάθε νότα. Άκουσα τον ήχο από την πορσελάνη καθώς η μητέρα μου ακουμπούσε πάνω στο πιάνο τον δίσκο. Άφησα τα δάχτυλα μου από τα πλήκτρα και άνοιξα τα μάτια μου.

Γέμισα το φλιτζάνι με τσάι και πρόσθεσα αρκετό γάλα. Ανακάτεψα καλά το ρόφημα και έφερα το φλιτζάνι στα χείλη μου. Το καυτό υγρό κύλησε στο λαιμό μου γεμίζοντας παράλληλα με γεύση όλο τον ουρανίσκο μου. Η μυρωδιά του γάλατος ανακατεμένη με το τσάι επανάφερε στο μυαλό μου την τελευταία βραδιά ζωής του πατέρα μου.

Η μυρωδιά του τσαγιού που γέμιζε τώρα το δωμάτιο ανακατεύθηκε με αυτήν της ανάμνησης κάνοντας το παρόν με το παρελθόν μια θολούρα στο μυαλό μου.


Η φωτιά τριζοβόλησε στο μεγάλο μαρμάρινο τζάκι στην μέση του καθιστικού. Ο αέρας ούρλιαζε έξω από τα μεγάλα παράθυρα. Καθόμουν στην μεγάλη δερμάτινη πολυθρόνα κοιτώντας έξω το χιόνι που έπεφτε πυκνό στον κήπο. Παρότι το δωμάτιο ήταν ζεστό από την φωτιά του τζακιού επικρατούσε ψύχρα στα συναισθήματα μου. Πριν έξι μήνες είχαν διαγνώσει στον πατέρα μου ισπανική γρίπη. Σήμερα το απόγευμα τον επισκέφτηκε ξανά ο γιατρός, ένας νεαρός γιατρός με ξανθά μαλλιά.

Μας είπε ότι είχε χειροτερέψει πολύ και ίσως η γρίπη να είχε εξελιχθεί σε πνευμονία. Ο βήχας του πατέρα μου από το δίπλα δωμάτιο αντήχησε ξανά σε όλο τον χώρο. Στο φως του τζακιού είδα την σκιά της μητέρας μου να το φιλάει απαλά στο μάγουλο. Την άκουσα να ψιθυρίζει ενθαρρυντικά λόγια.

Ξέραμε και οι δυο ότι δεν απομένουν στον πατέρα μου πολλές ώρες ζωής. Γιατί να του το πούμε όμως καταστρέφοντας τις τελευταίες χαρούμενες στιγμές στην ζωή του; Φώναξα βραχνά το όνομα της υπηρέτριας. Φάνηκε στο σκοτάδι έτοιμη να εκτελέσει οποιαδήποτε διαταγή μου.

«Μου φέρνεις ένα φλιτζάνι τσάι;» είπα χρησιμοποιώντας την ευγενική φωνή μου. Η μητέρα μου επέμενε πως έχω χάρισμα να μαγεύω τους άλλους ανάλογα με την διάθεση της φωνής μου.

Ο βήχας του πατέρα μου κάλυψε τον ήχο του φλιτζανιού πάνω στο ασημένιο δίσκο καθώς τον ακούμπησε στο τραπέζι η Ρόουζ. Της έγνεψα ένα ευχαριστώ και έπιασα στο χέρι μου το φλιτζάνι.

Πρόσθεσα γάλα και κατέβασα την πρώτη γουλιά. Μαζί με την γεύση της που ανακατεύθηκε και τελικά πνίγηκε στο λαιμό μου πνίγηκαν και τα συναισθήματα μου. Άφησα το φλιτζάνι και πήγα στο δίπλα δωμάτιο να είμαι κοντά στο πατέρα μου.

Τον είδα ξαπλωμένο στο μεγάλο ξύλινο κρεβάτι της κάμαρας. Το χρώμα του ήταν λευκό και συνεχώς έβηχε πνίγοντας κάθε ήχο στο δωμάτιο. Η μητέρα μου σκυμμένη συνεχώς από πάνω του ανήσυχη δεν συνειδητοποίησε την παρουσία μου στο δωμάτιο μέχρι που μίλησα.

«Έχει πυρετό;» ρώτησα και αμέσως επανέλαβα το όνομα της Ρόουζ. Είδα την μητέρα μου να αγγίζει απαλά με τα δάχτυλα της τα χείλη του πατερα μου.

«Μάλλον.» ψιθύρισε με αγωνιά, φόβο και λύπη να διακρίνεται στην φωνή της. Η Ρόουζ μπήκε στο δωμάτιο.

«Μπορείς σε παρακαλώ να ετοιμάσεις κάποια κομμάτια λινό ύφασμα εμποτισμένα με βραστό νερό; ψιθύρισε η μητέρα μου στην Ρόουζ.

Έγνεψε καταφατικά και έστριψε να φύγει όταν την σταμάτησα με την φωνή μου.

«Και στείλε σε παρακαλώ κάποιον άλλο από το προσωπικό να πάρει το φλιτζάνι μου από το καθιστικό.» η μυρωδιά τσαγιού γέμιζε ακόμα το δωμάτιο. Ο βήχας του πατέρα μου κάλυψε τα λόγια της που ήταν προφανώς καταφατικά.

Πλησίασα και κάθισα δίπλα του. Έπιασα το χέρι του και το έβαλα ανάμεσα στις παλάμες μου. Κοίταξα τα μάτια του. Είδα την φλόγα που φώτιζε πάντα μέσα τους κάνοντας τα να λάμπουν να σβήνει .Το βλέμμα μου στράφηκε στα πράσινα μάτια της μητέρας μου. Ολόιδια με τα δικά μου. Κάτι που είχα κληρονομήσει από αυτήν.


Η ήχος της πόρτας που άνοιγε με επανέφερε στο παρόν. Τα δάχτυλα μου έπαιζαν ακόμα την ίδια μελωδία ξανά και ξανά στο πιάνο. Σταμάτησα να παίζω και έστριψα όλον μου το κορμό αντικρίζοντας την Έλενα να μπαίνει στο δωμάτιο.

«Μου είπε η μητέρα σας να έρθω να πάρω το τσάι.» ψιθύρισε με σκυμμένο το κεφάλι.

«Σε ευχαριστώ πολύ Έλενα αλλά θα το πάω εγώ μετά στην Ρόουζ. Θα έρθω να δω σε λίγο την Ελίζαμπεθ.»

«Εντάξει.» είπε και έκανε να στρίψει όταν σαν κάτι να θυμήθηκε στράφηκε ξανά προς το μέρος μου.

«Η μητέρα σας έχει ξαπλώσει κύριε Μέισεν.» Ένιωσα το αίμα να υποχωρεί από το κεφάλι μου. Έβαλα γρήγορα το χέρι μου στην εσωτερική τσέπη του λινού σακακιού μου και έβγαλα το χρυσό ρολόι τσέπης του πατέρα μου. Κοίταξα την ώρα πανικόβλητος. Ήταν μόλις πέντε. Δεν ξάπλωνε ποτέ τόσο νωρίς.

«Συμβαίνει κάτι;» ρώτησα χωρίς να μπορώ να κρύψω τον τρεμάμενο τόνο στην φωνή μου. Η Έλενα σάστισε. Κοίταξε πρώτα εμένα έπειτα το πάτωμα και προσπάθησε να καταλάβει τι εννοούσα.

«Φοβάμαι πως δεν καταλαβαίνω.» είπε τελικά.

«Εννοώ είναι καλά; Δεν συνηθίζει να αποσύρεται τόσο νωρίς.» εξήγησα.

«Έχει μια ελαφριά ζαλάδα και πονόλαιμο. Θεώρησε καλύτερα να ξαπλώσει.»

Πανικοβλήθηκα.

«Σε παρακαλώ αύριο το πρωί στείλε κάποιον να την κοιτάξει.» προσπάθησα με λίγη επιτυχία να διατηρήσω ουδέτερη την φωνή μου.

«Μάλιστα.» έγνεψε και βγήκε από το δωμάτιο. Έσκυψα το κεφάλι μου κοιτώντας στο πάτωμα. Άφησα όλο το βάρος μου να πέσει πάνω στο μικρό δρύινο κάθισμα που χρησιμοποιούσαμε για το πιάνο.

Οι εφιάλτες μου είχαν επανέλθει. Ότι είπα στην Έλενα ήταν μόνο λόγια για να μην την ανησυχήσω. Η μήπως ήταν λόγια για να μην ανησυχήσω τον εαυτό μου; Σίγουρα δεν ήταν μια απλή γρίπη.

Δεν ήθελα με τίποτα να σκέφτομαι τα χειρότερα. Η αρρώστια να πάρει μετά τον πατέρα και την μητέρα μου. Δεν θα άντεχα ποτέ να δω τα πράσινα ματιά της να με κοιτούν νεκρά. Οι αναμνήσεις από την τελευταία βραδιά επέστρεψαν ακριβώς όπως είχαν έρθει και πριν πέντε λεπτά. Παρά τις προσπάθειες μου να διώξω της αναμνήσεις μακριά συνεχώς επέστρεφαν γεμίζοντας το μυαλό μου, την σκέψη και την λογική μου.


Ο πατέρας μου ανταπέδωσε το βλέμμα .

«Όλα θα πάνε καλά.» ψιθύρισα αλλά δεν το πίστευα ούτε καν εγώ. Η μητέρα μου συμφώνησε γνέφοντας και δίνοντας ακόμα περισσότερο θάρρος στον πατέρα μου. Ξέραμε και οι δύο ότι κάτι ότι κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε αλλά θέλαμε οι τελευταίες του στιγμές να είναι οι καλύτερες στην ζωή του.

Έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου και άκουσα τον βήχα του να αντηχεί στο δωμάτιο θυμίζοντας μου ότι είναι ακόμα ζωντανός. Και ξάφνου ο βήχας σταμάτησε. Άνοιξα τα μάτια μου και αντίκρισα τα δικά του. Η φλόγα ζωής μέσα τους είχε σβήσει. Το πρόσωπο της μητέρας μου αυλακωμένο από τις ρυτίδες λύπης και τα δάκρυα με κοιτούσε στην άλλη πλευρά του δωματίου. Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια μου στο μάγουλο μου. Σφράγισα ερμητικά τα μάτια μου.

Η ανάμνηση της τελευταίας στιγμής ζωής του πατέρα μου έφερε νέα δάκρυα στα μάτια μου. Δεν μπορούσα με τίποτα να φανταστώ ξανά αυτήν την σκηνή με την μητέρα μου στην θέση του πατέρας μου. Όχι. Είναι μια χαρά προσπάθησα να ενθαρρύνω τον εαυτό μου λέγοντας ξανά και ξανά από μέσα μου.

Όλα είναι μια χαρά. Έχει μια απλή γρίπη. Ήξερα όμως πως έλεγα ψέματα. Σηκώθηκα όρθιος και διέσχισα με μεγάλα βήματα το δωμάτιο. Βγήκα στον στενό διάδρομο προς το σαλόνι. Το φως της φωτιά που έκαιγε στο τζάκι φαινόταν ήδη.

Πλησίασα κι’ άλλο νιώθοντας την ζέστη του στο σώμα μου. Κάθισα σε μια μεγάλη πολυθρόνα και παρακολούθησα την φωτιά καθώς έγλυφε το ξύλο. Και συνειδητοποίησα ότι είχα ήδη πάρει την απόφαση μου. Η μητέρα μου δεν μπορεί να φύγει όπως ο πατέρας μου. Ακόμα και να έχει την ισπανική γρίπη θα κάνω τα πάντα για να της αποδείξω ότι όλα θα πάνε καλά.

Αύριο το πρωί δεν θα φύγω μαζί με την επόμενη στρατιά. Θα μείνω εδώ να φροντίσω την μητέρα μου μέχρι να σιγουρευτώ ότι όλα θα πάνε καλά. Και με την γλυκιά γεύση των σκέψεων μου, ακριβώς όπως είναι η γεύση ενός φλιτζανιού με τσάι και γάλα, αποκοιμήθηκα στην πολυθρόνα.

Η φωτιά του τζακιού ζέστανε τα όνειρα μου.

Ονειρεύτηκα ότι καθόμουν με την οικογένεια μου στο τραπέζι στην αυλή κάτω από δυο κατακόκκινες ανθισμένες πασχαλιές. Χαμόγελα σχηματίζονταν στα χείλη όλων και τρώγαμε ευτυχισμένοι όλοι μαζί.

***

Η αντανάκλαση του φωτός του ηλίου πάνω στο χιόνι μπήκε μέσα στο δωμάτιο ξυπνώντας με. Πονούσα παντού επειδή είχα κοιμηθεί σε πολύ άβολη στάση πάνω στην πολυθρόνα. Σηκώθηκα και τεντώθηκα. Διέσχισα το δωμάτιο και πήγα στο μπάνιο. Άνοιξα την βρύση πάνω από το μαρμάρινο νιπτήρα και έβρεξα το πρόσωπο μου.

Κοίταξα την αντανάκλαση μου στον καθρέπτη. Τα μάτια μου ήταν πρησμένα και το δέρμα μου χλωμό. Έκλεισα την βρύση. Ο ήχος του σκουριασμένου μετάλλου καθώς έκλεινα την βρύση αντήχησε σε όλο το δωμάτιο. Βγήκα από το μπάνιο ευχόμενος ο γιατρός που θα ερχόταν να δει την μητέρα μου να μας ενημέρωνε ότι έχει μόνο μια εποχιακή γρίπη. Πήγα στην τραπεζαρία όπου βρήκα την Ρόουζ με τη Έλενα να στρώνουν το τραπέζι. Είχαν σερβίρει ήδη τα πορσελάνινα πιάτα.

Κοίταξα την ώρα από το χρυσό ρολόι που έβγαλα από την τσέπη μου. Ήταν σχεδόν δέκα. Η μητέρα μου δεν φαινόταν πουθενά στο δωμάτιο.

«Καλημέρα κύριε Μέισεν.» είπε η Έλενα μόλις με είδε με ευδιάθετη φωνή.

«Που είναι η μητέρα μου;» ρώτησα ανέκφραστος τόσο στο πρόσωπο τόσο και στην φωνή.

«Δεν έχει κατέβει ακόμη.» είπε η Ρόουζ που εκείνη την στιγμή σέρβιρε ένα στρογγυλό ψωμάκι δίπλα στο πιάτο μου.

«Είναι καλά;» ρώτησα χωρίς να μπορώ να κρύψω την ανησυχία μου αυτήν την φορά. Κάθισα στο τραπέζι και πήρα στο χέρι μου το ψωμάκι. Ήταν καυτό. Το έκοψα στην μέση και παρακολούθησα τον ατμό να βγαίνει από μέσα του περιμένοντας μια απάντηση.

«Κύριε Μέισεν.» άρχισε να λέει αργά η Έλενα «είναι λίγο άρρωστη.»

Το ψωμάκι μου έπεσε από τα χέρια και κύλησε πάνω στο τραπέζι.

«Ενημέρωσες τον γιατρό να έρθει να την κοιτάξει;» ρώτησα κοιτώντας τα μάτια της Έλενας.

«Μάλιστα απλά ο δόκτωρ Καρλάιλ έχει ένα ποιο σημαντικό περιστατικό και θα έρθει η νοσοκόμα του.» Κοίταξα και τις δυο με σαστισμένο βλέμμα. Μια νοσοκόμα δεν μπορεί να γιατρέψει την μητέρα μου. Για αυτό δεν έμεινα πίσω να κάνω τα πάντα ώστε να γίνει καλά;

«Δεν υπάρχει άλλος διαθέσιμος γιατρός;»

«Λυπάμαι κύριε Μέισεν.» είπε η Ρόουζ κουνώντας αρνητικά το κεφάλι.

«Ωραία λοιπόν.» είπα και πήρα ξανά το ψωμάκι στα χέρια μου. Έπιασα ένα μαχαίρι και έκοψα μια λεπτή λωρίδα βούτυρο την απλώς στο ψωμάκι και συνέχισα.

«Πότε την περιμένουμε;»

«Κύριε Μέισεν διακρίνω μια ανησυχία ; Είναι απλά μια γρίπη.» είπε η Έλενα κουνώντας το κεφάλι πότε αριστερά και πότε δεξιά. Έκανα πως δεν άκουσα δείχνοντας της ότι δεν ήταν δουλειά της και επανέλαβα την ερώτηση μου.

«Πότε την περιμένουμε;» τόνισα επίτηδες το πότε. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν; Δεν έβλεπαν ότι ξαναζώ τις τελευταίες ώρες του πατέρα μου;

Αν όμως έχουν δίκιο; Αν είναι μια απλή γρίπη;

Τον ειρμό μου διέκοψε η Ρόουζ που απάντησε στην ερώτηση.

«Από λεπτό σε λεπτό.» έκανε να συμπληρώσει κάτι αλλά το μετάνιωσε και άφησε το πρώτο γράμμα της φράσης της να αιωρείται στην αέρα.

«Υπάρχει κάτι ακόμα;» ρώτησα χωρίς να ξέρω τι να περιμένω για απάντηση.

«Όχι απλώς.» είπε και κατέβασε το κεφάλι. «μην ανησυχείτε όλα θα πάνε καλά.»

Ο τόνος που χρησιμοποίησε στα λόγια της με έκανε να καταλάβω πως προφανώς ήξερε τους φόβους μου. Κατάπια γρήγορα το πρωινό κοιτώντας συνεχώς έξω από το μεγάλο παράθυρο στην κουζίνα μην τυχόν και δω στο δρόμο έξω από το σπίτι κάποια άμαξα να πλησιάζει. Τίποτα όμως.

Μόλις τελείωσα κατέβηκα στο σαλόνι περιμένοντας να δω την μητέρα μου εκεί άλλα αντ’ αυτού συνάντησα έναν άδειο χορό. Το υπηρετικό προσωπικό έκανε κάποιες δουλειές έξω η πάνω και το σπίτι φαινόταν σχεδόν άδειο. Κάθισα σε μια πολυθρόνα κοντά στο τζάκι και με ένα σίδερο άρχισα να ανακατεύω τις στάχτες από την χθεσινή φωτιά.

Η ώρα περνούσε και το σπίτι παρέμενε άδειο. Καμιά άμαξα δεν είχε πλησιάσει το σπίτι και η μητέρα μου δεν είχε φανεί. Άρχισα να ανησυχώ. Όχι μόνο επειδή δεν είχα ιδέα το συνέβαινε αλλά επειδή κατάλαβα πόσο άδειο είναι το σπίτι χωρίς τον πατέρα , τόσο καιρό αφότου έφυγε.

Στάχτη σηκώθηκε στον αέρα. Την εισέπνευσα και άρχισα να βήχω. Ένιωσα τον λαιμό μου πρησμένο. Σηκώθηκα και αποφάσισα να πάω πάνω να δω τι συμβαίνει. Ανέβηκα γρήγορα την φιδογυριστή τεράστια ξύλινη σκάλα και κατευθύνθηκα προς την πόρτα της μητέρας μου.

Χτύπησα απαλά αλλά δεν έλαβα καμιά απάντηση. Περίμενα λίγο ξαναχτυπώντας αλλά εισέβαλα μόνο νεκρική σιγή.

Έπιασα το κρύο πόμολο και άνοιξα την πόρτα. Μπήκα μέσα στο δωμάτιο. Το πρώτο που κοίταξα ήταν το κρεβάτι. Ήταν στρωμένο. Οι κουρτίνα στα παράθυρα είχε τραβηχτεί και φως έμπαινε διάχυτο στο δωμάτιο.

Κοίταξα ένα γύρω και αντίκρισα την μητέρα μου να κάθεται στην καρέκλα μπροστά από τον καθρέπτη κοιτώντας τον εαυτό της και χτενίζοντας τα μαλλιά της.

«Μητέρα;» ρώτησα κοιτώντας την.

«Καλημέρα Έντουαρντ.» είπε και σχεδόν αμέσως την κατέκλυσε κρίση βήχα.

«Είσαι καλά;» ρώτησα φανερά σαστισμένος. Την περίμενα ξαπλωμένη στο κρεβάτι και βαριά άρρωστη.

«Μια χαρ..» την φράση της διέκοψε ο βήχας που επέστρεψε στο λαιμό της.

«Απλά λίγο ζαλισμένη.» συνέχισε με βραχνιασμένη φωνή.

Ήταν χάλια. Σιγουρεύτηκα από μέσα μου. Απλώς είχα ξεχάσει να υπολογίσω το γεγονός ότι ήταν η πιο δυναμική γυναίκα που ήξερα. Δεν θα άφηνε τον γιο της να την φροντίσει πόσο μάλλον να δείχνει χάλια μπροστά στο υπηρετικό προσωπικό.

«Έμαθα ότι κάλεσες κάποιον να με δει;» είπε και πολύ δυσκολία κατάφερε να μην ξεσπάσει ξανά σε βήχα.

«Ναι κάλεσα τον δόκτωρ Καρλάιλ τον γιατρό που παρακολουθούσε και τον πατέρα αλλά δεν μπορούσε ένα έρθει και θα έρθει η νοσοκόμα του.»

Την είδα να κατσουφιάζει. Δεν καταδεχόταν την βοήθεια κανενός.

«Αλλά ακόμα δεν έχει έρθει.» συνέχισα. Την είδα να σηκώνεται. Τα μαλλιά της ήταν πιασμένα ψηλά σε κότσο και φορούσε ένα υπέροχο μπλε φόρεμα.

«Θα κατέβω σε λίγο για πρωινό.» είπε κάνοντας ολοφάνερο ότι ήθελε να φύγω. Βγήκα από το δωμάτιο φανερά εκνευρισμένος. Προς το παρών ότι έκανα για να μην την χάσω είχε στεφτεί από απόλυτη ανεπιτυχία.

Κατέβηκα την σκάλα και πήγα στο σαλόνι. Κάθισα στην πολυθρόνα αλλά σύντομα σηκώθηκα και άρχισα να βηματίζω πάνω κάτω στο δωμάτιο. Ένιωθα ηττημένος από την μοίρα. Είχε ακριβώς τα ίδια συμπτώματα με τον πατέρα. Είδα τους εφιάλτες μου να ζωντανεύουν μπροστά μου ξανά και ξανά.

Και αν όντως είχε την ισπανική γρίπη; Είχα πάρει την απόφαση μου. Θα πήγαινα ο ίδιος στην πόλη να βρω τον δόκτωρ Καρλάιλ και να τον πείσω να έρθει να την κοιτάξει ο ίδιος. Δεν μπορούσα να ζήσω ξανά όλα αυτά που είχα περάσει με τον πατέρα μου. Ανέβηκα στο δωμάτιο μου και άλλαξα γρήγορα βάζοντας ένα μαύρο λινό γιλέκο, ένα ταιριαστό παντελόνι και ένα λευκό πουκάμισο.

Έδεσα σχετικά αδέξια το παπιγιόν μου και κατέβηκα στο σαλόνι. Ευτυχώς δεν συνάντησα κανέναν στην διαδρομή. Από την τραπεζαρία άκουσα την φωνή της Έλενας να μιλάει με την μητέρα μου. Ο βήχας της αντήχησε σε όλο τον χώρο θυμίζοντας βασανιστικά για μένα τον βήχα του πατέρα μου. Ξεκρέμασα την κάπα μού από τον διάδρομο και την έριξα πάνω από το γιλέκο μου. Άνοιξα την πόρτα και βγήκα στο κατάλευκο από το χιόνι κήπο.

Τσουχτερός αέρας φυσούσε και ένιωσα μικρές κρυστάλλινες χιονονιφάδες να προσγειώνονται πάνω μου. Διέσχισα γρήγορα τον κήπο αποφασισμένος πλέον ότι θα πολεμούσα. Όχι όμως στον πόλεμο αλλά με την ισπανική γρίπη. Θα έκανα ξανά την μητέρα μου ασφαλή.

Κατευθύνθηκα προς τον αχυρώνα και μπήκα μέσα. Η μυρωδιά του σανού και των αλόγων πλημμύριζε τον αέρα. Έλυσα ένα μαύρο άλογο και στάθηκα δίπλα του. Ανέβασα την μαύρη μπότα μου στον ασημένιο αναβατήρα και με ευκολία καβαλίκεψα το άλογο. Χτύπησα με τα χαλινάρια τον λαιμό του και αμέσως ξεκίνησε.

Βγήκε στην αυλή με γοργό καλπασμό όταν είδα μια άμαξα να στέκεται έξω από την καγκελόπορτα. Την έσερναν δυο λευκά άλογα. Σταμάτησα το δικό μου και χάιδεψα απαλά με τα δάχτυλα μου το εκρού χρώμα της χαίτης του. Η πόρτα της άμαξας άνοιξε και μια νεαρή κοπέλα – κοντά στην ηλικία μου- βγήκε έξω.

Κρατούσε σφιχτά πάνω της το σμαράγδι πανωφόρι της. Τα καφέ μαλλιά της ήταν πιασμένα κάτω από ένα πράσινο καπέλο. Φορούσε ένα υπέροχο ανοιχτοπράσινο φόρεμα. Όλο της το παρουσιαστικό ταίριαζε με τα μεγάλα πράσινα μάτια της. Αντίθετα από το γεγονός ήταν μεγάλα ήταν ανέκφραστα και ρηχά.

Κατέβηκα από το άλογο και την πλησίασα.

«Καλημέρα.» είπα δείχνοντας παράλληλα την απορία μου για το ποια είναι. Το χνότο μου λόγου του κρύου φάνηκε στο αέρα.

«Καλημέρα.» είπε. Το πρόσωπο της έλαμπε ανεξήγητα καθώς μου μιλούσε.«είμαι η νοσοκόμα που έστειλε ο δόκτωρ Καρλάιλ» είπε τείνοντας το χέρι της προς το δικό μου.

«Ιουλιέτα.» συνέχισε απλώνοντας περισσότερο το χέρι της και περιμένοντας να συστηθώ. Διέκρινα ξανά έναν ανεξήγητο ενθουσιασμό στην φωνή της.

«Η μητέρα μου είναι μέσα » είπα παγερά αγνοώντας το χέρι της. Ήμουν ήδη απίστευτα ανήσυχος σχετικά με την υγεία της μητέρας μου για να ασχοληθώ μαζί της ειδικά αφότου άργησε.

Ανέβηκα ξανά στο άλογο και χτύπησα με τα χαλινάρια τον λαιμό του για να ξεκινήσει. Ο ήχος που έκαναν τα πέταλα πάνω στο πυκνό χιόνι καθώς έβγαινα έξω από το σπίτι κάλυψαν την φωνή της καθώς με αποχαιρετούσε.